Υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντιμετωπίζουν την ιστορία ως μια απλή καταγραφή γεγονότων, αλλά ως προσωπικό χρέος απέναντι στους νεκρούς, στους ξεριζωμένους και στις γενιές που έρχονται. Ο καθηγητής Θεοφάνης Μαλκίδης ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που κουβαλούν τον Πόντο όχι μόνο στη μνήμη, αλλά στον λόγο, στην έρευνα και στη δημόσια παρουσία τους. Με σταθερή φωνή, χωρίς εκπτώσεις και χωρίς φόβο απέναντι στις πολιτικές σκοπιμότητες, εδώ και δεκαετίες δίνει έναν διαρκή αγώνα για τη διεθνοποίηση και τη δικαίωση της Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Ανατολής.
Γεννημένος στην Αλεξανδρούπολη από οικογένεια επιζώντων της Γενοκτονίας και των Ολοκαυτωμάτων της Κατοχής, μετέτρεψε το οικογενειακό τραύμα σε επιστημονική αποστολή και ιστορική ευθύνη. Διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών, υπήρξε από τους ανθρώπους που συνέβαλαν καθοριστικά στη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων το 2007.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Περιοδικό» του «Εθνικού Κήρυκα», μιλά χωρίς περιστροφές για την ιστορική αλήθεια, τη διεθνή σιωπή, τις γεωπολιτικές ισορροπίες και την ανάγκη η μνήμη να παραμείνει ζωντανή όχι ως τελετουργία, αλλά ως πράξη ευθύνης και συνέχειας του Ελληνισμού.
Κύριε Μαλκίδη έχετε αφιερώσει μεγάλο μέρος του έργου σας στη διεθνοποίηση του ζητήματος της Γενοκτονίας. Ποια είναι τα πιο ουσιαστικά αποτελέσματα μέχρι σήμερα;
Είναι προφανές ότι η διεθνοποίηση δεν είναι μια στεγνή, απρόσωπη, γραφειοκρατική διαδικασία, αλλά μια ηθική και ιστορική πράξη δικαιοσύνης απέναντι στο ένα εκατομμύριο Ελληνίδες και Έλληνες που έχασαν τη ζωή τους και στο ενάμιση εκατομμύριο που έγιναν πρόσφυγες σε όλον τον κόσμο. Ανάμεσά τους και δικοί μου άνθρωποι, συνεπώς η υποχρέωση, το καθήκον, απέναντί τους, αλλά και η ανθρωπολογία μου, η οντολογία μου, ο αγώνας μου συνδέεται με τη μνήμη και τη δικαίωσή τους.

Είναι πολλές οι σημαντικές στιγμές σ’ αυτή τη δύσκολη πορεία, θεωρώ ως κομβικό σημείο την απόφαση το 2007, της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών, αφού όλοι μας, όλη η επιστημονική κοινότητα του πλανήτη αποφάνθηκε ότι η εξόντωση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, της Θράκης, του Πόντου, είναι Γενοκτονία. Αυτό αφαίρεσε κάθε επιχείρημα από τους αρνητές και αποτέλεσε τη βάση για την υιοθέτηση ψηφισμάτων αναγνώρισης από εθνικά και ομοσπονδιακά κοινοβούλια, πολιτείες και δήμους. Σημαντικό ρόλο στις επιτυχίες είχε ο Ελληνισμός που ζει και δημιουργεί στη Διασπορά και ειδικά στις ΗΠΑ.
Επίσης, ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα είναι ότι σπάσαμε τη σιωπή, την αδιαφορία, την άρνηση. Αναδείξαμε ότι η Γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με αυτή εναντίον των Αρμενίων και των Ασσυρίων ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο των Νεότουρκων και του Κεμαλικού καθεστώτος και η δράση αυτή δίνει τεράστια ισχύ στη φωνή μας διεθνώς.
Ίσως όμως το πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα είναι ότι η νέα γενιά των Ελλήνων δεν αγνοεί πια το μαζικό έγκλημα, παρά τις προσπάθειες να αλλοιωθεί και να παραχαραχθεί η ιστορία προς όφελος μιας δήθεν ελληνοτουρκικής φιλίας. Ο Ελληνισμός πλέον αλλά και πολλοί λαοί, γνωρίζουν ότι η Θράκη, ο Πόντος και η Μικρά Ασία δεν είναι «χαμένες πατρίδες», αλλά ζωντανές μνήμες που απαιτούν δικαιοσύνη.
Ποιο είναι σήμερα το βασικό εμπόδιο στη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας και ποιοι το συντηρούν συνειδητά;
Το εμπόδιο δεν είναι ένα, αλλά ένα πλέγμα συμφερόντων, πολιτικών σκοπιμοτήτων και, δυστυχώς, υποχώρησης στον αγώνα αναγνώρισης.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει η ίδια η Τουρκία, η οποία έχει οικοδομήσει το εθνικό της αφήγημα πάνω στο ψέμα και τη λήθη, αφού η παραδοχή της Γενοκτονίας ισοδυναμεί με την κατάρρευση του Κεμαλισμού. Είναι γνωστή η δαπάνη εκατομμυρίων δολαρίων για lobbying, εξαγοράζοντας συνειδήσεις, έδρες σε πανεπιστήμια και πολιτικές πράξεις, προκειμένου να διαστρεβλωθούν τα γεγονότα.
Παράλληλα η αναγνώριση συχνά προσκρούει στα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. Η Τουρκία χρησιμοποιώντας την πολιτική του «επιτήδειου ουδέτερου» και ως «φύλακας» των συνόρων της Δύσης, πιέζει κυβερνήσεις και κράτη να επιλέγουν τους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου, τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων και τις στρατιωτικές συμμαχίες, από τη δικαιοσύνη…..
Ο Θεοφάνης Μαλκίδης
Ένα επιπλέον εμπόδιο είναι η απουσία ενός μόνιμου φορέα στην Ελλάδα, που θα ασχολείται αποκλειστικά με τη διεθνοποίηση της Γενοκτονίας, όπως ακριβώς έκαναν οι Αρμένιοι, φορέας ο οποίος είναι ο πρωταγωνιστής ων αναγνωρίσεων.
Ίσως όμως το πιο οδυνηρό εμπόδιο βρίσκεται εντός των τειχών με την ύπαρξη μίας μερίδας της διανόησης και της πολιτικής τάξης στην Ελλάδα, που θεωρεί ότι η ανάδειξη της Γενοκτονίας «εμποδίζει» την ελληνοτουρκική προσέγγιση. Είναι κατανοητό ότι αυτός ο ιστορικός αναθεωρητισμός, είναι η χειρότερη μορφή ύβρεως.
Σε ποιο βαθμό η γεωπολιτική ισχύς της Τουρκίας διαμορφώνει τη στάση κρατών που αποφεύγουν να αναγνωρίσουν τα ιστορικά γεγονότα;
Η στάση αυτών των κρατών διαμορφώνεται από τρεις βασικούς πυλώνες της τουρκικής γεωπολιτικής επιρροής:
Ο πρώτος είναι η εργαλειοποίηση από πλευράς της Τουρκίας της θέσης της ως «γέφυρα» μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με τη γεωγραφία να γίνεται το άλλοθι της υποχώρησης έναντι της ηθικής και της αλήθειας.
Ο δεύτερος είναι η οικονομική διάσταση αφού όταν μια χώρα έχει εμπορικές συναλλαγές δισεκατομμυρίων με την Άγκυρα ή προσδοκά να της πουλήσει οπλικά συστήματα, η Γενοκτονία των Ελλήνων και κάθε Γενοκτονία, μετατρέπεται σε «ενοχλητική λεπτομέρεια» που απειλεί τα κέρδη.
Και ο τρίτος είναι το γνωστό το επιχείρημα της «συνοχής της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ», το οποίο λειτουργεί ως απαγορευτικό για κάθε συζήτηση περί δικαιοσύνης. Το είδαμε στην Κωνσταντινούπολη το 1955, στην Κύπρο το 1974, το ζούμε και στην περίπτωση της Γενοκτονίας.
Είναι η άρνηση της Γενοκτονίας μια εναλλακτική ιστορική προσέγγιση ή μια μορφή πολιτικά καθοδηγούμενης παραχάραξης;
Σύμφωνα με τον Γκρέκορι Στάντον (Gregory Stanton), η άρνηση είναι το τελευταίο στάδιο της Γενοκτονίας, με άλλα λόγια είναι η κορύφωση του εγκλήματος.
Πρώτα εξοντώνεις το σώμα, μετά εξαφανίζεις τα ίχνη και τέλος επιχειρείς να δολοφονήσεις τη μνήμη.
Όπως έχει πει και ο Ελί Βιζέλ, ο επιζών του Ολοκαυτώματος, «το να αρνείσαι μια γενοκτονία σημαίνει ότι σκοτώνεις τα θύματα για δεύτερη φορά». Η άρνηση είναι μια πολιτική πράξη επιθετικότητας, συντηρεί την ιδεολογία που οδήγησε στη Γενοκτονία και προετοιμάζει το έδαφος για αντίστοιχες πράξεις στο μέλλον. Όποιος αρνείται το παρελθόν, συνήθως σχεδιάζει να το επαναλάβει. Εμείς ζήσαμε και την ατιμωρησία και την επανάληψη: από την Τραπεζούντα, την Αδριανούπολη και τη Σμύρνη, στο Δίστομο και τα Καλάβρυτα !
Πιστεύετε ότι η ελληνική πολιτεία έχει επιδείξει την απαιτούμενη επιμονή ή έχει υποκύψει σε διπλωματικούς συμβιβασμούς;
Δυστυχώς η Ελληνική Δημοκρατία, έχει επιδείξει διαχρονικά μια στάση που κινείται από την αμηχανία έως την πλήρη υποχώρηση.
Η ελληνική πολιτική εγκλωβισμένη σε ένα φοβικό σύνδρομο, έναντι της Τουρκίας, θεωρεί ότι η ανάδειξη της Γενοκτονίας θα «επιβαρύνει» το κλίμα με την Άγκυρα.
Έτσι απουσιάζουν οι διεθνείς πρωτοβουλίες αναγνώρισης, η εισαγωγή της Γενοκτονίας στην εκπαίδευση, οι ουσιαστικές κινήσεις που αφορούν το μαζικό έγκλημα (π.χ. εθνικό μνημείο, Ινστιτούτο Γενοκτονίας κλπ. ) και έτσι αντί να υλοποιούνται πράξεις ηθικής και πολιτικής, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αρμενίας, η οποία έχει καταστήσει τη Γενοκτονία κεντρικό πυλώνα της εξωτερικής της πολιτικής, η Ελλάδα αντιμετωπίζει το μαζικό έγκλημα ως ένα εσωτερικό, επετειακό, εφήμερο ζήτημα.
Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, μια άτυπη «ιεράρχηση» γενοκτονιών στη διεθνή σκηνή και πώς επηρεάζει αυτή την περίπτωση;
Πράγματι στη διεθνή σκηνή επικρατεί μια άτυπη «ιεράρχηση» των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, η οποία δεν βασίζεται στον αριθμό των θυμάτων ή στην τραγωδία, αλλά στον κυνισμό, στον ψυχρό ρεαλισμό, στην πολιτική και οικονομική ισχύ που εξοντώνει τη μνήμη.
Αυτή η ιεράρχηση επηρεάζει την ανάδειξη της Γενοκτονίας των Ελλήνων, η οποία υποβαθμίζεται ως «τοπική σύγκρουση» ή «εθνοκάθαρση», ή απλώς «πολεμικά γεγονότα». Η Γενοκτονία των Ελλήνων συχνά τοποθετείται σε μια «δεύτερη κατηγορία», επειδή η Τουρκία –σε αντίθεση με τη μεταπολεμική Γερμανία– δεν ηττήθηκε (ηθικά) και δεν απολογήθηκε ποτέ.
Η ιεράρχηση καθορίζεται επίσης από το ποιος είναι ο θύτης και ποιος το θύμα στο σήμερα. Αν ο θύτης είναι ένας στρατηγικός σύμμαχος της Δύσης (όπως η Τουρκία), η Γενοκτονία «υποβαθμίζεται» στην ιεραρχία για να μην διαταραχθούν οι «ισορροπίες». Αν το θύμα δεν έχει ένα ισχυρό, εάν δεν υπάρχει ένα κράτος να υπερασπιστεί το ζήτημα με συνέπεια (όπως δυστυχώς συμβαίνει συχνά με την Ελλάδα που εμφανίζεται φοβική), η αναγνώριση παραμένει χαμηλά στην ιεράρχηση.
Επίσης ενώ διαπιστώνουμε ότι οι διεθνείς οργανισμούς αναγνωρίζουν με ταχύτητα Γενοκτονίες που εξυπηρετούν την τρέχουσα πολιτική ατζέντα (ή απλώς συμφέροντα), για το έγκλημα των Νεότουρκων και των Κεμαλικών εναντίον του Ελληνισμού υπάρχει εκκωφαντική σιωπή.
Πώς απαντάτε σε ακαδημαϊκούς ή πολιτικούς που εξισώνουν θύτες και θύματα στο όνομα της «ισορροπημένης» ιστορίας;
Αυτή η προσέγγιση, δεν είναι «ισορροπία», είναι εξίσωση του εγκλήματος με την αυτοάμυνα, είναι ο τρόπος να δολοφονηθεί η αλήθεια.
Στην ιστορία υπάρχουν πόλεμοι, όπου δύο στρατοί συγκρούονται, και εκεί υπάρχουν ακρότητες εκατέρωθεν. Η Γενοκτονία όμως είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: είναι η μονομερής, συστηματική και κρατικά οργανωμένη εξόντωση αμάχων πληθυσμών, όπως αναφέρει και η σχετική σύμβαση του ΟΗΕ, όπως σημειώνει και ο καθηγητής Λέμκιν ο οποίος εισάγοντας τον ελληνογενή όρο Γενοκτονία, αναφέρθηκε στην περίπτωση των Ελλήνων.
Έτσι χρησιμοποιείται ο όρος «αντικειμενικότητα» ως προπέτασμα για να εξαφανιστούν οι ευθύνες, εξισώνοντας τους άμαχους, τις γυναίκες, τους ηλικιωμένους, τα παιδιά, τους άνδρες στις πορείες θανάτου, με το σχέδιο για τη Γενοκτονία των Ελλήνων.
Σε όσους μιλούν για «κοινό πόνο» και «αμοιβαίες υποχωρήσεις», «ότι δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα» και «πως πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά», η απάντηση είναι ότι η ιστορική αλήθεια δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η «ισορροπημένη ιστορία» είναι το εργαλείο μιας ηττοπαθούς στάσης, η οποία ελπίζει ότι αν χαρίσει τη μνήμη των προγόνων της, θα κερδίσει την ησυχία της. Όμως, η ιστορία διδάσκει ότι η υποχώρηση στην αλήθεια τροφοδοτεί πάντα την επιθετικότητα του θύτη. Η ανάγνωση του Θουκυδίδη για αυτό το ζήτημα θα ήταν πολύ χρήσιμη…
Ποια είναι τα ισχυρότερα τεκμήρια που καθιστούν την άρνηση σήμερα επιστημονικά και ηθικά αβάσιμη;
Η άρνηση της Γενοκτονίας σήμερα δεν είναι απλώς μια ηθική ύβρις, είναι μια επιστημονική παραδοξότητα. Τα τεκμήρια που διαθέτουμε είναι τόσο συντριπτικά που, αν κάποιος τα αγνοήσει, παύει να είναι ερευνητής και γίνεται προπαγανδιστής.
Στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων η τεκμηρίωση είναι συντριπτική. Έτσι όταν κάποιος παραποιεί το οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης, τη συστηματική σφαγή αμάχων, την πορεία θανάτου και τον οργανωμένο λιμό, δεν κάνει ιστορική έρευνα, αλλά προπαγάνδα.
Τα αρχεία των συμμάχων της Τουρκίας (Γερμανικά και Αυστριακά) είναι αδιάψευστα στοιχεία. Τα έγγραφα αποκαλύπτουν με ανατριχιαστική λεπτομέρεια ότι ο στόχος δεν ήταν η «μετακίνηση» πληθυσμών για στρατιωτικούς λόγους, αλλά η ολοκληρωτική εξόντωση, που συνιστούν τον τύπο και την ουσία της Γενοκτονίας.
Επίσης, οι εκθέσεις των Αμερικανών διπλωματών, όπως του πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Χένρι Μοργκεντάου, ο οποίος κατέγραψε ότι «όταν οι τουρκικές αρχές δίνουν τη διαταγή γι’ αυτές τις εκτοπίσεις, δίνουν ουσιαστικά το προσκλητήριο θανάτου για μια ολόκληρη φυλή». Το ίδιο γράφει και Τζορτζ Χόρτον, ο πρόξενος στη Σμύρνη, ο οποίος αναφέρεται όπως ένιωσε ντροπή που ανήκει στο ανθρώπινο γένος για όσα είδε στη μητρόπολη της Μικράς Ασίας, ενώ οι εκθέσεις της Near East Relief καταγράφουν τις πορείες θανάτου, τους ομαδικούς βιασμούς και τη λιμοκτονία των παιδιών.
Επίσης τα αρχεία που έφερε στο φως ο Τανέρ Ακσάμ φανερώνουν την κρατική οργάνωση του εγκλήματος. Η Ειδική Οργάνωση, ο παρακρατικός μηχανισμός στελεχωμένος από εγκληματίες με σκοπό τη σφαγή των αμάχων, αποδεικνύει τον κεντρικό σχεδιασμό, ενώ ο Νόμος περί Εκτοπίσεων, δείχνει τη νομική κάλυψη που δόθηκε για τη δήμευση των περιουσιών και τον εκτοπισμό των Ελλήνων, αποτελώντας το «αποτύπωμα» του θύτη πάνω στο έγκλημα. Είναι σημαντικό εδώ να τονιστεί ότι το μνημειώδες έργο του καθηγητή Κ. Φωτιάδη είναι αποκαλυπτικό, αφού τα χιλιάδες στοιχεία τεκμηριώνουν το μαζικό έγκλημα.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η άρνηση είναι αβάσιμη, καταρρέει γιατί παρόλα τα στοιχεία, στηρίζεται και στοχεύει στη συλλογική λήθη. Όταν υπάρχουν εκατομμύρια απόγονοι προσφύγων που φέρουν τη μνήμη και το τραύμα της σφαγής, όταν υπάρχουν οι μαρτυρίες, η άρνηση δεν είναι απλώς ψεύδος, είναι η συνέχεια της γενοκτονικής βούλησης.
Υπάρχει περιθώριο ουσιαστικού διαλόγου με την τουρκική κοινωνία ή η άρνηση παραμένει δομικό στοιχείο κρατικής πολιτικής;
Η άρνηση είναι το δομικό στοιχείο, το θεμέλιο, ο πυρήνας, δημιουργίας του τουρκικού κράτους, με άλλα λόγια δεν είναι μια απλή, εφήμερη, πρόσκαιρη πολιτική επιλογή, είναι η γενετική ταυτότητα της Τουρκίας, η οποία οικοδομήθηκε πάνω στα συντρίμμια του Ελληνισμού και των άλλων εθνών.
Αν η Τουρκία παραδεχθεί τη Γενοκτονία, παραδέχεται ταυτόχρονα ότι ο Κεμάλ, οι Νεότουρκοι, ο Τοπάλ Οσμάν, ο Νουρεντίν Πασά, ο Ισμέτ Ινονού και τα άλλα «πρότυπα» του σύγχρονου τουρκικού κράτος ήταν εγκληματίες και ότι η οικονομική του βάση στηρίχθηκε στη λεηλασία των περιουσιών των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Επομένως, σε επίπεδο κράτους, η άρνηση παραμένει και θα παραμείνει αδιαπραγμάτευτη.
Αλλά και στην τουρκική κοινωνία υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα. Από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο, ο Τούρκος πολίτης διδάσκεται ένα αφήγημα όπου η Τουρκία είναι πάντα το «θύμα» των μεγάλων δυνάμεων και των «προδοτών» Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων, Κούρδων κλπ. Ωστόσο, υπάρχει ένα μικρό αλλά θαρραλέο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας —διανοούμενοι, ακτιβιστές, ιστορικοί— που αναζητά την αλήθεια. Αυτοί οι άνθρωποι διώκονται, φυλακίζονται ή αναγκάζονται να ζουν στην εξορία. Αυτούς τους έζησα, τους ζω, για πάρα πολλά χρόνια και το 2016 συμμετείχαμε στο πρώτο και μοναδικό μέχρι σήμερα Συνέδριο που έγινε στην Άγκυρα για τη Γενοκτονία. Ήταν μία ιστορική στιγμή γιατί αποδείχτηκε ότι η τουρκική κοινωνία μπορεί να νικήσει το φόβο, την προπαγάνδα, την άρνηση.
Εδώ θα είμαι ακόμη πιο συγκεκριμένος γιατί πρέπει να δούμε, επιτέλους, πράξεις: προσβλέπω στην ημέρα που ένας Τούρκος πρόεδρος, υπουργός, θα καταθέσει ένα στεφάνι στο εθνικό μνημείο Γενοκτονίας, ζητώντας συγγνώμη, προχωρώντας στην επανόρθωση, στην αποζημίωση, στη δικαιοσύνη. Περιμένω δηλαδή να ακολουθήσει η Τουρκία το παράδειγμα του καγκελάριου Βίλυ Μπραντ που γονάτισε στο μνημείο του Ολοκαυτώματος…
Όταν η αναγνώριση υποχωρεί μπροστά σε συμφέροντα, τι σημαίνει αυτό για την αξιοπιστία της διεθνούς δικαιοσύνης;
Με την παραπάνω θλιβερή παραδοχή αγγίζουμε την πιο σκοτεινή πτυχή της σύγχρονης διεθνούς πραγματικότητας. Όταν η ιστορική αλήθεια και η αναγνώριση της Γενοκτονίας θυσιάζονται στον βωμό των γεωπολιτικών και οικονομικών, ακόμη και προσωπικών συμφερόντων, που παρουσιάζονται ως κρατικά, το μήνυμα είναι τρομακτικό: Η διεθνής δικαιοσύνη δεν είναι αξιακό σύστημα, αλλά ένα εμπόρευμα με μεταβαλλόμενη τιμή, ένα χρηματιστηριακό προϊόν…..
Έτσι όταν ένας θύτης, όπως η Τουρκία, βλέπει ότι μπορεί να διαπράττει εγκλήματα και στη συνέχεια να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική της θέση ή την αγορά της για να επιβάλει τη σιωπή, τότε η διεθνής δικαιοσύνη παύει να λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας. Αν ο θύτης δεν τιμωρηθεί -ηθικά μέσω της αναγνώρισης- τότε το μήνυμα προς κάθε επίδοξο γενοκτόνο του μέλλοντος είναι: «Μπορείς να το κάνεις, αρκεί να είσαι χρήσιμος στους ισχυρούς».
Έτσι το σύνθημα «ποτέ ξανά», μετατρέπεται σε ένα κενό περιεχομένου επικοινωνιακό αφήγημα. Αν η διεθνής κοινότητα επιλέγει ποιες γενοκτονίες θα αναγνωρίσει με βάση τα συμβόλαια των εξοπλιστικών προγραμμάτων ή τις ενεργειακές συμφωνίες, τότε η ηθική βάση του ανθρώπινου πολιτισμού καταρρέει. Η δικαιοσύνη που εφαρμόζεται επιλεκτικά, δεν είναι δικαιοσύνη, είναι σκοπιμότητα.
Έτσι είναι πρόδηλο ότι ο ΟΗΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Διεθνή Δικαστήρια χάνουν το ηθικό τους έρεισμα στα μάτια και τη συνείδηση της ανθρωπότητας. Όταν οι πολίτες βλέπουν ότι οι αποφάσεις των διεθνών οργανισμών (παρα)κάμπτονται μπροστά σε εκβιασμούς, τότε οδηγούνται στον κυνισμό και την απαξίωση της πολιτικής. Αυτό δημιουργεί έναν κόσμο πιο επικίνδυνο, όπου η ισχύς του δυνατού αντικαθιστά οριστικά την ισχύ του δικαίου.
Για εμάς που αγωνιζόμαστε για την αναγνώριση της Γενοκτονίας, οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν πρέπει να μας οδηγούν στην παραίτηση, αλλά στην ένταση του αγώνα.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι η διεθνής δικαιοσύνη δεν αποδίδεται αυτόματα, επιβάλλεται από τα έθνη, τους ανθρώπους που έχουν μνήμη, επιβάλλεται από κράτη που έχουν αξιοπρέπεια και ηθική στάση και από μια διανόηση που δεν σιωπά.
Συνεπώς ότι η αξιοπιστία της διεθνούς δικαιοσύνης θα αποκατασταθεί μόνο όταν η αναγνώριση του εγκλήματος κατά του Ελληνισμού γίνει χωρίς αστερίσκους και χωρίς «ναι μεν αλλά». Μέχρι τότε, η διεθνής κοινότητα θα παραμένει υπόλογη απέναντι στην ανθρωπότητα, υπόλογη απέναντι σε έναν πυλώνα της που είναι ο Ελληνισμός.
Τι συνιστά πραγματική δικαίωση: η διεθνής αναγνώριση, η πολιτική συγγνώμη ή η διατήρηση της ιστορικής μνήμης ως πράξη αντίστασης;
Η ερώτηση συνοψίζει όλη την αγωνία αλλά και την ελπίδα του αγώνα μας. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, διότι η δικαίωση είναι μια διαδικασία, όπως έλεγε ο αείμνηστος Μιχάλης Χαραλαμπίδης, ο πρωταγωνιστής της αναγνώρισης, η οποία εξελίσσεται στο πολιτικό, στο διεθνές και στο εσωτερικό-υπαρξιακό επίπεδο.
Η διεθνής αναγνώριση είναι το απαραίτητο εργαλείο. Είναι η σφραγίδα που βάζει τέλος στην τουρκική ατιμωρησία και μετατρέπει το ζήτημα από αυτολύπηση, αυτοτιμωρία, τραύμα του έθνους μας, σε έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Χωρίς αυτήν την αναγνώριση, η Τουρκία, ο θύτης παραμένει ελεύθερος να επαναλάβει τις πράξεις του. Είναι η θωράκιση του μέλλοντός μας μέσα από την επίσημη παραδοχή του παρελθόντος.
Μια ειλικρινής συγγνώμη από την πλευρά του θύτη και όχι μια τυπική δήλωση σκοπιμότητας, αλλά μια συγγνώμη που συνοδεύεται από την αναθεώρηση των σχολικών βιβλίων στην Τουρκία, την αποκατάσταση της αλήθειας, την επανόρθωση, την αποκατάσταση, την αποζημίωση, όπως άλλωστε προβλέπεται από το δίκαιο, θα αποτελούσε την κάθαρση. Είναι η στιγμή που ο θύτης παύει να ταυτίζεται με τον δολοφόνο και αποφασίζει να επιστρέψει στην οικογένεια των πολιτισμένων εθνών, αφήνει δηλαδή οριστικά την περίοδο της βαρβαρότητας και ξαναγίνεται άνθρωπος.
Η βαθύτερη όμως και πιο ουσιαστική δικαίωση βρίσκεται στην ανάδειξη και διατήρηση της ιστορικής μνήμης ως πράξη αντίστασης.
Ο στόχος της Γενοκτονίας δεν ήταν μόνο να σκοτώσει τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, αλλά να εξαφανίσει κάθε ίχνος του πολιτισμού τους. Όσο εμείς θυμόμαστε, όσο μελετάμε την ιστορία, όσο αγωνιζόμαστε για τον Πόντο, τη Θράκη, τη Μικρά Ασία, ο ατιμώρητος γενοκτόνος αποτυγχάνει.
Η μνήμη δεν είναι ένα μουσείο νεκρών λέξεων, είναι η δύναμη που μας κρατά όρθιους, είναι η συνείδηση ότι είμαστε συνεχιστές ενός πολιτισμού που άντεξε τη βία, τη δίωξη, το βιασμό, το θάνατο.
Εν τέλει, η μνήμη παραμένει η μοναδική οδός προς την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την αναγνώριση.
Πηγή: www.ekirikas.com