25 Απριλίου 2026
ομογένεια

BONE και GENICA από την Ιόλη Ανδρεάδη και τον Αρη Ασπρούλη στο Τhe Tank | ekirikas.com

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Η Ιόλη Ανδρεάδη και ο Άρης Ασπρούλης πέρασαν ξανά από τη Νέα Υόρκη και κατέθεσαν το έργο τους από τις 16 έως τις 18 Απριλίου στο προσκήνιο του The Tank Theater στο Μανχάταν, με αφορμή την 130ή επέτειο από τη γέννηση του Αντονέν Αρτώ (Antonin Artaud, 4 Σεπτεμβρίου 1896 – 4 Μαρτίου 1948). Το δίπτυχο BONE και GENICA – The Jet of My Blood δεν λειτούργησε σαν ένα ακόμη επετειακό γεγονός, αλλά σαν ένα εγχείρημα με σαφή θεωρητική φιλοδοξία: να επαναθέσει το ερώτημα αν το θέατρο μπορεί σήμερα να λειτουργήσει υπό τους όρους που ο ίδιος ο Αρτώ διατύπωσε.

Μια δοκιμασία όχι μόνο για το θέατρο, αλλά και για τη δυνατότητα της ίδιας της γλώσσας να αντέξει την ένταση ενός στοχασμού που, ήδη από τη γένεσή του, επιδίωξε την υπέρβασή της.

Ο Αρτώ, ο ριζοσπάστης  που διαμόρφωσε  θεατρική κουλτούρα και Παιδεία,  ο ποιητής, ο ηθοποιός και ο στοχαστής, υπήρξε μια από τις πιο ριζοσπαστικές μορφές του μοντερνισμού. Στο έργο του και ακόμη περισσότερο στη ζωή του, η γλώσσα δοκιμάζεται μέχρι θραύσεως. Το «Θέατρο της Σκληρότητας» που συνέλαβε και δημιούργησε είναι μια άρνηση της αναπαράστασης, της ψυχολογίας, της άνεσης του νοήματος. Είναι, αν θέλουμε να το διατυπώσουμε με όρους αυστηρούς, μια απαίτηση να επιστρέψει το θέατρο σε μια προ-γλωσσική βία, σε μια περιοχή όπου το νόημα δεν προηγείται της εμπειρίας αλλά γεννιέται μέσα από αυτήν  ή αποτυγχάνει να γεννηθεί. «Θα’ αφιερωθώ αποκλειστικά πια  στο θέατρο  έτσι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι ένα θέατρο που σε κάθε παράσταση θα δίνει ένα κέρδος σωματικό τόσο σ’ αυτόν που παίζει ένα ρόλο όσο και σ’ αυτόν που βλέπει να παίζεται ένας ρόλο, εξάλλου στο θέατρο δεν παίζεις, δρας. Στην πραγματικότητα το θέατρο είναι η γέννηση της δημιουργίας. Αυτό θα γίνει. Α.Α.».

Μέσα σε αυτό το απαιτητικό πλαίσιο, η συνεργασία της Ανδρεάδη με τον Ασπρούλη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η δραματουργία τους δεν επιχειρεί να «κατανοήσει» τον Αρτώ με όρους ακαδημαϊκής εξομάλυνσης. Αντίθετα,  διατηρεί την επικινδυνότητά του ενεργή. Η μακρά τους πορεία, με πλήθος σκηνοθεσιών και έργων σε Ελλάδα και εξωτερικό, και η συστηματική τους έρευνα σε πρωτογενές υλικό, συγκροτούν μια σπάνια σύνθεση θεωρίας και πράξης. Από το 2015, η τετραλογία τους πάνω στον Αρτώ (Artaud/Van Gogh, The Cenci Family, Bone, Genica) λειτουργεί ως μια πολυετής καλλιτεχνική εμμονή, μια διαρκής προσπάθεια να προσεγγιστεί αυτό που εκ φύσεως διαφεύγει.

Τα κείμενά τους, εστιασμένα στη ζωή και στον έρωτα του Αρτώ για τη Genica Athanasiou, με λόγο λιτό, σχεδόν απογυμνωμένο, και με υπόγειες αποχρώσεις τραγικότητας, δεν επιχειρούν να τον εξηγήσουν. Τον αφήνουν να εμφανιστεί μέσα από την γραφή τους που είναι ταυτόχρονα τολμηρή και ευαίσθητη, οδηγώντας τον θεατή σε μια εσωτερική εμπλοκή. «Αυτοί που αγαπούν τις λέξεις, που κατασκευάζουν τρόπους και κατηγορίες αντί για αισθήματα -Αυτοί που πιστεύουν ακόμα στους όρους και που αναστατώνονται απ’ τις πρωτοκλασάτες ιδεολογίες της εποχής – ακολουθώντας άβουλα τα προκαθορισμένα μονοπάτια και ενθουσιάζονται με τα ονόματα στα εξώφυλλα των βιβλίων είναι γουρούνια.  Ανδρεάδη – Ασπρούλης».

Αυτή η οικονομία του λόγου αποδεικνύεται καθοριστική στη σκηνική λειτουργία. Ο λόγος δεν λειτουργεί αυτάρκης, ενεργοποιείται μέσα από το σώμα, το βλέμμα, τη σιωπή των ηθοποιών που καλούνται να διαχειριστούν ρόλους που δεν «παίζονται», αλλά βιώνονται και καταφέρνουν όχι μόνο να ανταποκριθούν, αλλά να διεισδύσουν βαθιά στις αισθήσεις και σχεδόν στο υποσυνείδητο του θεατή.

Το δίπτυχο BONE και GENICA οργανώνεται σε δύο άξονες: την εσωτερική διάλυση και τη σχεσιακή ένταση. Το BONE αποτελεί έναν από τους πιο συμπαγείς δραματουργικούς πυρήνες αυτής της ενότητας. Εστιάζει στα τελευταία και πιο ακραία χρόνια του Αρτώ, την αποτυχία των Cenci, τον εγκλεισμό, τα ηλεκτροσόκ, τη σταδιακή κατάρρευση και την αποξένωση. Ωστόσο, η δραματουργία δεν ακολουθεί ιστορική αφήγηση. Τα γεγονότα λειτουργούν ως θραύσματα, ως εντάσεις που εγγράφονται στο σώμα.

Στο κέντρο της σκηνής η ερμηνεία του Γεράσιμου Γεννατά ήδη από την πρώτη παρουσίαση του έργου, αποτέλεσε μια σπάνια στιγμή θεατρικής συμπύκνωσης. Με αυστηρή οικονομία μέσων και εσωτερική πειθαρχία, ισορροπεί ανάμεσα στη φθορά και την αντίσταση, χωρίς καμία περιττή εξωτερικότητα. Η πορεία του από τις σπουδές στη Βιολογία έως τη Δραματική Σχολή Βεάκη και τη μακρά σκηνική του διαδρομή  γίνεται εδώ εμφανής ως βάθος και ακρίβεια.

Στο GENICA, η παράσταση μετατοπίζεται από τη διάλυση στη μνήμη. Εδώ, η Βανέσσα Αδαμοπούλου εισάγει μια διαφορετική ποιότητα και μια ερωτική κατανυκτική ερμηνεία, σπάνια για την ελληνική σκηνή. Η Γενίκα  δεν είναι σταθερός χαρακτήρας είναι μια διαρκής μεταβολή. Έλξη, θαυμασμός, απόρριψη, επιστροφή συνυπάρχουν σε μια εύθραυστη ισορροπία.

Η Αδαμοπούλου δεν αφηγείται τη σχέση της με τον Αρτώ απλά. Είναι βυθισμένη μέσα στο ρόλο, και η ένταση της σχέσης της που δεν επιλύεται, σε καταλαμβάνει μέσα από την βελούδινη φωνή της, τον άψογο τονισμό των λέξεων, την συναρπαστική της ερμηνευτική παρουσία.  Και η πιο ουσιαστική της στιγμή έγκειται στην αντιστροφή: ο θάνατός του  Αρτώ δεν λειτουργεί ως τέλος, αλλά ως προϋπόθεση. Μόνο μέσα στην απουσία του καθίσταται δυνατή μια ολοκληρωμένη μορφή αγάπης. Αυτή η χρονική μετατόπιση του συναισθήματος, δεν είναι απλώς δραματουργική επιλογή. Είναι φιλοσοφική θέση. Υποδηλώνει ότι η παρουσία, όταν είναι υπερβολικά έντονη, καθίσταται αφόρητη. Και ότι μόνο η απουσία επιτρέπει την ανασυγκρότηση του νοήματος της αγάπης και του έρωτα. «Τον τοίχο; Τον βλέπεις τον τοίχο στο τέλος του δρόμου; Τον τοίχο που από πίσω του ακούγονται φωνές, φτερά και κλάματα; Εκεί κρύψαν την καρδιά σου. Πού πας; Πού μας αφήνεις; Είσαι ψεύτης. Μου είχες πει πως είσαι μάγος. Αν είσαι μάγος γιατί δεν σταματάς τον χρόνο τώρα; Πρέπει επειγόντως να σε ξαναδώ. Και έχω αφήσει την ψυχή μου στα χείλη σου».

Καθοριστική, ήταν  η παρουσία του Γιώργου Παλαμιώτη, ο οποίος δεν λειτούργησε απλώς σαν μουσικός, αλλά σαν αναπόσπαστο δραματουργικό στοιχείο. Η συμβολή του είναι θεμελιακή  στις παραστάσεις της Ανδρεάδη και του Ασπρούλη. Μέσα από ήχους ιδιότυπους, άλλοτε κοφτούς σαν τομές, άλλοτε υπόγειους σαν πνιγμένες κραυγές, ντύνει  την παράσταση με μια ατμόσφαιρα που αγγίζει την ίδια την παρανοϊκή ένταση του Αρτώ.

Η φωνή του, βαθιά, βραχνή και ρυθμική, δεν τραγουδά, συμπορεύεται με τον λόγο του ηθοποιού, δημιουργώντας ένα ενιαίο ηχητικό σώμα. Η παρουσία του εσωστρεφής, σχεδόν αναρχική, δεν συνοδεύει απλώς, αλλά διαμορφώνει τον σκηνικό χώρο. Λειτουργεί σαν μια δεύτερη, άφωνη συνείδηση που δεν αρθρώνεται με λέξεις αλλά με παλμούς, δονήσεις και ρήγματα ήχου. Εκεί όπου ο λόγος του Αρτώ φτάνει στο όριό του και διαλύεται, η μουσική του Παλαμιώτη συνεχίζει: μεταφράζει το ανείπωτο σε καθαρή εμπειρία, σαν να δίνει φωνή σε κάτι που δεν μπορεί ποτέ να ειπωθεί, μόνο να βιωθεί.

Οι ρόλοι είναι εξαιρετικά δύσκολοι, όχι μόνο τεχνικά, αλλά υπαρξιακά. Απαιτούν πλήρη έκθεση. Και ακριβώς αυτή η έκθεση είναι που καθιστά τις ερμηνείες των τριών  πρωταγωνιστών  τόσο ισχυρές. Δεν πρόκειται για υποκριτική με την παραδοσιακή έννοια, αλλά για μια μορφή παρουσίας που αγγίζει τα όρια της αντοχής.

Η παράσταση δεν εξηγεί. Δεν επιχειρεί να κλείσει το νόημα, να το περιφράξει, να το προστατεύσει μέσα σε μια καθαρή μορφή. Το αφήνει ανοιχτό, εκτεθειμένο, όπως και τον θεατή που διασχίζεται. Κάτι περνά μέσα του, χωρίς να ζητά άδεια, χωρίς να δίνει εξηγήσεις. Μια εικόνα, ένας ήχος, ένα βλέμμα επιμένει εκεί όπου η σκέψη αδυνατεί να σταθεί.

Σε έναν θεατρικό κόσμο που συχνά καθησυχάζει, που επαναφέρει το γνώριμο για να το επιβεβαιώσει, αυτή η μετατόπιση έχει μια άλλη βαρύτητα. Είναι ένα  άνοιγμα προς εκείνο που δεν οργανώνεται εύκολα. Είναι κάτι πιο εύθραυστο και πιο επίμονο, κάτι σαν την οριακή συνείδηση του Αντονέν Αρτώ, που ζούσε συνεχώς στο σύνορο μεταξύ λογικής και αποδιοργάνωσης, δημιουργίας και διάλυσης, ελέγχου και απώλειας.

Και ίσως αυτό είναι που οι δύο παραστάσεις κατόρθωσαν με έναν τρόπο σχεδόν αθέατο, όχι να μας το δείξουν, αλλά να το εγγράψουν επάνω μας σαν αίσθηση, σαν ένα ίχνος που δεν σβήνει, σαν μια εμπειρία που δεν ολοκληρώνεται. Εκεί όπου η λογική δεν επαρκεί, αλλά ούτε και καταρρέει εντελώς. Εκεί όπου κάτι συνεχίζει να πάλλεται, ανάμεσα στο να ειπωθεί και στο να μείνει άρρητο. Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το βαθύτερο ίχνος του Αρτώ, όχι αυτό που καταλαβαίνουμε, αλλά αυτό που, χωρίς να το συνειδητοποιούμε απόλυτα αρχίζει να μας μετακινεί.


Πηγή: www.ekirikas.com

Σχετικές αναρτήσεις

Δ΄ Χαιρετισμοί στον ιερό ναό Αγ. Τριάδας/Αγ. Νικολάου Στάτεν Αϊλαντ | ekirikas.com

mera24

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος στην έναρξη του Διπλωματικού Φόρουμ της Αττάλειας | ekirikas.com

mera24

Βρέθηκε δότης για τον 13χρονο Ηλία Μανώλη | ekirikas.com

mera24
Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας τότε συναινείτε σε αυτό. View more
Accept