Το εντερικό μικροβίωμα, ο πολύπλοκος πληθυσμός τρισεκατομμυρίων μικροοργανισμών που φιλοξενείται στο πεπτικό μας σύστημα, βρίσκεται στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας τις τελευταίες δεκαετίες. Έχει συνδεθεί με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, την ψυχική διάθεση, ακόμα και με νευρολογικές διαταραχές. Τώρα, μια νέα μελέτη έρχεται να προσθέσει ένα ακόμα εντυπωσιακό κομμάτι στο παζλ: η μεταμόσχευση εντερικού μικροβιώματος από νεαρά σε ηλικιωμένα ποντίκια φαίνεται ότι μπορεί να επαναφέρει τη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου, ανοίγοντας νέους ορίζοντες για τη θεραπεία παθήσεων που μέχρι σήμερα θεωρούνταν μη αναστρέψιμες.
Η έρευνα, με επικεφαλής την Paola Tognini από τη Σχολή Προχωρημένων Σπουδών Sant’Anna της Πίζας, δημοσιεύθηκε πρόσφατα και έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας. Οι ερευνητές ξεκίνησαν χορηγώντας σε νεαρά ποντίκια αντιβιοτικά ευρέος φάσματος για δέκα ημέρες. Στόχος τους ήταν να διαταράξουν το μικροβίωμα και να παρατηρήσουν τις συνέπειες. Όντως, τα αντιβιοτικά προκάλεσαν σημαντικές αλλαγές, μειώνοντας δραστικά βακτήρια της οικογένειας Lachnospiraceae, γνωστά για την παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου με νευροπροστατευτικές ιδιότητες.
Στη συνέχεια, οι επιστήμονες εφάρμοσαν μια κλασική δοκιμασία νευροπλαστικότητας: κάλυψαν προσωρινά το ένα μάτι των ποντικών, αναγκάζοντας τον εγκέφαλο να αναδιοργανώσει τα νευρικά του κυκλώματα. Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά: μόνο τα ποντίκια με φυσιολογικό μικροβίωμα παρουσίασαν την αναμενόμενη νευρική αναδιοργάνωση. Εκείνα των οποίων το μικροβίωμα είχε διαταραχθεί, απέτυχαν να ανταποκριθούν, υποδηλώνοντας ότι τα βακτήρια του εντέρου διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην ικανότητα του εγκεφάλου να προσαρμόζεται.
Η ανάλυση της γονιδιακής έκφρασης στον οπτικό φλοιό έφερε στο φως ακόμα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα. Στα ζώα με διαταραγμένο μικροβίωμα, περισσότερα από 1.000 γονίδια παρουσίαζαν διαφορετική έκφραση σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Ανάμεσα σε αυτά, πολλά σχετίζονταν με τη μυελίνωση – τον σχηματισμό του προστατευτικού περιβλήματος γύρω από τα νεύρα – και με τη λειτουργία του αιματοεγκεφαλικού φραγμού, ο οποίος προστατεύει τον εγκέφαλο από επιβλαβείς ουσίες.
Το πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, ήταν το τελευταίο στάδιο του πειράματος. Οι ερευνητές προχώρησαν σε μεταμόσχευση εντερικού μικροβιώματος από ποντίκια ηλικίας περίπου 30 ημερών σε ενήλικα ζώα τεσσάρων μηνών. Μια δεύτερη ομάδα ενηλίκων έλαβε μικροβίωμα από συνομήλικά της, ως ομάδα σύγκρισης. Τα αποτελέσματα ήταν εκπληκτικά: μόνο τα ηλικιωμένα ποντίκια που έλαβαν μικροβίωμα από νεαρά ζώα ανέκτησαν την ικανότητα νευροπλαστικότητας, ανταποκρινόμενα στη δοκιμασία με τον ίδιο τρόπο όπως τα νεαρά ποντίκια.
Το εύρημα ενισχύει την άποψη ότι το μικροβίωμα δεν είναι απλώς ένας παθητικός επιβάτης, αλλά ένας ενεργός ρυθμιστής της εγκεφαλικής ανάπτυξης και λειτουργίας. Όπως σχολιάζει η Parisa Gazerani από το Oslo Metropolitan University, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, οι μικροβιακές κοινότητες του εντέρου φαίνεται να συνεργάζονται με τους γενετικούς μηχανισμούς, τα αισθητηριακά ερεθίσματα και το ανοσοποιητικό σύστημα, συμβάλλοντας στο άνοιγμα και το κλείσιμο των κρίσιμων παραθύρων νευροπλαστικότητας κατά την ανάπτυξη.
Οι δυνατότητες που ανοίγονται είναι τεράστιες. Η Harriët Schellekens από το University College Cork της Ιρλανδίας επισημαίνει ότι η αξιοποίηση του μικροβιώματος θα μπορούσε μελλοντικά να συμβάλει όχι μόνο στη βελτίωση της μάθησης, αλλά και στην αποκατάσταση μετά από εγκεφαλικές βλάβες, στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της γήρανσης αλλά και νευρολογικών παθήσεων. Ωστόσο, τονίζει ότι ο στόχος δεν είναι η γενικευμένη μεταμόσχευση μικροβιώματος, αλλά ο εντοπισμός των συγκεκριμένων μικροοργανισμών ή μεταβολιτών που ευθύνονται για τα ευεργετικά αποτελέσματα.
Παρόλο που τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρα, οι ερευνητές παραμένουν συγκρατημένοι. Όπως υπογραμμίζει η Gazerani, δεν μπορούν ακόμη να μεταφερθούν άμεσα στον άνθρωπο, καθώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι πολύ πιο πολύπλοκος και το μικροβίωμα επηρεάζεται καθοριστικά από τη διατροφή, τον τρόπο ζωής και πλήθος άλλων παραγόντων.
Η μελέτη, ωστόσο, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ζήτημα: την ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών, ειδικά κατά την παιδική ηλικία. Αν και τα αντιβιοτικά παραμένουν απαραίτητα όταν υπάρχει ιατρική ένδειξη, η αλόγιστη ή παρατεταμένη χρήση τους σε κρίσιμες περιόδους ανάπτυξης ενδέχεται να επηρεάζει όχι μόνο το εντερικό μικροβίωμα, αλλά και τη φυσιολογική ανάπτυξη του εγκεφάλου. Η νέα έρευνα έρχεται να υπενθυμίσει ότι η υγεία του εντέρου και η υγεία του εγκεφάλου είναι βαθιά συνδεδεμένες – και ότι το μικροβίωμα μπορεί να αποδειχθεί ένα από τα πιο ισχυρά “φάρμακα” που διαθέτουμε, αρκεί να μάθουμε να το αξιοποιούμε σωστά.
Πηγή: www.zougla.gr