Το δικαίωμα λήψης επιδόματος αδείας, αποτελεί συνακόλουθο του δικαιώματος λήψης κανονικής αδείας και υπολογίζεται όπως και οι αποδοχές αδείας, είναι δηλαδή ίσες προς το σύνολο των αποδοχών αδείας με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να υπερβεί, για όσους μεν αμείβονται με μισθό, τον μισό μισθό, για όσους δε αμείβονται με ημερομίσθιο ή ωρομίσθιο ή ποσοστά, τα 13 ημερομίσθια.
Πώς υπολογίζεται
Το επίδομα αδείας εξαρτάται από το εργασιακό καθεστώς του εργαζόμενου. Το επίδομα υπολογίζεται στην αναλογία του χρονικού διαστήματος που δούλεψε ο εργαζόμενος.
Τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας του.
Αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας επί λύσεως της σχέσεως εργασίας
Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο (απόλυση, αποχώρηση απ’ την εργασία κ.λ.π.) πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί άδεια.
Τι αλλάζει φέτος για τη χορήγηση των διακοπών
Την ίδια ώρα, μεγαλύτερη ευχέρεια στον προγραμματισμό των διακοπών αποκτούν οι εργαζόμενοι, καθώς το νέο πλαίσιο επιτρέπει τη χορήγηση της ετήσιας άδειας σε περισσότερα χρονικά διαστήματα μέσα στο ίδιο έτος. Οι αλλαγές συνοδεύονται από απλούστερες διαδικασίες για τις επιχειρήσεις, χωρίς να επηρεάζονται τα συνολικά δικαιώματα των μισθωτών.
Από φέτος εφαρμόζονται ρυθμίσεις που δίνουν μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση του χρόνου ανάπαυσης των εργαζομένων.
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τη δυνατότητα κατανομής της ετήσιας άδειας σε περισσότερα διαστήματα μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, ύστερα από συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη.
Έτσι, ένας μισθωτός δεν είναι πλέον υποχρεωμένος να αξιοποιήσει το σύνολο των ημερών άδειας σε μία ενιαία περίοδο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Μπορεί, για παράδειγμα, να επιλέξει ένα μέρος της άδειας τον Αύγουστο και να χρησιμοποιήσει τις υπόλοιπες ημέρες αργότερα μέσα στη χρονιά.
Παρά τη μεγαλύτερη ευελιξία, η άδεια δεν μπορεί να κατατμηθεί απεριόριστα. Το νέο καθεστώς προβλέπει ελάχιστη διάρκεια για κάθε τμήμα άδειας.
Για όσους εργάζονται πενθήμερο, απαιτούνται τουλάχιστον πέντε συνεχόμενες εργάσιμες ημέρες, ενώ για τους εργαζόμενους σε εξαήμερη το ελάχιστο όριο ανέρχεται σε έξι συνεχόμενες εργάσιμες ημέρες.
Κεντρικό στοιχείο του πλαισίου παραμένει η συνεννόηση ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ο χρόνος χορήγησης της άδειας εξακολουθεί να καθορίζεται μέσα από συνεργασία εργοδότη και εργαζομένου.
Σε περιπτώσεις διαφωνίας, η Επιθεώρηση Εργασίας διατηρεί τον εποπτικό της ρόλο και μπορεί να παρέμβει όπου απαιτείται.
Σημειώνεται ότι από φέτος καταργείται η υποχρέωση προαναγγελίας της ετήσιας άδειας των εργαζομένων στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ II»., απλοποιώντας τη διαδικασία.
Με βάση το ισχύον καθεστώς για τις θερινές (ετήσιες) άδειες στον ιδιωτικό τομέα, οι εργαζόμενοι δικαιούνται τα εξής:
Πενθήμερη απασχόληση:
– Α’ έτος: 20 ημέρες άδεια
– Β’ έτος (συμπληρωμένο 12μηνο): 21 ημέρες άδεια
– Γ’ έτος και μετά: 22 ημέρες άδεια
Κλείσιμο
– Με 10 και άνω χρόνια στον ίδιο εργοδότη ή 12 έτη συνολικά: 25 ημέρες άδεια
– Με 25ετή προϋπηρεσία: 26 ημέρες άδεια
Εξαήμερη απασχόληση:
– Α’ έτος: 24 μέρες άδεια
– Β’ έτος: 25 μέρες άδεια
– Γ’ έτος και μετά: 26μέρες άδεια
– Μετά 10 έτη: 30 ημέρες άδεια
– Μετά 25 έτη: 31 ημέρες άδεια
Πηγή: www.protothema.gr