1 Ιουνίου 2026
ΑΓΡΟΤΙΚΑ/ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΑ

Ευρωκοινοβούλιο: Η βιοοικονομία ως νέα αρχιτεκτονική για τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας

Η μετάβαση της ευρωπαϊκής γεωργίας προς ένα κυκλικό μοντέλο βιοοικονομίας δεν αποτελεί πλέον θεωρητική προοπτική, αλλά έναν δομικό μετασχηματισμό που επαναπροσδιορίζει τον ρόλο των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην οικονομία και στο περιβάλλον. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Τμήμα Πολιτικής για την Περιφερειακή Ανάπτυξη, τη Γεωργία και την Αλιεία του Ευρωκοινοβουλίου και αναμένεται να παρουσιαστεί την ερχόμενη Τρίτη, 2 Ιουνίου, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής για τη Γεωργία (AGRI), η βιοοικονομία αναδιαμορφώνει τη γεωργία από έναν τομέα παραγωγής πρώτων υλών σε έναν πολυλειτουργικό πυλώνα παραγωγής ενέργειας, υλικών και υπηρεσιών που συνδέονται με την κυκλική και κλιματικά ουδέτερη οικονομία.

Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει η μελέτη, η επιτυχία αυτής της μετάβασης εξαρτάται πλέον λιγότερο από την τεχνολογική πρόοδο και περισσότερο από τη θεσμική ικανότητα της ΕΕ να δημιουργήσει σταθερές αγορές, λειτουργικές αλυσίδες αξίας και ισχυρά σχήματα συνεργασίας, που θα επιτρέπουν στους ίδιους τους αγρότες να συμμετέχουν ουσιαστικά στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας.

Η βιοοικονομία μπορεί να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής γεωργίας, διασφαλίζοντας την οικονομική βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποστηριχθεί από συνεκτικές πολιτικές, σταθερά χρηματοδοτικά εργαλεία και ισχυρά συνεργατικά σχήματα, επισημαίνουν οι μελετητές, ενώ στοίχημα για την επόμενη δεκαετία παραμένει η μετάβαση από τα πιλοτικά έργα σε πραγματικά κλιμακούμενες αλυσίδες αξίας.

Η γεωργία στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής βιοοικονομίας

Στο νέο πλαίσιο, η γεωργία καλείται πια να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της ως παραγωγός τροφίμων, ενέργειας και βιοϋλικών, αλλά και ως βασικός πυλώνας της κλιματικής και περιβαλλοντικής στρατηγικής, παραμένοντας βασικός «παίχτης» για την ευρωπαϊκή βιοοικονομία, καθώς αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή πρωτογενούς βιομάζας στην ΕΕ.

Η μελέτη επισημαίνει ότι η βιοοικονομία συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική της ΕΕ για την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050, αλλά και με τη μετάβαση σε ένα παραγωγικό μοντέλο που αξιοποιεί ανανεώσιμους βιολογικούς πόρους αντί για ορυκτά. Σε αυτό το πλαίσιο, η γεωργία αντιμετωπίζεται πλέον ως κόμβος ενός ευρύτερου συστήματος που περιλαμβάνει τη βιομηχανία, την ενέργεια και τη χημική παραγωγή.

Η έννοια της κυκλικής βιοοικονομίας αποκτά έτσι καθοριστική σημασία, καθώς επιδιώκει τη μέγιστη αξιοποίηση της βιομάζας μέσα από τη μείωση αποβλήτων και την ενίσχυση της αποδοτικότητας των πόρων. Προσέγγιση που ενισχύεται από την αρχή της κλιμακωτής χρήσης της βιομάζας, σύμφωνα με την οποία δίνεται προτεραιότητα κατά σειρά στη χρήση της για τρόφιμα και ζωοτροφές, βιοϋλικά και χημικά προϊόντα και τέλος για ενεργειακή αξιοποίηση.

Από τα υπολείμματα στη δημιουργία αξίας

Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της μελέτης είναι η ανάδειξη των γεωργικών υπολειμμάτων και παραπροϊόντων ως βασικής πρώτης ύλης της νέας οικονομίας. Η προσέγγιση “residues-first” προτείνει τη συστηματική αξιοποίηση αποβλήτων όπως άχυρο, κοπριά και υπολείμματα επεξεργασίας, προκειμένου να αποφεύγεται η πίεση για επέκταση της καλλιεργήσιμης γης και ο ανταγωνισμός με την παραγωγή τροφίμων. Η ανάπτυξη βιοδιυλιστηρίων και τοπικών αλυσίδων αξίας επιτρέπει τη μετατροπή τους σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, η μελέτη τονίζει ότι η δημιουργία τοπικών οικοσυστημάτων βιοοικονομίας συμβάλλει στην ενίσχυση της αγροτικής ανάπτυξης, περιορίζοντας το κόστος μεταφοράς και ενισχύοντας τη σύνδεση μεταξύ παραγωγής, μεταποίησης και καινοτομίας.

Οικονομική βιωσιμότητα και αντιφατικά αποτελέσματα

Παρότι η βιοοικονομία προβάλλεται ως εργαλείο διαφοροποίησης του αγροτικού εισοδήματος, η μελέτη καταγράφει μια πιο σύνθετη εικόνα. Οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις που εμφανίζουν υψηλότερη συμμετοχή σε μη γεωργικές δραστηριότητες βιοοικονομίας τείνουν να παρουσιάζουν χαμηλότερο γεωργικό εισόδημα ανά εκτάριο, ενώ η διαφοροποίηση δεν συνεπάγεται απαραίτητα μεγαλύτερη σταθερότητα.

Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται αυξημένη μεταβλητότητα εισοδήματος, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η οικονομική επίδραση της βιοοικονομίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το θεσμικό και συμβολαιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο εφαρμόζεται. Στο πλαίσιο αυτό, οι δημόσιες ενισχύσεις αναδεικνύονται ως ο βασικότερος παράγοντας σταθεροποίησης του αγροτικού εισοδήματος.

Ο κατακερματισμός να μετατραπεί σε ολοκληρωμένες αλυσίδες αξίας

Η μελέτη επισημαίνει ότι, παρά την πρόοδο σε επίπεδο πιλοτικών έργων, η ευρωπαϊκή βιοοικονομία παραμένει κατακερματισμένη και δεν έχει ακόμη περάσει σε πλήρως ανεπτυγμένες και ανταγωνιστικές αλυσίδες αξίας. Η μετάβαση αυτή προϋποθέτει τη δημιουργία συνεργατικών σχημάτων (όπως συνεταιρισμοί και ομάδες παραγωγών) τα οποία μπορούν να συγκεντρώνουν βιομάζα, να μειώνουν τον επενδυτικό κίνδυνο και να ενισχύουν τη διαπραγματευτική ισχύ των αγροτών.

Εξίσου κρίσιμη θεωρείται η ανάπτυξη περιφερειακών οικοσυστημάτων βιομηχανικής συμβίωσης, όπου τα υποπροϊόντα μιας παραγωγικής διαδικασίας αποτελούν εισροές για μια άλλη, δημιουργώντας κλειστούς κύκλους αξίας. Η επιτυχία αυτών των συστημάτων εξαρτάται επίσης από την πρόσβαση των παραγωγών σε γνώση και τεχνική υποστήριξη μέσω των συστημάτων AKIS, τα οποία καλούνται να λειτουργήσουν ως γέφυρα μεταξύ έρευνας, αγοράς και γεωργικής πράξης.

Οι προτεραιότητες πολιτικής για την ΕΕ

Η μελέτη καταλήγει σε πέντε βασικούς άξονες πολιτικής, κρίσιμους για την επέκταση της βιοοικονομίας στην ευρωπαϊκή γεωργία.

• Η ΚΑΠ καλείται να μεταβεί από ένα μοντέλο κυρίως εισοδηματικής στήριξης σε έναν μηχανισμό ενεργού μετάβασης που θα ενσωματώνει τη βιοοικονομία ως οριζόντια προτεραιότητα. Ιδιαίτερη σημασία, εδώ, δίνεται στην ανάπτυξη συστημάτων γεωργίας άνθρακα με αξιόπιστη πιστοποίηση, ώστε τα περιβαλλοντικά αποτελέσματα να μετατρέπονται σε πραγματικές πηγές εισοδήματος.

• Η δημιουργία σταθερών συμβολαιακών σχέσεων και εναρμονισμένων προτύπων ποιότητας για τη βιομάζα θεωρείται απαραίτητη για τη μείωση της αβεβαιότητας και τη διευκόλυνση επενδύσεων.

• Η αρχή “residues-first” πρέπει να καθοδηγεί τον σχεδιασμό πολιτικής, ώστε να αποφεύγεται ο ανταγωνισμός για τη γη και να ενισχύεται η αξιοποίηση των υπολειμμάτων.

• Απαιτείται συνδυασμός επιχορηγήσεων, εγγυήσεων και δανείων με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, για τη χρηματοδότηση της μετάβασης, με στόχο την υποστήριξη ενεργοβόρων υποδομών, όπως βιοδιυλιστήρια και μονάδες βιοαερίου.

• Τα συστήματα AKIS πρέπει να ενισχυθούν ώστε να παρέχουν εξειδικευμένη υποστήριξη στους αγρότες σε ζητήματα διαχείρισης βιομάζας, συμβάσεων, ψηφιακής παρακολούθησης και περιβαλλοντικής πιστοποίησης. 

Ο Συνεταιρισμός «Πίνδος» μεταξύ των προτύπων κυκλικής βιοοικονομίας στην ΕΕ

Η μελέτη παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο η βιοοικονομία δημιουργεί νέες αλυσίδες αξίας μέσω της αξιοποίησης αγροτικών υπολειμμάτων και αποβλήτων, δίνοντας έμφαση στη μετάβαση προς πιο κυκλικά και βιώσιμα παραγωγικά μοντέλα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα προβάλλεται το έργο COOPID (Horizon 2020), το οποίο ενισχύει επιχειρηματικά μοντέλα βιοοικονομίας στον πρωτογενή τομέα μέσω μεταφοράς γνώσης, δικτύωσης και διάχυσης καλών πρακτικών. Σε αυτό κεντρικό ρόλο έχουν οι «πρεσβευτές COOPID», ειδικοί του αγροδιατροφικού τομέα που λειτουργούν ως διαμεσολαβητές γνώσης, μεταφέροντας επιτυχημένες εμπειρίες σε παραγωγούς και ενισχύοντας την πρακτική εφαρμογή καινοτόμων λύσεων.

Το έργο COOPID έχει εντοπίσει επιτυχημένες πρακτικές σε κράτη μέλη της ΕΕ, οι οποίες αποδεικνύουν την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνικών για τη δημιουργία βιώσιμων και οικονομικά αποδοτικών επιχειρήσεων. Αυτά τα πραγματικά παραδείγματα λειτουργούν ως μέσο κινητοποίησης των ευρωπαίων παραγωγών και συμβάλλουν στην άρση των εμποδίων για την υιοθέτηση κυκλικών επιχειρηματικών μοντέλων.

 

 

Μεταξύ αυτών των παραδειγμάτων βρίσκεται και ο Αγροτικός Πτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Ιωαννίνων «Πίνδος» για την Ελλάδα, ένα σχήμα που αποτελεί ένα από τα πιο ολοκληρωμένα παραδείγματα εφαρμογής των αρχών της κυκλικής βιοοικονομίας στην πράξη. Ο ιδιαίτερα υψηλής παραγωγικότητας συνεταιρισμός με περίπου 600 μέλη παραγωγούς και πάνω από 1.200 εργαζομένους, λειτουργεί ως πλήρως καθετοποιημένο σύστημα παραγωγής, μεταποίησης και διανομής, στο οποίο η αξιοποίηση των υποπροϊόντων αποτελεί θεμελιώδη στρατηγική. Τα απόβλητα της πτηνοτροφικής παραγωγής, όπως τα υπολείμματα σφαγείων, τα λίπη, τα φτερά και η κοπριά, αντιμετωπίζονται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή ζωοτροφών, οργανικών λιπασμάτων και ενέργειας.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο συνεταιρισμός παράγει ηλεκτρική και θερμική ενέργεια, καλύπτοντας σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών και μειώνοντας την εξάρτησή του από τα ορυκτά καύσιμα. Παράλληλα, η μετατροπή της κοπριάς σε οργανικό λίπασμα συμβάλλει στην επιστροφή θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος.

Πρόκειται για στρατηγική που μειώνει το κόστος διαχείρισης αποβλήτων και ενισχύει τη συνολική αποδοτικότητα της παραγωγικής διαδικασίας. Μάλιστα, η «Πίνδος» σχεδιάζει περαιτέρω επενδύσεις σε μονάδες βιοαερίου και επεξεργασίας αποβλήτων, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τον ρόλο της ως περιφερειακού κόμβου κυκλικής οικονομίας.

Πηγή: www.ypaithros.gr

Σχετικές αναρτήσεις

Αγροτικές κινητοποιήσεις στο φόντο του σχεδίου της Κομισιόν για τα λιπάσματα – Έμφαση στη στήριξη των αγροτών

mera24

Ευρωπαϊκή διάκριση για τον Δήμο Κάτω Νευροκοπίου

mera24

Μ. Σχοινάς: «Το στοίχημα για τη γεωργική παραγωγή είναι να περάσουμε από ένα σύστημα πληρωμών σε ένα σύστημα δημιουργίας υπεραξίας»

mera24
Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας τότε συναινείτε σε αυτό. View more
Accept