30 Σεπτεμβρίου 2026
ομογένεια

Σταν Πάπουλκας: Για ποιους Έλληνες κάνουμε σινεμά; – Ο διευθυντής του GIFFT μιλά στον «Ε.Κ.» | ekirikas.com

Το έκτο GIFFT στον Καναδά, το όνειρο του Νίκου Μιρκόπουλου και η αναζήτηση ενός κοινού πέρα από γενιές και καταγωγές

ΤΟΡΟΝΤΟ. Μια γεμάτη κινηματογραφική αίθουσα δεν αρκεί για να αποτυπώσει την επιτυχία που επιδιώκει ο Σωτήρης (Στάνλεϊ) Πάπουλκας. Ο δημιουργός του Διεθνούς Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Καναδά (Greek International Film Festival Tour of Canada, GIFFT), που φέτος διανύει την έκτη διοργάνωσή του, 24 Σεπτεμβρίου-4 Οκτωβρίου, θα ήθελε οι μισοί θεατές να έχουν ελληνικές ρίζες και οι υπόλοιποι να προσέρχονται απλώς επειδή «τους ενδιαφέρει να δουν ένα δημιούργημα του ελληνικού κινηματογράφου». Η επιθυμία του αυτή αποτυπώνει τη διπλή επιδίωξη του φεστιβάλ. Να προσφέρει στους ανθρώπους της Διασποράς νέους τρόπους επαφής με τη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα και να προσελκύσει ένα ευρύτερο κοινό, ανεξαρτήτως καταγωγής.

«Η πλειονότητα του κοινού μας είναι ελληνικής καταγωγής», διευκρινίζει στη συνέντευξή που έδωσε στον «Ε.Κ.». Η ισόρροπη παρουσία Ελλήνων και μη Ελλήνων παραμένει ο κεντρικός του στόχος. Την πεποίθησή του ότι μπορεί να επιτευχθεί, ενισχύει η συνάντηση με μία γυναίκα νοτιοασιατικής καταγωγής, η οποία τον πλησίασε μαζί με την οικογένειά της λέγοντάς του «παρακολουθούμε το φεστιβάλ επί χρόνια γιατί μας αρέσουν οι ταινίες».

Το ελληνικό σινεμά στη φωτεινή μαρκίζα του Paradise στο Τορόντο. Για τον Σταν Πάπουλκα, το στοίχημα του GIFFT είναι να συναντηθούν στις ίδιες αίθουσες θεατές ελληνικής καταγωγής και άνθρωποι που ανακαλύπτουν για πρώτη φορά την ελληνική κινηματογραφική δημιουργία. (credit: Σωτήρης (Σταν) Παπούλκας)

Η αναφορά σε αυτή την οικογένεια έφερε τη συζήτηση στο ευρύτερο ερώτημα του τι σημαίνει ένα ελληνικό κινηματογραφικό φεστιβάλ σε μία πολυπολιτισμική χώρα. Ποιον αφορά; Πώς επιλέγει τις ιστορίες που παρουσιάζει; Και πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνονται την ελληνικότητα οι άνθρωποι που κάθονται στην ίδια αίθουσα;

Ο Παπούλκας, δημιουργός και εκτελεστικός διευθυντής του GIFFT, με πολυετή διαδρομή στην τηλεόραση, ξεκινά από ένα ερώτημα που θέτει στον εαυτό του κάθε χρόνο. «Δεν μπορείς να λες ότι είναι μόνο για τους Έλληνες. Για ποιους Έλληνες, όμως;». Το ερώτημά του αφορά τις διαφορετικές γενιές της Ομογένειας, τις γλώσσες που μιλούν, τις ταινίες με τις οποίες μεγάλωσαν και όσα προσδοκούν όταν αγοράζουν ένα εισιτήριο. Ο ίδιος αποφεύγει να αντιμετωπίσει αυτό το κοινό ως ενιαίο. Κάθε φορά αναζητά την ιστορία που μπορεί να ενδιαφέρει συγκεκριμένους θεατές, χωρίς να θεωρεί την ελληνική καταγωγή τους αρκετή για να τους φέρει στην κινηματογραφική αίθουσα.

Αυτή η προσέγγιση εξηγεί και τον χαρακτήρα της διοργάνωσης. Το GIFFT παρουσιάζει ταινίες από την Ελλάδα και παραγωγές άλλων χωρών με ελληνική συμμετοχή ή θεματολογία. Δέχεται υποβολές, επιλέγει έργα και οργανώνει προβολές με τοπικούς συνεργάτες σε έντεκα διαφορετικές καναδικές πόλεις (το Βανκούβερ, το Γουίνιπεγκ, το Έντμοντον, το Κάλγκαρι, το Λονδίνο, ο Νιαγάρας, η Οττάβα, η Ρετζάινα, το Τορόντο, το Χάλιφαξ και το Χάμιλτον).

Στη διοργάνωση βρίσκουν επίσης χώρο κινηματογραφιστές ελληνικής καταγωγής που ζουν στον Καναδά, ανεξάρτητα από τη γλώσσα των έργων τους αφού «Θέλουμε να δώσουμε στους Καναδούς κινηματογραφιστές ελληνικής καταγωγής μία ευκαιρία να παρουσιάσουν τη δουλειά τους», μας εξηγεί.

Ο Σταν Πάπουλκας με την τιμητική διάκριση που του απονεμήθηκε στην έναρξη του φεστιβάλ. «Το GIFFT είναι κάτι περισσότερο από την παρακολούθηση μιας ταινίας», τονίζει, δίνοντας έμφαση στις συναντήσεις ανθρώπων και πολιτισμών που επιδιώκει να ενθαρρύνει. (credit: Σωτήρης (Σταν) Παπούλκας)

Η ελληνική σύνδεση μίας παραγωγής μπορεί να προκύπτει ακόμη και από τη συμμετοχή ενός Έλληνα ηθοποιού. Αυτό επιτρέπει την υποβολή της, διευκρινίζει, αλλά δεν εξασφαλίζει την επιλογή της. Σύμφωνα με τον ίδιο, «περισσότερες από 300 ταινίες υποβάλλονται κάθε χρόνο στο GIFFT και βάση αυτών πρέπει να διαμορφωθεί ένα πρόγραμμα με διαφορετικά είδη και κινηματογραφικές προτάσεις».

Η αυστραλιανή κωμωδία «Alex & Eve» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της λογικής του. Η σχέση ενός Έλληνα εκπαιδευτικού με μία μουσουλμάνα δικηγόρο και οι αντιδράσεις των οικογενειών τους προσφέρουν, κατά την εκτίμησή του, μία ιστορία που μπορεί να προσελκύσει διαφορετικές γενιές και εθνοπολιτισμικές κοινότητες. Σε άλλο κοινό απευθύνεται η ταινία για τον Άγιο Παΐσιο, για την οποία λέει ότι χρειάστηκαν έξι μήνες προσπαθειών προκειμένου να εξασφαλιστεί η δυνατότητα προβολής της στον Καναδά.

Αντίστοιχα, τον ενδιαφέρει και το νεανικό δράμα, όπως το «Patty is such a girly name». Για να εξηγήσει την επιλογή του, το παραλληλίζει με το «Karate Kid», επισημαίνοντας ότι η διαφορά της συγκεκριμένης ταινίας είναι το άθλημα, τζούντο, έχοντας στο επίκεντρο της ιστορίας μία νεαρή αθλήτρια. Με τέτοιους παραλληλισμούς αναζητά οικεία σημεία αναφοράς για ένα κοινό που έχει μεγαλώσει κυρίως με τον βορειοαμερικανικό κινηματογράφο, τονίζοντας, ότι «Όταν επιλέγω μια ταινία, σκέφτομαι σε ποιο κοινό απευθύνεται».

Η συζήτηση οδηγείται στις συνθήκες με τις οποίες γυρίζονται οι ελληνικές ταινίες. Ο Παπούλκας εκτιμά ότι οι δημιουργοί στην Ελλάδα δυσκολεύονται να βρουν τους απαραίτητους πόρους και συχνά καλύπτουν μέρος του κόστους με δικά τους χρήματα υπογραμμίζοντας πως «Οι κινηματογραφιστές παλεύουν να κάνουν μία καλή ταινία με λίγα χρήματα».

Παράλληλα, παρατηρεί ότι αρκετές ελληνικές παραγωγές ανήκουν στον «κινηματογράφο τέχνης», ο οποίος, κατά την εκτίμησή του, απευθύνεται σε μικρότερο κοινό στον Καναδά. Αποδίδει αυτή τη δυσκολία στο γεγονός ότι πολλοί θεατές που έχουν συνηθίσει τον ρυθμό και τον τρόπο αφήγησης των εμπορικών παραγωγών του χολιγουντιανού κινηματογράφου και λιγότερο με διαφορετικούς, ευρωπαϊκούς, κινηματογραφικούς ρυθμούς και τρόπους αφήγησης.

Το GIFFT φιλοδοξεί να φέρει πιο κοντά τις ελληνικές κοινότητες του Καναδά μέσα από τον κινηματογράφο. Ο Σταν Πάπουλκας θεωρεί σημαντικότερο επίτευγμα της διοργάνωσης την παρουσία της σε 12 πόλεις της χώρας. (credit: Σωτήρης (Σταν) Παπούλκας)

Ο προβληματισμός σε πιο κοινό θα απευθυνθεί το φεστιβάλ είχε προηγηθεί της ίδιας της διοργάνωσης του. Ο Παπούλκας τοποθετεί τις συζητήσεις για την οργάνωσή της στο 2018 ή το 2019, όταν ο ίδιος και οι συνεργάτες του αναζητούσαν πολιτιστικές δραστηριότητες πέρα από τις συναυλίες. Τα κινηματογραφικά φεστιβάλ άλλων εθνοπολιτισμικών κοινοτήτων του Καναδά αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για τη δημιουργία μίας αντίστοιχης ελληνικής κινηματογραφικής παρουσίας. Την ίδια στιγμή, τον απασχολούσε η εξαιρετικά περιορισμένη συνεργασία των ελληνικών κοινοτήτων της χώρας. Η επιθυμία του να δουλέψουν μαζί καθόρισε τον πανκαναδικό προσανατολισμό του όλου εγχειρήματος, υπογραμμίζοντας πως «Προσπαθούσα να βρω τι είδους εκδήλωση θα μπορούσαμε να συνδιοργανώσουμε ώστε να πέσουν τα τείχη και να κάνουμε κάτι μαζί».

Η πολύχρονη τηλεοπτική του διαδρομή τον βοήθησε να προσεγγίσει εταιρείες και κινηματογραφιστές ευκολότερα. Η επέκταση του φεστιβάλ σε διαφορετικές πόλεις απαιτούσε, όμως, ένα άλλο είδος δουλειάς. Τότε ήταν που επικοινώνησε με κοινότητες, εκκλησιαστικούς φορείς και ανθρώπους που γνώριζε, ζητώντας να αναλάβουν μέρος της προσπάθειας στον τόπο τους.

Ξεχωριστή θέση στην αφήγησή του είχε η φιλία του με τον επιχειρηματία και ιδρυτή των Cinespace Film Studios, Νίκο Μιρκόπουλο, με τον οποίο είχαν συζητήσει το ενδεχόμενο να κάνουν μία ταινία μαζί αλλά και τη δημιουργία ιδέα του φεστιβάλ. Ο Νίκος Μιρκόπουλος, όμως, δεν πρόλαβε να δει τη διοργάνωση να πραγματοποιείται. Το όνειρο του, ωστόσο, αποτέλεσε το προσωπικό κίνητρο για τη στήριξη του GIFFT από τον αδελφό του, Στιβ Μιρκόπουλο. Σε συνομιλία, μάλιστα, που είχα μαζί του τον Οκτώβριο του 2025 μου τόνισε ότι «Υποστηρίζω το φεστιβάλ γιατί ήταν όνειρο του Νίκου».

Κατά τον Στιβ, ο Νίκος διέβλεπε στο φεστιβάλ τη δυνατότητα να εκφραστούν οι δυνάμεις, οι προσδοκίες της ελληνικής κοινότητας και να ενισχυθεί η σχέση της καναδικής Ομογένειας με την Ελλάδα. Η τέχνη και η κινηματογραφική αφήγηση συνδέονταν άρρηκτα με τη διατήρηση της ταυτότητας και της συλλογικής μνήμης των Ελλήνων. Ο Παπούλκας, σε αυτό το σημείο, μου τόνισε ότι ο Στιβ Μιρκόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του GIFFT από τη στιγμή που αναφέρθηκε σε αυτό.

Η πρώτη διοργάνωση πραγματοποιήθηκε το 2021, εν μέσω της πανδημίας της COVID-19, παρά τους αρχικούς δισταγμούς για το αν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Όπως θυμάται ο ίδιος, «δεν είχαν όλες οι ταινίες την ίδια ανταπόκριση», αλλά η συνολική εμπειρία τον ενθάρρυνε να συνεχίσει.

Όταν τον ρώτησα πιο θεωρεί το σημαντικότερο επίτευγμα της όλης διαδρομής του φεστιβάλ, στάθηκε στο εύρος της συνδιοργάνωσης, λέγοντας «Το ότι το κάνουμε σε έντεκα πόλεις ταυτόχρονα λέει πολλά». Η παρουσία αυτή στηρίζεται στις τοπικές ομάδες που αναλαμβάνουν την οργάνωση των εκδηλώσεων, την ενημέρωση αλλά και την προσέλκυση του κοινού. Το Βανκούβερ, κατά τον ίδιο, είναι μία από τις πόλεις με την ισχυρότερη παρουσία του φεστιβάλ, κάτι που αποδίδει τη συνέπεια και τη δραστηριότητα των τοπικών συνεργατών.

Η Ρετζάινα από την άλλη αποτέλεσε τη μεγαλύτερη έκπληξη των πρώτων χρόνων. Παρά το μικρό μέγεθος της ελληνικής κοινότητας, όπως το περιγράφει, οι διοργανωτές κατάφεραν να κινητοποιήσουν και μη Έλληνες θεατές. «Το προώθησαν εξαιρετικά καλά και έφεραν τον κόσμο», σημειώνει. Η εμπειρία αυτή του έδειξε ότι ακόμη και μία μικρή κοινότητα μπορεί να προσελκύσει περισσότερο κόσμο, υπό την προϋπόθεση ότι οργανών ει και προβάλει αποτελεσματικά τις εκδηλώσεις της.

Το επόμενο βήμα είναι η από κοινού δημιουργία ευκαιριών συνάντησης διαφορετικών εθνοπολιτισμικών κοινοτήτων μέσα από την τέχνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνεργασία του GIFFT με το ουγγρικό κινηματογραφικό φεστιβάλ του Τορόντο για την κοινή παρουσίαση της ταινίας «Hen» του Ούγγρου σκηνοθέτη Γκιόργκι Πάλφι με έλληνες ηθοποιούς Γιάννης Κοκιασμένος, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Αργύρη Πανταζάρα, Μαχμούτ Μπαμέρνι, Χρόνη Μπαρμπαριάν, Αντώνη Καφετζόπουλο, Νίκο Καττή, Δημήτρη Πελέκη και τον Αντώνη Τσιοτσιόπουλο. Το ενδιαφέρον για την ταινία έδωσε το περιεχόμενο στο ερώτημά του «Γιατί να μη φέρουμε τις κοινότητές μας μαζί για να παρουσιάσουμε την ταινία;». Η συνεργασία προβλέπει την πρόσκληση των θεατών των δύο καναδικών κοινοτήτων στην ίδια προβολή.

Ανάλογη σημασία αποδίδει στις συναντήσεις του κοινού με τους δημιουργούς. Στο μήνυμά του για τη φετινή διοργάνωση αναφέρει μεταξύ των προσκεκλημένων τον Ορέστη Χαλκιά, γνωστό από τη σειρά «Maestro in Blue», για τη βορειοαμερικανική πρεμιέρα του «The Christmas Carols», τον σκηνοθέτη Σερίφ Φράνσις για την ταινία έναρξης «Last call» και τη Φιλίππα Καγιέ, πρωταγωνίστρια του «Patty is such a girly name».

Η παρουσία τους δίνει στους θεατές τη δυνατότητα να ρωτήσουν, να συζητήσουν και να γνωρίσουν τους ανθρώπους πίσω από το έργο. Ο Παπούλκας πιστεύει ότι για έναν νέο Ελληνοκαναδό αυτή η επαφή μπορεί να αποτελέσει αφετηρία βαθύτερου ενδιαφέροντος για τη σύγχρονη ελληνική πολιτιστική δημιουργία. Παρατηρεί, άλλωστε, ότι η αναγνωρισιμότητα της σειράς «Maestro in blue» έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον για ελληνικές παραγωγές.

Για τον ίδιο, η σχέση με τη νέα γενιά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μέσα από τη στήριξη νέων δημιουργών ελληνικής καταγωγής. Όπως αναφέρει, νέοι κινηματογραφιστές από διαφορετικά μέρη του Καναδά υποβάλλουν τις ταινίες τους στο GIFFT αναζητώντας την ευκαιρία να παρουσιάσουν τη δουλειά τους και να αποκτήσουν αναγνώριση. «Η ελπίδα μου είναι να γνωρίσουμε αυτούς τους νέους κινηματογραφιστές», λέει, εξηγώντας ότι επιδιώκει να τους φέρει σε επαφή με κινηματογραφιστές στην Ελλάδα, ώστε να συνεργαστούν. Σε αυτό το πλαίσιο, τα προγράμματα μικρού μήκους, οι εκδηλώσεις για νέους και οι συναντήσεις επαγγελματικής δικτύωσης υπηρετούν έναν κοινό στόχο, να προκύψουν κοινά σχέδια και συμπαραγωγές.

Το πρόγραμμα του GIFFT περιλαμβάνει επίσης έργα που συνδέουν την κινηματογραφική τέχνη με την ιστορική μνήμη. Το ντοκιμαντέρ «Caught in the Crossfire» αναφέρεται στους Καναδούς στρατιωτικούς που υπηρέτησαν στην ειρηνευτική αποστολή στην Κύπρο.

Το φεστιβάλ τιμά επίσης τον Παντελή Βούλγαρη για τη συμβολή του στον ελληνικό κινηματογράφο με την προβολή μίας ταινίας για τον ίδιο. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνεται και η «Σπασμένη φλέβα» που είναι και η επίσημη πρόταση της Ελλάδας για την κατηγορία Διεθνών Ταινιών Μεγάλου Μήκους των Όσκαρ, του Γιάννη Οικονομίδη, ενώ για την τελευταία ημέρα της διοργάνωσης, στις 4 Οκτωβρίου, έχει προγραμματιστεί η προβολή της ταινίας «Άγιος Παΐσιος».

Στο ερώτημα του «Εθνικού Κήρυκα» αν το φεστιβάλ έχει εξελιχθεί και σε μία μορφή άτυπης πολιτιστικής διπλωματίας, ο Πάπουλκας απαντά «Είναι λίγο απ’ όλα». Εξηγεί ότι εξαρχής ήθελε οι προβολές να συνοδεύονται από πολιτιστικές δράσεις, συναντήσεις και αφιερώματα που βοηθούν να μη λησμονούνται άνθρωποι και γεγονότα. Επαναλαμβάνοντάς μας επεσήμανε πως «Το GIFFT είναι κάτι περισσότερο από την παρακολούθηση μιας ταινίας» καθώς το φεστιβάλ επιδιώκει τη διάδοση και τη διατήρηση του ελληνικού πολιτισμού μέσα από την τέχνη και την ψυχαγωγία, με έμφαση στον ζωντανό και εξελισσόμενο χαρακτήρα του.

Στην έναρξη της φετινής διοργάνωσης, ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο, Ιωάννης Χατζαντωνάκης, και η πολιτιστική σύμβουλος του Γενικού Προξενείου, Δρ Μαριλένα Γρίβα, απένειμαν στον Παπούλκα τιμητική διάκριση για τη συμβολή του στην προώθηση του ελληνικού κινηματογράφου στο Τορόντο.

Η συζήτηση στο τέλος στράφηκε στο μέλλον του φεστιβάλ. Ο ίδιος θέλει να αναπτύξει όσα έχουν ήδη αρχίσει. Φαντάζεται ένα ευρύτερο πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων γύρω από τις ταινίες, περισσότερες συναντήσεις και στενότερη συνεργασία ανάμεσα σε δημιουργούς της Ελλάδας και του Καναδά και η προοπτική αυτή, ωστόσο, προϋποθέτει ανθρώπους που θα αναλάβουν τη δουλειά. Και αυτός ο κρίκος είναι που τον ανησυχεί περισσότερο.

«Ποιος θέλει να το κάνει αυτό;» αναρωτιέται, περιγράφοντας την καθημερινότητα της διοργάνωσης. «Ποιος θα εργάζεται χωρίς αμοιβή, επτά ημέρες την εβδομάδα, με ημέρες που φθάνουν τις δώδεκα ώρες;» Αναγνωρίζει τη συμβολή όσων προσφέρουν εθελοντικά, αλλά έχει δει συνεργάτες να διαπιστώνουν ότι ο όγκος της εργασίας ξεπερνά όσα μπορούν να αναλάβουν.

Από την επικοινωνία του με διοργανωτές ελληνικών κινηματογραφικών φεστιβάλ σε άλλες χώρες διαπιστώνει ότι η κόπωση και η αναζήτηση διαδόχων απασχολούν και άλλους συναδέλφους του. Οι περιορισμένοι οικονομικοί πόροι δυσκολεύουν, παράλληλα, τη στελέχωση των διοργανώσεων με αμειβόμενους επαγγελματίες.

Η ανησυχία του δεν αναιρεί τα σχέδια για την ανάπτυξη του GIFFT. Δείχνει, όμως, πόσο εξαρτάται η πραγματοποίησή τους από ανθρώπους πρόθυμους να επενδύσουν χρόνο και προσωπική εργασία. Για τον Πάπουλκα, η διαδοχή θα έχει νόημα εφόσον διατηρηθεί και ο σκοπός που έφερε αυτούς τους ανθρώπους μαζί. «Αν έχω μια ανησυχία, είναι ποιος θα αναλάβει. Ποιος θα θελήσει να συνεχίσει κρατώντας την αποστολή του φεστιβάλ».


Πηγή: www.ekirikas.com

Σχετικές αναρτήσεις

Tελετή ενθρόνισης του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου (Βίντεο & Φωτογραφίες) | ekirikas.com

mera24

Χειροθεσία δεκαπέντε Αναγνωστών από τον Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Μακάριο στο Σίδνεϊ | ekirikas.com

mera24

Ξεκινήστε το Σαββατοκύριακο του Labor Day με την προβολή της ταινίας «King Otto» στις 4 Σεπτεμβρίου στο Greenport της Νέας Υόρκης | ekirikas.com

mera24
Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας τότε συναινείτε σε αυτό. View more
Accept