ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Στην πρόσφατη εκδήλωση για την επέτειο τη Ελληνικής Επανάστασης, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συνέδεσε την ανέλιξη του παλιού Έλληνα μετανάστη με τις περίφημες ντάινερς. Το ίδιο, πριν λίγες μέρες, και ο δήμαρχος Νέας Υόρκης, Ζόραν Μαμντάνι, μιλώντας στους ομογενείς από το Gracie Mansion.
Πάντως, η σημερινή πραγματικότητα είναι διαφορετική: Η ντάινερ, το επιχειρηματικό όνειρο του πρώτου Έλληνα μετανάστη θαμπώνει, κινδυνεύοντας σταδιακά να «σβήσει», μαζί με μια ολόκληρη γενιά: Οι εμβληματικές ντάινερς δείχνουν να έχουν πάρει έναν δρόμο χωρίς επιστροφή, χτυπημένες από τα αυξημένα κόστη, τις συνολικές παθογένειες της σύγχρονης μεσαίας επιχείρησης και, εν μέρει, την αλλαγή διατροφικών συνηθειών. Στην εξίσωση αυτή, εισέρχεται και η απροθυμία των νεότερων μελών των ιδιοκτητριών οικογενειών να αναλάβουν τα ηνία, ένεκα των -τελείως διαφορετικών- επαγγελματικών στόχων τους.
Σε Νέα Υόρκη και Νέα Ιερσέη, τα τελευταία χρόνια μοιάζει να υπάρχει ένα έτοιμο άρθρο που κατά διαστήματα αναδημοσιεύεται, με μοναδικές αλλαγές σε ονόματα και τοποθεσίες: Κεντρικό θέμα μια ντάινερ που κλείνει μετά από δεκαετίες, συνήθως οικογενειακή επιχείρηση και, κυρίως, με ιδιοκτήτες ομογενείς. Άλλωστε, πριν από μερικά χρόνια, είχε υπολογιστεί πως ο αριθμός των ντάινερς στη Νέα Υόρκη είχε μειωθεί κατά 60% σε διάστημα μικρότερο της τριακονταετίας. Η πανδημία της Covid-19 επιτάχυνε τις εξελίξεις, όμως οι καταστάσεις είχαν διαμορφωθεί αρκετά νωρίτερα, ιδίως εάν οι επιχειρηματίες δεν ήταν, παράλληλα, ιδιοκτήτες του ακινήτου ή του οικοπέδου.
Ο «Εθνικός Κήρυκας» («Ε.Κ.») συνομίλησε με επιχειρηματίες που είτε δραστηριοποιήθηκαν στο παρελθόν, είτε εξακολουθούν να βρίσκονται στον χώρο, οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με τα συναισθήματα και τις συνέπειες του διαφαινόμενου τέλους μιας ολόκληρης εποχής.
Η ιδιαίτερη περίπτωση του «Neptune Diner»
Η νότια πλευρά του Neptune Diner. Φωτογραφία αρχείου «Εθνικού Κήρυκα»/Κώστας Μπέη.
Από τις 28 Ιουλίου 2024, το «Neptune Diner» στην Αστόρια έκλεισε τις πύλες του, παρόλα αυτά οι αδερφοί Παναγιώτης και Γιώργος Κατσίχτης, μαζί με τη νεότερη γενιά της οικογένειας, τον Σαράντη και τον συνέταιρό τους Κώστα Δούκα δεν έχουν εγκαταλείψει τον κλάδο. Αντίθετα, κανονικά λειτουργούν τα ομώνυμα εστιατόρια σε Μπεϊσάιντ, Μπρούκλιν και Σάιοσετ, έστω κι αν, στην συλλογική συνείδηση, η φίρμα «NeptuneDiner» θα παραπέμπει ενστικτωδώς στην εικόνα του εμβληματικού ακινήτου στο Αστόρια Μπούλεβαρντ.
Στην δική τους περίπτωση, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το αυθεντικό κατάστημα, μετά από δεκαετίες, εξαιτίας της αλλαγής του συντελεστή δόμησης, καθότι το οικόπεδο, μετά το πέρας του ενοικιαστηρίου συμβολαίου, έγινε διαθέσιμο για την κατασκευή ενός νέου κτιριακού συγκροτήματος, όπως έχει συμβεί και με άλλες επιχειρήσεις στην Αστόρια.
«Έληξε το ενοικιαστήριο. Γι’ αυτό φύγαμε από εκεί. Εάν υπήρχε ένα νέο μακροχρόνιο συμβόλαιο, βεβαίως θα μπορούσαμε να το κρατήσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά για το «Neptune Diner», το οποίο αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την Αστόρια και την Ομογένεια.
Ασφαλώς, ο κ. Κατσίχτης επισημαίνει πως ακόμη και οι ίδιοι ήταν αναγκασμένοι να προσαρμοστούν στις -δυσμενέστερες- συνθήκες της νέας εποχής: Η 24ωρη λειτουργία είχε ήδη σταματήσει στο ιστορικό ντάινερ της Αστόριας, ενώ σήμερα την διατηρούν μόνο σε αυτό του Μπρούκλιν.
«Τα προϊόντα όλα, λόγω του πολέμου, έχουν ανέβει. Και πολλές ντάινερς τώρα κλείνουν τη νύχτα. Το 24 ώρες πλέον τελειώνει» είπε, επισημαίνοντας πως η νυχτερινή λειτουργία δεν είναι πλέον βιώσιμη για πολλές επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ρόλο της προσωπικής παρουσίας των ιδιοκτητών. «Οι ντάινερς θέλουν αφεντικά να είναι από πάνω. Μόνον έτσι δουλεύουν. Με μάνατζερ και να πηγαίνεις μια φορά τη βδομάδα, δεν δουλεύουν αυτά τα μαγαζιά» τόνισε, σημειώνοντας ότι ο ίδιος, ο αδελφός και ο ανιψιός του εξακολουθούν να εργάζονται καθημερινά στις επιχειρήσεις τους.
Παράλληλα, απέδωσε μέρος της κρίσης και στη μεταβολή της νοοτροπίας των νεότερων γενεών. «Οι νέοι δεν θα δουλεύουν τα μαγαζιά όπως δουλεύαμε εμείς. Εμείς είμαστε ακόμα πάνω στα μαγαζιά», ανέφερε.
Ο ίδιος σημείωσε πως η πανδημία επιτάχυνε τις αλλαγές στην αγορά εστίασης και στις εργασιακές συνθήκες. «Μετά την πανδημία άλλαξαν όλα. Επίσης, αυξήθηκε πολύ το κατώτατο ωρομίσθιο. Ο πιατάς λαμβάνει όσα ο μάγειρας. Το busboyμπορεί να κάνει περισσότερα χρήματα απ’ ό,τι κάνει και το.. αφεντικό», σχολίασε, αναφερόμενος στην αύξηση του κόστους εργασίας και στις δυσκολίες στελέχωσης των νυχτερινών βαρδιών.
«Η πόλη δεν είναι ίδια», κατέληξε ο κ. Κατσίχτης, περιγράφοντας μια Νέα Υόρκη όπου οι ιστορικές ντάινερς δυσκολεύονται πλέον να επιβιώσουν χωρίς τη διαρκή παρουσία των ανθρώπων που τις δημιούργησαν.
Ο Πέτρος Γρομητσάρης αφοσιώθηκε στο «Ewing Diner»
Ο Πέτρος Γρομητσάρης. Φωτογραφία: “Ε.Κ.”, αρχείο
Στη Νέα Ιερσέη, ο ιδιοκτήτης του «Ewing Diner», Πέτρος Γρομητσάρης, αναφέρει στον «Ε.Κ.» πως παραμένει στις επάλξεις σε μια μάχη που φαίνεται ότι νομοτελειακά θα χαθεί. Μετά την πανδημία, αποφάσισε να διατηρήσει μόνο το «Ewing Diner» από τις επιχειρήσεις ιδιοκτησίας του, μπροστά στον κίνδυνο να βγει και ο ίδιος εκτός αγοράς.
«Το Covid ήταν η καταστροφή. Εγώ είχα τρία μαγαζιά και κατέληξα να κρατήσω μόνο το ένα. Αλλιώς θα τα είχα χάσει όλα», επισημαίνει, μεταξύ άλλων, έστω κι αν τα προβλήματα είχαν φανεί νωρίτερα, τονίζοντας πως το μοντέλο των ντάινερς, το οποίο -όπως ανέφερε- «το ξεκίνησαν οι Έλληνες», βρίσκεται πλέον σε πορεία παρακμής, κυρίως λόγω του αυξημένου κόστους λειτουργίας και της έλλειψης ενδιαφέροντος από τη νεότερη γενιά.
«Η παλιά γενιά αρχίζει και σβήνει. Η νεολαία δεν ασχολείται με αυτό το επάγγελμα, γιατί έχει χτυπηθεί αλύπητα», προσθέτει στη συνέχεια, επιρρίπτοντας ευθύνες στην προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση, αλλά και σε επίπεδο Πολιτείας, εκφράζοντας την άποψη πως ούτε ο πρώην, ούτε η νυν κυβερνήτης δείχνουν να αντιλαμβάνονται την διαφαινόμενη ζημιά που προκαλείται στον κλάδο από τις πολιτικές τους.
«Ο κατώτατος μισθός μέσα σε πέντε χρόνια από εννιά δολάρια πήγε στα δεκαέξι. Τώρα συζητούν για 25 δολάρια την ώρα. Εάν γίνει αυτό, στα ντάινερς τελειώσαμε» είπε, προσθέτοντας: «Δεν μπορεί να πηγαίνεις σε ένα diner και να πληρώνεις δύο αυγά 20 δολάρια και ένα χάμπουργκερ 30».
Παράλληλα, περιέγραψε τη ραγδαία αύξηση στις τιμές των πρώτων υλών. «Πλήρωσα τις ντομάτες 75 δολάρια την κάσα. Πριν το Covid ήταν 6 και 7 δολάρια. Μαρούλια 55 δολάρια, σέλερι 60 δολάρια. Όλα έχουν ξεφύγει», ανέφερε χαρακτηριστικά, ενώ εκτίμησε πως, βάσει των δικών του πληροφοριών, στο προσεχές χρονικό διάστημα θα ανακοινωθούν και άλλα «λουκέτα».
«Αυτή τη στιγμή ξέρω πέντε ντάινερς που θα κλείσουν. Το υπογράφω αυτό» είπε, σημειώνοντας ότι ήδη έχει δεχθεί προτάσεις να αγοράσει επιχειρήσεις που κλείνουν, τις οποίες όμως αρνήθηκε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ασφαλιστικό κόστος, λέγοντας πως μετά από ζημιά λόγω κακοκαιρίας η ασφαλιστική εταιρεία απέρριψε την αποζημίωση και στη συνέχεια αύξησε δραματικά τα ασφάλιστρα. «Από 12.000 δολάρια τον χρόνο, τώρα θέλουν 30.000. Πώς να τα αντέξω όλα αυτά;», διερωτήθηκε.
Παρά τις δυσκολίες, ο κ. Γρομητσάρης τόνισε πως συνεχίζει να επενδύει καθημερινά στην επιχείρησή του, αν και παραδέχθηκε ότι η πλήρης ανακαίνιση που απαιτείται θα κόστιζε πάνω από 1,3 εκατομμύρια δολάρια. «Ο πελάτης θέλει να δει καινούργιες καρέκλες, καινούργια ποτήρια, καινούργιο φαγητό. Όλα αυτά είναι κόστος» σημείωσε, καταλήγοντας πως «το επάγγελμα αυτό, δυστυχώς, σιγά-σιγά σβήνει».
Όταν ο Κώστας Μανωλούκος πούλησε το «VanDam Diner»
Το VanDam Diner. Φωτογραφία: “Ε.Κ.”/Χ. Αθανασάτος
Την εικόνα μιας εποχής που σβήνει σταδιακά από τον χάρτη της Νέας Υόρκης περιέγραψε στον «Ε.Κ.» ο πρώην ιδιοκτήτης του ιστορικού «VanDam Diner», Κωνσταντίνος Μανωλούκος, μιλώντας για την παρακμή των ελληνικών diners, τις δυσκολίες της αγοράς εργασίας και τις αλλαγές στις συνήθειες της αμερικανικής κοινωνίας.
Ο κ. Μανωλούκος, ο οποίος απέκτησε το ντάινερ το 1989 και το πούλησε πριν από περίπου δυόμισι χρόνια, έκανε λόγο για μια εξαιρετικά απαιτητική επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία, όπως υποστήριξε, δεν μπορεί πλέον να στηριχθεί στις ίδιες βάσεις που τη χαρακτήριζαν τις προηγούμενες δεκαετίες.
«Η diner είναι μία δουλειά η οποία δεν είναι εύκολη. Είναι πάρα πολύ σκληρή δουλειά», ανέφερε χαρακτηριστικά, αποδίδοντας μεγάλο μέρος της κρίσης στην έλλειψη εργατικών χεριών και στην απουσία της παλαιότερης γενιάς μεταναστών από την Ελλάδα. «Δεν υπάρχουν πια οι Έλληνες αυτοί που έρχονταν από την Ελλάδα, που ήταν μαθημένοι να δουλεύουν», σημείωσε.
Ο ίδιος περιέγραψε με έντονη νοσταλγία την εργασιακή κουλτούρα των παλαιότερων ιδιοκτητών ντάινερς, τονίζοντας πως «οι παλιοί Έλληνες θέλαμε να είμαστε τέλειοι σε όλα» και πως θεωρούσαν προσωπική προσβολή οποιοδήποτε παράπονο πελάτη. «Θέλαμε να ακούμε μόνο καλά λόγια» είπε, προσθέτοντας πως οι ιδιοκτήτες εκείνης της εποχής γνώριζαν όλες τις πτυχές της δουλειάς, «από ζαχαροπλαστική και γκριλ μέχρι μαγειρική».
Αναφερόμενος στις επιπτώσεις της πανδημίας, ο κ. Μανωλούκος υποστήριξε ότι «μετά από το Covid τα πάντα πήραν την κάτω βόλτα», επισημαίνοντας πως το αυξημένο κόστος λειτουργίας και οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις επιβάρυναν περαιτέρω τον κλάδο. Παράλληλα, στάθηκε στις μεταβολές της καθημερινότητας και της καταναλωτικής συμπεριφοράς, σημειώνοντας ότι οι νεότερες γενιές δεν έχουν πλέον την ίδια σχέση με τα diners και το παραδοσιακό αμερικανικό breakfast. «Τώρα η διατροφή έχει αλλάξει και ο κόσμος έχει αλλάξει. Παραγγέλνουν Uber και ζητάνε άλλα πράγματα», ανέφερε.
Το «VanDam Diner», το οποίο λειτούργησε επί δεκαετίες στο Λονγκ Άιλαντ Σίτυ, έκλεισε οριστικά αμέσως μετά την πώλησή του, με τον χώρο να μετατρέπεται πλέον σε ιαπωνικό εστιατόριο. Ο κ. Μανωλούκος χαρακτήρισε την εξέλιξη «πολύ λυπηρή», υπογραμμίζοντας ότι «ένα 70-75% των Ελλήνων επιβίωνε από τα εστιατόρια».
Ο Γεώργιος Αγγελάκης στηρίζει το «CarlePlace Diner»
Ο Γεώργιος Αγγελάκης
Τη δύσκολη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ντάινερς στη Νέα Υόρκη και το Λονγκ Άιλαντ περιέγραψε στον «Ε.Κ.» και ο ιδιοκτήτης του «Carle Place Diner», Γεώργιος Αγγελάκης, ένας επιχειρηματίας με περισσότερες από πέντε δεκαετίες παρουσίας στον κλάδο.
Ο κ. Αγγελάκης, ο οποίος δραστηριοποιείται εδώ και περίπου 55 χρόνια και διατηρεί το ίδιο κατάστημα επί 45 χρόνια, έκανε λόγο για ένα επιχειρηματικό περιβάλλον που έχει γίνει πλέον «πολύ δύσκολο», εξαιτίας της αύξησης του κόστους, της έλλειψης προσωπικού και των γενικότερων οικονομικών πιέσεων.
«Σήμερα είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις μαγαζί. Τα έξοδα είναι τεράστια και τα πράγματα έχουν ακριβύνει πάρα πολύ», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως πολλές επιχειρήσεις είτε περιορίζουν τα ωράριά τους είτε αναγκάζονται να κλείσουν. «Γι’ αυτό κλείνουν συνέχεια. Τα ενοίκια είναι μεγάλα. Εγώ είμαι τυχερός που έχω δικό μου το οικόπεδο και δεν έχω αυτό το βάρος», είπε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο αυξημένο εργατικό κόστος και στη δυσκολία εύρεσης προσωπικού. «Δεν υπάρχουν εργάτες. Δεν περνάνε πια για δουλειά. Ένας πιατάς δουλεύει πέντε μέρες και παίρνει 800 δολάρια, έξι μέρες χίλια. Ο μάγειρας μπορεί να φτάσει τα 1.300 δολάρια», σημείωσε, τονίζοντας ότι οι νεότερες γενιές δεν επιθυμούν πλέον να ακολουθήσουν την οικογενειακή παράδοση των ντάινερς. «Τα παιδιά τα δικά μας έχουν σπουδάσει και δεν θέλουν να μπουν στη δουλειά όπως μπαίναμε εμείς παλιά. Εμείς πηγαίναμε το πρωί και ξεχνούσαμε να φύγουμε».
Ο κ. Αγγελάκης στάθηκε και στη σταδιακή παρακμή της 24ωρης λειτουργίας, που για δεκαετίες αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα των ντάινερς. «Για 30 χρόνια ήμασταν 24 ώρες ανοιχτοί. Μετά την πανδημία δεν ξανανοίξαμε τη νύχτα», ανέφερε, σημειώνοντας ότι πλέον η μεγαλύτερη κίνηση περιορίζεται κυρίως στο πρωινό και το μεσημεριανό.
Παράλληλα, έκανε λόγο για τη δραματική αύξηση του κόστους ζωής και των πρώτων υλών. «Η ντομάτα, που την παίρναμε 20 δολάρια, έχει πάει 100. Όλα έχουν ακριβύνει» είπε, ενώ υπογράμμισε ότι ακόμη και η κουλτούρα των φιλοδωρημάτων έχει αλλάξει σημαντικά. «Παλιά έβλεπες ένα ή δύο δολάρια. Τώρα βλέπεις πέντε, δέκα, είκοσι δολάρια και ο κόσμος το σκέφτεται».
Ερωτηθείς αν θεωρεί ότι υπάρχει δρόμος επιστροφής για τις ντάινερς, εμφανίστηκε απαισιόδοξος. «Θα κλείσουν και περισσότερες. Για να ανοίξει καινούργια ντάινερ δεν το βλέπω», κατέληξε.
Πηγή: www.ekirikas.com