Μια νέα μελέτη του University College London (UCL), που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Innovation in Aging, έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη βαρύ τίμημα στις οικονομικές ανισότητες: τη γνωστική γήρανση. Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα άτομα που βιώνουν επίμονες οικονομικές δυσκολίες κατά τη διάρκεια της ζωής τους εμφανίζουν ταχύτερη γνωστική έκπτωση και χειρότερη υγεία του εγκεφάλου στη μετέπειτα ζωή, ανεξάρτητα από τη μόρφωση ή τις γνωστικές ικανότητες της παιδικής ηλικίας.
Η έρευνα ανέλυσε δεδομένα από 2.759 άτομα του Ηνωμένου Βασιλείου που συμμετείχαν στην MRC National Survey of Health and Development, τη μακροβιότερη εν εξελίξει μελέτη κοόρτης παγκοσμίως. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν για το εισόδημα και τις οικονομικές δυσκολίες τους σε τρεις κρίσιμες ηλικιακές περιόδους: στα 26, 43 και 53 έτη.
Ως άτομα με επίμονα χαμηλό εισόδημα χαρακτηρίστηκαν όσοι ανήκαν στο χαμηλότερο 20% του πληθυσμού σε τουλάχιστον δύο από τις τρεις μετρήσεις – μια ομάδα που αντιστοιχούσε στο 16% των συμμετεχόντων, δηλαδή περίπου έναν στους έξι.
Παράλληλα, ως άτομα με επίμονη οικονομική δυσχέρεια (δηλαδή δυσκολία να τα βγάλουν πέρα με το εισόδημά τους ή να πληρώσουν λογαριασμούς) χαρακτηρίστηκαν όσοι ξεπέρασαν το σχετικό όριο σε τουλάχιστον δύο φορές μεταξύ των ηλικιών 36 και 53 ετών – περίπου το 12% των συμμετεχόντων, δηλαδή ένας στους οκτώ.
Τα ευρήματα: Πώς η φτώχεια “χτυπάει” τον εγκέφαλο
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα που βίωσαν είτε επίμονες οικονομικές δυσκολίες είτε σταθερά χαμηλό εισόδημα κατά την πρώιμη και μέση ενήλικη ζωή είχαν χαμηλότερες επιδόσεις σε γνωστικά τεστ λεκτικής μνήμης και ταχύτητας επεξεργασίας πληροφοριών έως την ηλικία των 53 ετών.
Ακόμη πιο ανησυχητικά ήταν τα ευρήματα από την υποομάδα συμμετεχόντων που υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου σε ηλικίες 69-71 ετών: όσοι είχαν επίμονα χαμηλό εισόδημα παρουσίαζαν μεγαλύτερη εγκεφαλική ατροφία, ένα σημάδι επιταχυνόμενης γήρανσης του εγκεφάλου.
Οι συσχετίσεις αυτές παρέμειναν ισχυρές ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως οι γνωστικές ικανότητες στην παιδική ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες κατά την παιδική ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική πίεση από μόνη της ασκεί ανεξάρτητη επιβαρυντική επίδραση στον εγκέφαλο, ανεξάρτητα από την αφετηρία του ατόμου.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο
Η έρευνα ανέδειξε ότι η σχέση μεταξύ οικονομικής δυσπραγίας και χειρότερης εγκεφαλικής υγείας ήταν ιδιαίτερα έντονη:
- Στους άνδρες,
- Στα άτομα που είχαν βιώσει μειονεκτικές συνθήκες στην παιδική ηλικία,
- Και σε όσους έφεραν τη γενετική παραλλαγή APOE-ε4, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ.
- Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς υποδηλώνει ότι οι οικονομικές ανισότητες δρουν συνεργικά με άλλους παράγοντες κινδύνου, πολλαπλασιάζοντας τις επιπτώσεις τους σε ήδη ευάλωτες ομάδες.
Γιατί η οικονομική πίεση “γερνάει” τον εγκέφαλο
Οι ερευνητές προτείνουν δύο κύριους μηχανισμούς για να εξηγήσουν αυτή τη σύνδεση:
- Χρόνια φλεγμονή: Το παρατεταμένο στρες που προκαλείται από την οικονομική ανασφάλεια οδηγεί σε χρόνια φλεγμονή, η οποία είναι γνωστό ότι επιταχύνει τη γήρανση του εγκεφάλου.
- Γνωστικό φορτίο: Η συνεχής ανησυχία για τα οικονομικά καταναλώνει νοητικούς πόρους, αφήνοντας λιγότερη διανοητική ικανότητα διαθέσιμη για άλλες γνωστικές λειτουργίες, όπως η μνήμη και η ταχύτητα σκέψης.
Ένα ενδιαφέρον, σχεδόν παράδοξο, εύρημα ήταν ότι η απόδοση σε τεστ μνήμης των ατόμων που αντιμετώπισαν οικονομικές δυσκολίες επιδεινώθηκε βραδύτερα μεταξύ των ηλικιών 53 και 69 ετών, σε σύγκριση με όσους δεν είχαν βιώσει οικονομική πίεση. Όπως εξηγούν οι ερευνητές, αυτό πιθανότατα οφείλεται στο γεγονός ότι η μεγαλύτερη γνωστική έκπτωση είχε ήδη συμβεί πριν από την ηλικία των 53 ετών – δηλαδή η οικονομική πίεση είχε ήδη προκαλέσει τη ζημιά.
Το ευρύτερο μήνυμα
Η μελέτη αναδεικνύει μια σημαντική διάσταση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων που συχνά παραβλέπεται: η φτώχεια δεν είναι μόνο θέμα υλικών στερήσεων, αλλά έχει βιολογικές συνέπειες που αποτυπώνονται κυριολεκτικά στον εγκέφαλο.
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής ερευνητής, Δρ. Andrew Steptoe: «Η μελέτη μας δείχνει ότι η οικονομική δυσπραγία στη μέση ηλικία μπορεί να έχει μόνιμες επιπτώσεις στην υγεία του εγκεφάλου. Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της κοινωνικής προστασίας και των πολιτικών που μειώνουν την οικονομική ανασφάλεια, όχι μόνο για την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και για τη δημόσια υγεία».
Τα ευρήματα έρχονται να προστεθούν στην ήδη ισχυρή βιβλιογραφία που συνδέει το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο με τη γνωστική υγεία, τονίζοντας ότι η πρόληψη της άνοιας και της γνωστικής έκπτωσης ξεκινά πολύ πριν από τα γηρατειά – και περιλαμβάνει πολιτικές που αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες της ανισότητας.
Για τους κλινικούς γιατρούς και τους φορείς χάραξης πολιτικής, το μήνυμα είναι σαφές: η αξιολόγηση του γνωστικού κινδύνου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις γενετικές και ιατρικές παραμέτρους, αλλά και το κοινωνικοοικονομικό ιστορικό του ατόμου.
Η έγκαιρη αναγνώριση ατόμων που βιώνουν επίμονη οικονομική πίεση και η παροχή υποστήριξης –ψυχολογικής, κοινωνικής και οικονομικής– θα μπορούσε να αποτελέσει μια αποτελεσματική, αν και έμμεση, στρατηγική πρόληψης της γνωστικής έκπτωσης.
Πηγή: www.zougla.gr