Μοιραστείτε το:
Οι τιμές των καυσίμων συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, με τις αυξήσεις μέσα σε μόλις έναν μήνα να γίνονται ήδη αισθητές στα πορτοφόλια των πολιτών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων, η αμόλυβδη βενζίνη από 1,704 ευρώ το λίτρο πριν από έναν μήνα έφτασε στην Πρέβεζα την Πέμπτη 12 Μαρτίου στα 1,841 ευρώ. Πρόκειται για αύξηση 13,7 λεπτών το λίτρο, δηλαδή περίπου 8%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή στο πετρέλαιο κίνησης, το οποίο από 1,519 ευρώ το λίτρο εκτινάχθηκε στο 1,835 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 31,6 λεπτών ή περίπου 21%. Ανοδικά κινείται και το πετρέλαιο θέρμανσης, που από 1,158 ευρώ το λίτρο διαμορφώνεται σήμερα στα 1,423 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 26,5 λεπτών, δηλαδή περίπου 23%.
Οι ανατιμήσεις αυτές μεταφράζονται σε σημαντική επιβάρυνση για νοικοκυριά και επαγγελματίες, καθώς αυξάνουν τόσο το κόστος μετακίνησης όσο και το κόστος μεταφοράς προϊόντων. Η συνέπεια είναι προφανής: οι αυξήσεις περνούν τελικά και στις τιμές της αγοράς.
Το «πλαφόν» και η πραγματικότητα της αγοράς
Την ίδια ώρα, συζήτηση προκαλεί το λεγόμενο «πλαφόν» στα καύσιμα. Ωστόσο, η συγκεκριμένη κυβερνητική απόφαση δεν σημαίνει ότι μπαίνει ένα γενικό «ταβάνι» στις τιμές της αγοράς.
Τα διυλιστήρια συνεχίζουν να κοστολογούν και να διαθέτουν τα προϊόντα τους με βάση τις διεθνείς τιμές. Το μέτρο αφορά κυρίως τους υπόλοιπους κρίκους της αγοράς – εταιρείες εμπορίας και πρατήρια – οι οποίοι θα έχουν καθορισμένα περιθώρια κέρδους.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι τα καύσιμα μπορούν να συνεχίσουν να ακριβαίνουν στη λιανική, εφόσον αυξάνονται οι διεθνείς τιμές. Οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών και τα πρατήρια έχουν τη δυνατότητα να προσθέτουν συνολικά έως και 17 λεπτά ανά λίτρο πάνω στην τιμή με την οποία το προϊόν φεύγει από τα διυλιστήρια.
«Αιχμή» για τη φορολογία
Η Ομοσπονδία Βενζινοπωλών Ελλάδος επισημαίνει ότι η επιβολή πλαφόν, για ακόμη μία φορά, στοχοποιεί τους πρατηριούχους, ενώ – όπως υποστηρίζει – το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στην υψηλή φορολογία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει, το 61% της τελικής τιμής των καυσίμων αποτελείται από φόρους, δηλαδή τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και τον ΦΠΑ. Στην τιμή αυτή προστίθεται και η διυλιστηριακή αξία, η οποία ανέρχεται περίπου στο 31%.
Με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο μέρος της τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής δεν σχετίζεται με το περιθώριο κέρδους των πρατηρίων, αλλά με τη φορολογία και τις διεθνείς τιμές της ενέργειας — δύο παράγοντες που εξακολουθούν να καθορίζουν την πορεία της αγοράς καυσίμων.
Πηγή: www.prevezatoday.gr