Ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Οσπρίων καταγγέλλει ακόμη ότι οι παραγωγοί έχουν υποχρεωθεί να τηρούν πρωτόκολλα ποιότητας, πιστοποιήσεις και αδειοδοτήσεις, χωρίς όμως να υπάρχει μηχανισμός που να διασφαλίζει την τήρηση των κανόνων στην αγορά
Για τον κίνδυνο να χαθεί η ελληνική παραγωγή οσπρίων μέσα στα επόμενα χρόνια, εάν δεν εφαρμοστούν άμεσα οι διαθέσιμες επιστημονικές μέθοδοι ταυτοποίησης και ιχνηλάτησης των αγροτικών προϊόντων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο των παράνομων ελληνοποιήσεων, προειδοποιεί ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Οσπρίων, Θωμάς Μάνος.
Όπως τονίζει, το φαινόμενο των ελληνοποιήσεων όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια έχει βρει ακόμη πιο πρόσφορο έδαφος και εξελίσσεται σε έναν από τους σοβαρότερους κινδύνους για την ελληνική παραγωγή πολλών αγροτικών προϊόντων, ακόμη και εκείνων που διαθέτουν Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ) ή Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη (ΠΓΕ). Όπως επισημαίνει, οι εισαγωγές προϊόντων δεν μπορούν να απαγορευτούν. Το πρόβλημα, όμως, ξεκινά όταν τα προϊόντα αυτά πωλούνται ως ελληνικά, παραπλανώντας τον καταναλωτή και στραγγαλίζοντας οικονομικά τους Έλληνες παραγωγούς.
Ο κ. Μάνος υπογραμμίζει ότι πολλές τρίτες χώρες εφαρμόζουν εντελώς διαφορετικά καλλιεργητικά πρωτόκολλα, γεγονός που καθιστά απαραίτητους τους φυτοϋγειονομικούς ελέγχους στις πύλες εισόδου της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, οι έλεγχοι πραγματοποιούνται μόνο δειγματοληπτικά και σε μικρό ποσοστό, ενώ οι αρμόδιες υπηρεσίες παραμένουν υποστελεχωμένες, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να ανταποκριθούν στον όγκο των εισαγωγών.
«Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν εξετάσει κανείς τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ: η Ελλάδα καλύπτει μόλις το 28% της κατανάλωσης οσπρίων. Παρ’ όλα αυτά, στις λαϊκές αγορές και στα σούπερ μάρκετ όλα εμφανίζονται ως ελληνικά, την ώρα που οι ελληνικές φακές παραμένουν αδιάθετες στους κάμπους της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας, με τιμές κάτω από το κόστος παραγωγής. Με 50 και 60 λεπτά το κιλό δεν υπάρχει κέρδος. Δεν μπορεί να ευημερήσει μια παραγωγή», λέει χαρακτηριστικά.
Αναγκαία η ιχνηλάτηση των προϊόντων
Ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Οσπρίων καταγγέλλει ακόμη ότι οι παραγωγοί έχουν υποχρεωθεί να τηρούν πρωτόκολλα ποιότητας, πιστοποιήσεις και αδειοδοτήσεις, χωρίς όμως να υπάρχει μηχανισμός που να διασφαλίζει την τήρηση των κανόνων στην αγορά.
Για τον λόγο αυτό, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην επιστημονική μεθοδολογία που αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε το 2023 από το Πανεπιστήμιο Πατρών, με χρηματοδότηση του ελληνικού κράτους, ως βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των παράνομων ελληνοποιήσεων.
«Αυτή η μέθοδος μπορεί να αποδεικνύει την πραγματική προέλευση ενός προϊόντος, όμως παραμένει ανενεργή. Αναρωτιέμαι γιατί. Φοβούνται μήπως ενοχλήσουμε τους μεγάλους παίκτες της αγοράς;» διερωτάται ο κ. Μάνος, αναδεικνύοντας παράλληλα την ανάγκη στενής συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων, αυστηρότερων ελέγχων στη διακίνηση του χρήματος και πλήρους ιχνηλασιμότητας των εισαγόμενων προϊόντων. «Πρέπει να δούμε πώς μπαίνουν στη χώρα, πού καταλήγουν και πώς πωλούνται», σημειώνει.
Για τον πρόεδρο της Διεπαγγελματικής, η εφαρμογή της επιστημονικής μεθόδου αποτελεί το «κλειδί» για να σταματήσει η παραπλάνηση και να προστατευθούν τόσο οι παραγωγοί όσο και οι καταναλωτές. Όπως επισημαίνει, η παραπλάνηση δεν αφορά μόνο την οικονομική διάσταση, αλλά και την ποιότητα των προϊόντων.
«Τα εισαγόμενα προϊόντα δεν έχουν τις ίδιες προδιαγραφές με τα ελληνικά, ούτε υπόκεινται στους ίδιους ελέγχους. Υπάρχει δυσφήμηση του προϊόντος μας. Δεν είναι ίδιας ποιότητας με τα δικά μας», υπογραμμίζει, εκφράζοντας, τέλος, αμφιβολίες για το τι πραγματικά καταλήγει στο πιάτο του καταναλωτή.
Πηγή: www.ypaithros.gr