Ο Πάνος Λιάκος ανήκει στη νέα γενιά κριτικών κινηματογράφου που συνδυάζουν τη βαθιά θεωρητική γνώση με μια ζωντανή, σύγχρονη ματιά πάνω στην τέχνη του σινεμά. Ως κριτικός, κλασικός φιλόλογος και μεταφραστής, προσεγγίζει τις ταινίες με ευρύτητα σκέψης και πολιτισμική ευαισθησία, ενώ η ακαδημαϊκή του πορεία – ως υποψήφιος διδάκτορας στις Σπουδές Κινηματογράφου στο University of West London και απόφοιτος της NYU Tisch School of the Arts, ενισχύει ακόμη περισσότερο τη διεισδυτικότητα της γραφής του.
Η κριτική του ξεχωρίζει για την ισορροπία ανάμεσα στην ανάλυση και την αφηγηματική ροή. Καταφέρνει να ερμηνεύει σύνθετα κινηματογραφικά στοιχεία χωρίς να χάνει την αμεσότητα, προσφέροντας στον αναγνώστη όχι μόνο πληροφόρηση αλλά και μια ουσιαστική εμπειρία ανάγνωσης. Με λόγο καθαρό, ευφυή και καλλιεργημένο, αναδεικνύει τόσο τα αισθητικά όσο και τα θεματικά επίπεδα κάθε ταινίας.
«Good Luck, Have Fun, Don’t Die»: Ο Gore Verbinski αστοχεί σε μια σατιρική υπερπαραγωγή
Του Πάνου Λιάκου
Το «Good Luck, Have Fun, Don’t Die» ξεκινά σαν ένα παλιό, κλασικό αστείο και στη συνέχεια προσπαθεί να εξελιχθεί ταυτόχρονα σε δύο πράγματα: μια σάτιρα για την ανεξέλεγκτη κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης και ένα κοινωνικό σχόλιο για την κουλτούρα των όπλων στην Αμερική. Με ένα σενάριο του Μάθιου Ρόμπινσον (Matthew Robinson) που διατηρεί ακόμη το «DNA» ενός τηλεοπτικού πιλότου (καθώς αρχικά είχε σχεδιαστεί ως εισαγωγικό επεισόδιο σειράς), ο Γκρέγκορ Τζάστιν «Γκορ» Βερμπίνσκι (Gore Verbinski) επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο χιούμορ και τις εναλλαγές σκηνοθετικού ύφους – επιστημονική φαντασία, zombie movie, κοινωνικό δράμα. Το αποτέλεσμα είναι… άνισο.
Μια νύχτα, σε ένα κλασικό diner του Λος Άντζελες, ένας άντρας από το μέλλον εισβάλλει, αναζητώντας μια ομάδα που θα μπορέσει να σταματήσει την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο Σαμ Ρόκγουελ (Sam Rockwell), χαμαιλεοντικός όπως πάντα, αποδίδει τον εναρκτήριο μονόλογο με άμεση ένταση – «φιλτράροντας» την ερμηνεία του μέσα από αυτό το «μελλοντικό» κοστούμι σαν να είναι δεύτερη φύση. Ωστόσο, η υπερβολή του σεναρίου, σε συνδυασμό με την τάση του Βερμπίνσκι για επικές αφηγηματικές κορυφώσεις, οδηγεί σε επαναλήψεις και σε μια αίσθηση αφηγηματικής περιπλάνησης για τον θεατή.
Για να είμαστε δίκαιοι, η επανάληψη είναι εν μέρει ενσωματωμένη στην ίδια την ιδέα: ο άνθρωπος από το μέλλον έχει επαναλάβει αυτή τη διαδικασία στρατολόγησης πάνω από εκατό φορές. Όταν η ταινία αρχίζει να εστιάζει σε ζευγάρια και υποομάδες μέσα στο σύνολο, σκιαγραφεί έναν κόσμο όπου η τεχνολογία έχει ήδη μετατρέψει τη νέα γενιά σε «ζόμπι», ενώ η σχολική βία οδηγεί όλο και περισσότερους γονείς στο να κλωνοποιούν τα χαμένα τους παιδιά. Ο Μάικλ Πένια (Michael Peña) και η Τζούνο Τεμπλ (Juno Temple) είναι σωστά επιλεγμένοι για να αποδώσουν αυτή τη γήινη, «καθημερινή» διάσταση των παράλογων αυτών σεναρίων, ακόμη κι αν το κωμικό timing σε αυτές τις ενότητες δεν λειτουργεί πάντα.
Όταν το μέλλον συγκρούεται ουσιαστικά με το παρόν, εξακολουθούν να υπάρχουν στιγμές διασκέδασης – ιδιαίτερα στον ηχητικό σχεδιασμό και στα οπτικά εφέ, που παραπέμπουν από τη μία στον Σπίλμπεργκ (Spielberg) και από την άλλη στη μυθολογία του «Godzilla». Ωστόσο, η επιφυλακτικότητα του υλικού, σε συνδυασμό με μια δεύτερη πράξη που γίνεται μονταζιακά χαοτική (Craig Wood), αφήνει την αίσθηση του ανεκμετάλλευτου. Αναρωτιέται κανείς τι θα μπορούσε να είχε προκύψει αν το project βρισκόταν στα χέρια του Μπουτς Ράιλι (Boots Riley) («Sorry to Bother You»). Ναι: η επανάσταση αναβάλλεται επ’ αόριστον.
«Project Hail Mary»: Ο Ryan Gosling βρίσκει την ανθρωπιά, έτη φωτός μακριά από τη Γη
Του Πάνου Λιάκου

Στον πυρήνα του «Project Hail Mary» βρίσκεται μια απρόσμενη φιλία -ανάμεσα στον Ράιαν Γκόσλινγκ (Ryan Gosling, πιο «έτοιμος για star vehicle» από ποτέ) και έναν ακόμη διασώστη από έναν άλλο πλανήτη- που μας επιστρέφει στην αισιόδοξη πίστη του Σπίλμπεργκ για την επικοινωνία με εξωγήινη ζωή. Πριν φτάσουμε σε αυτόν τον πυρήνα, το σενάριο μάς ζητά να ξαναχτίσουμε το παζλ της μνήμης του Grace: η ταινία ανοίγει με τον ήρωα να ξυπνά μόνος του σε ένα διαστημόπλοιο, έτη φωτός μακριά από τη Γη.
Όπως και στο «The Martian» του Άντι Γουέιρ (Andy Weir), εδώ συνυπάρχουν αρμονικά η αφηγηματική δυναμική μεγάλης κλίμακας με την εστίαση σε έναν (λόγω συνθηκών) μοναχικό άνθρωπο. Οι σκηνοθέτες Phil Lord και Christopher Miller εκμεταλλεύονται αυτή την ισορροπία, καθοδηγώντας τον Γκόσλινγκ σε μία από τις πιο υπαρξιακές ερμηνείες της καριέρας του – πιο γειωμένη από το στιλιζαρισμένο «cool» που είχε στις ταινίες του Nicolas Winding Refn, και πιο ανταποδοτική καθώς η ταινία τοποθετεί υπομονετικά κάθε κομμάτι του παζλ στη θέση του.
Σε επίπεδο μορφής, η ταινία κινείται ανάμεσα σε μια κινηματογραφική γλώσσα που αναπόφευκτα παραπέμπει στο 2001: «A Space Odyssey» του Κούμπρικ και σε μια χρήση του ήχου και του σχεδιασμού του σκάφους -σχεδόν ως βασανιστήριο- που θυμίζει Aliens. Παράλληλα, στη Γη, οι Λορντ και Μίλερ αποτυπώνουν αυθεντικό ανθρώπινο δράμα πριν από την αποστολή διάσωσης του Ήλιου. Καθοριστικοί συνεργάτες σε όλα αυτά είναι ο διευθυντής φωτογραφίας Γκρέιγκ Φρέιζερ (Greig Fraser) και οι ομάδες οπτικών εφέ: ο Φρέιζερ ξεπερνά ξανά τον εαυτό του, ενώ τα εφέ δεν λειτουργούν απλώς διακοσμητικά – είναι ουσιώδη για τη δημιουργία της κεντρικής σχέσης της ταινίας.
Ακόμη κι αν σε ορισμένα σημεία θα ήθελε κανείς μια πιο σφιχτή διάρκεια, δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από τον Γκρέις και τον Ρόκι καθώς πλησιάζουν ο ένας τον άλλο: μια φιλία που ξεκινά σχεδόν σαν εκείνη της αλεπούς με τον Μικρό Πρίγκιπα και εξελίσσεται σε συνεργασία, προστασία, θυσία και προσφορά. Προσθέτοντας τη σωστή δόση ποπ αναφορών και χιούμορ, έχουμε μια συνταγή που εξακολουθεί να λειτουργεί!
Πηγή: www.ekirikas.com