Διαδοχικά κύματα καύσωνα πλήττουν τη Δυτική Ευρώπη αυτό το καλοκαίρι, με τη Γαλλία να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ασυνήθιστα παρατεταμένη περίοδο ακραίας ζέστης. Μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου, η χώρα κατέγραψε θερμοκρασίες κατά μέσο όρο 2,8°C υψηλότερες σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 1991-2020. Ακολουθούν το Λουξεμβούργο, η Ελβετία, το Βέλγιο και η Ισπανία. Ενώ ο ρόλος της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν αμφισβητείται, η συχνότητα των φετινών καυσώνων αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης.
Την Πέμπτη 13 Αυγούστου, η Γαλλία διένυε την 17η συνεχόμενη ημέρα του τρίτου καύσωνα του καλοκαιριού, ο οποίος έχει ήδη καταταχθεί στους τρεις μεγαλύτερους σε διάρκεια από το 1947. Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η συσσώρευση ακραίων θερμών επεισοδίων; Και σε ποιον βαθμό το καλοκαίρι του 2026 προαναγγέλλει τα καλοκαίρια του μέλλοντος; Αυτά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν πλέον την επιστημονική κοινότητα.
Πόσο ευθύνεται η κλιματική αλλαγή για τους καύσωνες;
Η επίδραση της κλιματικής αλλαγής στη συχνότητα, τη διάρκεια και την ένταση των καυσώνων είναι αδιαμφισβήτητη.
«Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι πάντα ένας συνδυασμός της τυχαίας μεταβλητότητας του καιρού και των αργών τάσεων της κλιματικής αλλαγής», εξήγησε στην εφημερίδα Le Monde ο Αμερικανός κλιματολόγος και ωκεανογράφος Στέφαν Ράμστορφ του Ινστιτούτου Potsdam για την Έρευνα των Κλιματικών Επιπτώσεων. «Όταν και οι δύο παράγοντες κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση, έχουμε γεγονότα που σπάνε ρεκόρ, όπως αυτό το καλοκαίρι», πρόσθεσε.
Από τις αρχές του αιώνα, ο αριθμός των καυσώνων στη Γαλλία έχει αυξηθεί σημαντικά. Από τους 54 καύσωνες που έχουν καταγραφεί στη χώρα από το 1947, οι 29 σημειώθηκαν από το 2011 και μετά. Ο εντονότερος καύσωνας που έχει καταγραφεί ποτέ στη Γαλλία, ο οποίος διήρκεσε από τις 17 έως τις 30 Ιουνίου, ήταν 200 φορές πιθανότερο να σημειωθεί εξαιτίας της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, σύμφωνα με προσομοιώσεις ερευνητών του Ινστιτούτου Pierre-Simon-Laplace, σε ανάλυση που δημοσιεύθηκε στα τέλη Ιουλίου.
«Για τις ίδιες ατμοσφαιρικές συνθήκες, οι θερμοκρασίες είναι σήμερα έως και 2,5°C υψηλότερες από ό,τι ήταν μεταξύ 1950 και 1987», σημείωσαν οι ερευνητές.
«Η υπερθέρμανση εντείνει τους καύσωνες με πολλούς τρόπους», εξήγησε η κλιματολόγος Βαλερί Μασόν-Ντελμότ. «Η θερμότητα που αποθηκεύεται στους ωκεανούς απελευθερώνεται τη νύχτα και επηρεάζει, για παράδειγμα, τις νυχτερινές θερμοκρασίες, ενώ η απώλεια υγρασίας του εδάφους τείνει να αυξάνει τις θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια της ημέρας».
Η ίδια δεν εμφανίζεται αισιόδοξη για το μέλλον.
«Η προετοιμασία για το 2050 δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι τα ακραία καρικά φαινόμενα που βιώνουμε σήμερα θα αποτελούν τη νέα κανονικότητα. Πρέπει να προετοιμαστούμε για σπάνια φαινόμενα που θα σημειωθούν και θα είναι πολύ πιο ακραία», τόνισε.
«Τόσο ζεστά καλοκαίρια, αλλά και ακόμη θερμότερα, θα είναι μέρος της καθημερινότητάς μας για το υπόλοιπο της ζωής μας», προειδοποίησε ο Μίκα Ραντάνεν, κλιματολόγος στο Φινλανδικό Μετεωρολογικό Ινστιτούτο. «Αυτό που ίσως δεν αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι είναι ότι ακόμη και αν καταφέρναμε να φτάσουμε σε “μηδενικές καθαρές εκπομπές”, αυτό δεν θα έκανε την κατάσταση καλύτερη. Απλώς θα εμπόδιζε την περαιτέρω επιδείνωσή της», τόνισε.
Μήπως αλλάζει ο τρόπος σχηματισμού των καυσώνων;
Κάθε καύσωνας γίνεται πιθανότερος εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, αυτό δεν εξηγεί πλήρως τη συχνότητα των ακραίων θερμοκρασιών αυτό το καλοκαίρι. Η άνοδος της θερμοκρασίας δεν είναι η μοναδική συνέπεια της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Μπορεί επίσης να ευνοεί συγκεκριμένα μοτίβα ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας ή, με άλλα λόγια, να διαταράσσει τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται η θερμότητα στην επιφάνεια του πλανήτη, ανάλογα με την εποχή και την περιοχή.
«Από το 2019 βλέπουμε, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, μια επανεμφάνιση αυτών των μοτίβων της ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας που ευνοούν τους καύσωνες και ακόμη δεν γνωρίζουμε αν αυτή η σπάνια μετεωρολογική κατάσταση ενισχύεται ή όχι από την υπερθέρμανση του πλανήτη», δήλωσε στη Le Monde η Μασόν-Ντελμότ.
Η επαναλαμβανόμενη εμφάνιση αυτών των συνθηκών από τη μία χρονιά στην άλλη, αλλά ακόμη και μέσα στην ίδια καλοκαιρινή περίοδο, έχει οδηγήσει τους επιστήμονες που ασχολούνται με τα κλιματικά μοντέλα να επανεξετάσουν ορισμένες από τις υποθέσεις τους.
«Τα τελευταία 70 χρόνια, η ακραία ζέστη αυξάνεται με δυσανάλογα γρήγορο ρυθμό στη Δυτική Ευρώπη σε σύγκριση με τις προσομοιώσεις των κλιματικών μοντέλων. Αυτή η απόκλιση δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητή», ανέφερε το 2023 ομάδα ερευνητών υπό τον κλιματολόγο Ρομπέρ Βοτάρ του Ινστιτούτου Pierre-Simon-Laplace.
Οι ερευνητές εξέτασαν περίπου 100 ψηφιακές προσομοιώσεις από περίπου 30 διαφορετικά μοντέλα. «Κανένα από αυτά δεν παρουσιάζει τάση αύξησης της θερμοκρασίας λόγω της ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας τόσο μεγάλη όσο αυτή που παρατηρείται στην πραγματικότητα», σημείωσαν.
Έχουμε άραγε εισέλθει αθόρυβα σε μια νέα φάση που ευνοεί την επανεμφάνιση των καυσώνων στην Ευρώπη; Ή πρόκειται απλώς για μια προσωρινή περίοδο φυσικής κλιματικής μεταβλητότητας που προστίθεται στην υπερθέρμανση του πλανήτη;
«Σήμερα είναι αδύνατο να το επιβεβαιώσουμε ή να το διαψεύσουμε», δήλωσε ο κλιματολόγος Ρομπέν Νουιέλ του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Τεχνολογίας. «Είναι πιθανό τα κλιματικά μοντέλα να “χάνουν” κάτι – ίσως φαινόμενα σε πολύ μικρή κλίμακα, τα οποία δεν μπορούν να αποτυπωθούν στις προσομοιώσεις, αλλά θα μπορούσαν να έχουν σημαντική επίδραση στην ατμοσφαιρική κυκλοφορία».
Γιατί εγκαθίστανται αντικυκλώνες εμποδισμού πάνω από την Ευρώπη;
Η επανεμφάνιση των λεγόμενων «αντικυκλώνων εμποδισμού», κατά τις οποίες ένα σύστημα υψηλών πιέσεων παραμένει στάσιμο πάνω από μια περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα και εμποδίζει την άφιξη δυτικών ανέμων, αποτελεί αντικείμενο εντατικής έρευνας.
Μεταξύ άλλων, μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 από τους κλιματολόγους Μάικλ Μαν και Σουέκε Λι του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια ανέδειξε τη σύνδεση ανάμεσα στον σχηματισμό των λεγόμενων «θερμικών θόλων» και την αποσταθεροποίηση του αεροχειμάρρου στο βόρειο ημισφαίριο. Ο αεροχείμαρρος είναι ένα ποτάμι αέρα που κινείται από τα δυτικά προς τα ανατολικά, περίπου 10 χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της Γης, διαχωρίζοντας τις ψυχρές αέριες μάζες των μεγαλύτερων γεωγραφικών πλατών από τον θερμότερο αέρα των εύκρατων περιοχών.
Η ταχύτερη θέρμανση της Αρκτικής έχει συμβάλει στη «χαλάρωση» του αεροχειμάρρου, προκαλώντας τον σχηματισμό μεγάλων κυματισμών. Υπό ορισμένες συνθήκες, αυτές οι κυματοειδείς διαταραχές μπορεί να παραμένουν στάσιμες πάνω από την Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική, ευνοώντας τη δημιουργία ενός «αντικυκλώνα εμποδισμού».
Σύμφωνα με τον Μαν, «πολλά, αλλά όχι όλα, από τα πιο ακραία και επίμονα καλοκαιρινά καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ετών έχουν τη μορφή τέτοιων συστημάτων». Ωστόσο, όπως πρόσθεσε, «τα σημερινά μοντέλα δεν τα αναπαριστούν με μεγάλη ακρίβεια».
Άλλες ερευνητικές ομάδες έχουν συνδέσει αυτά τα «κύματα» στο ρεύμα αεροχείμαρρου του Βόρειου Ημισφαιρίου με την παρουσία μιας «ψυχρής κηλίδας» στον Ατλαντικό, συγκεκριμένα στη Θάλασσα του Λαμπραντόρ – μία από τις λίγες περιοχές στον πλανήτη που έχει ψυχθεί παρά τη συνολική θέρμανση. Ωστόσο, η θεωρία της «ψυχρής κηλίδας» αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής διαμάχης. Ορισμένοι ερευνητές τη θεωρούν ένδειξη ότι το σύστημα των θαλάσσιων ρευμάτων του Βόρειου Ατλαντικού, το οποίο μεταφέρει τεράστιες ποσότητες θερμότητας από τον Κόλπο του Μεξικού προς τη βόρεια Δυτική Ευρώπη, επιβραδύνεται. Καθώς αυτά τα ρεύματα εξασθενούν, κάτι που αναμένεται σε έναν θερμότερο κόσμο, οι θερμοκρασίες των υδάτων νοτιοανατολικά της Ισλανδίας είναι πιθανό να συνεχίσουν να πέφτουν.
Ωστόσο, όπως σημείωσε ο κλιματολόγος Ράμστορφ, «υπάρχουν μελέτες που έχουν επισημάνει μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της «ψυχρής κηλίδας» στον Ατλαντικό και της καλοκαιρινής ζέστης στην Ευρώπη». «Δεδομένης αυτής της σύνδεσης», πρόσθεσε, «θα περίμενα ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει να βλέπει περισσότερα κύματα καύσωνα από άλλες περιοχές μεσαίου γεωγραφικού πλάτους».
Ήδη από το 1987, σε περίφημη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature», ο διακεκριμένος γεωφυσικός και ωκεανογράφος Γουάλας Μπρόκερ του Πανεπιστημίου Κολούμπια είχε προειδοποιήσει ότι η συσχέτιση μεταξύ κλίματος και ωκεανών υποτιμούνταν. Είχε επισημάνει ότι οι διαταραχές στα ωκεάνια ρεύματα θα μπορούσαν να συνδέονται με κλιματικές μεταβολές «απότομες και όχι σταδιακές».
Καύσωνες στη Δυτική Ευρώπη, χαμηλότερες θερμοκρασίες στην Ανατολική: αυτή ήταν μία από τις βασικές αντιθέσεις του καλοκαιριού του 2026. Οι μεγαλύτερες αρνητικές θερμοκρασιακές αποκλίσεις καταγράφηκαν στην Ανατολική Μεσόγειο, με την Κύπρο, τη Συρία, τον Λίβανο, την Παλαιστίνη, τη Γεωργία και την Τουρκία να συγκαταλέγονται, σύμφωνα με την κατάταξη του Φινλανδού κλιματολόγου, στις 10 χώρες με τις πιο «ασυνήθιστα χαμηλές» θερμοκρασίες παγκοσμίως κατά την περίοδο Μαΐου-Ιουλίου.
Με πληροφορίες από τη Le Monde, ertnews.gr
Πηγή: www.ypaithros.gr