Αλλαγή νοοτροπίας φέρνουν οι νέες θεραπείες στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, όχι μόνο στον τρόπο διαχείρισής της ως νόσου, αλλά και σε ότι αφορά την κάλυψη του κόστους της.
Καθώς οι νέες θεραπείες δεν καλύπτονται από τα συστήματα υγείας, οι φαρμακευτικές που τα παράγουν ξεκίνησαν να εφαρμόζουν προγράμματα ευχερέστερης πρόσβασης των ασθενών, διαμορφώνοντας νέες πολιτικές για τις απευθείας πληρωμές, όμως η επιστημονική κοινότητα επισημαίνει την ανάγκη αλλαγών στις πολιτικές υγείας σε ότι αφορά την παχυσαρκία, εξαιτίας του οφέλους που προκύπτει για τα ίδια τα συστήματα, από την αντιμετώπισή της.
Την ίδια στιγμή, τα ερευνητικά προγράμματα των φαρμακευτικών εταιρειών προχωρούν με ρυθμούς αντίστοιχους με την αύξηση της παχυσαρκίας στον πλανήτη, με αποτέλεσμα ήδη να έχουν κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ οι από στόματος θεραπείες με σεμαγλουτίδη και ορφοργλιπρόνη για τη διευκόλυνση των ασθενών στη λήψη της θεραπείας τους.
Πέρα όμως από την παχυσαρκία και τον διαβήτη, οι θεραπείες της κατηγορίας GLP-1, μελετώνται τώρα για την επίδρασή τους στην καρδιακή ανεπάρκεια με περιορισμένο κλάσμα εξώθησης, καθώς και σε άλλες παθήσεις που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν.
Στη σειρά για την κυκλοφορία τους στην αγορά, βρίσκεται τώρα ο διπλός αγωνιστής της Novo Nordisk, o τριπλός αγωνιστής της Eli Lilly, η σουρβοδουτίδη της Boehringer Ingelheim, η μηνιαία θεραπεία της Amgen και η νέα θεραπεία της Viking Therapeutics.
Η παχυσαρκία αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο όχι μόνο ως πρόκληση για την υγεία, αλλά και ως οικονομική, με σημαντικές συνέπειες για τις δαπάνες περίθαλψης, τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, την παραγωγικότητα και την εθνική οικονομική απόδοση
Συμπληρωματικές θεωρούνται πλέον η βαριατρική χειρουργική με τη θεραπεία με τα νέα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας, ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου
Η επιστημονική κοινότητα
Οι ενδοκρινολόγοι της άλλης πλευράς του Ατλαντικού δεν παύουν να δείχνουν την εμπιστοσύνη τους στις τοπικές φαρμακευτικές, θέτοντας θέματα συμμόρφωσης των ασθενών λόγω παρενεργειών στο γαστρεντερικό σύστημα, περιμένοντας την ολοκλήρωση των κλινικών μελετών φάσης ΙΙΙ, σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας μελετών Clarivate.
Από την άλλη πλευρά, σε κοινό άρθρο τους η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού τμήματος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Χειρουργικής Παχυσαρκίας και Μεταβολικών Διαταραχών (IFSO-EC) καθηγήτρια Παυλίνα Σαλμίνεν και ο επικεφαλής του παγκόσμιου τμήματος Ιατρικών Υποθέσεων της Johnson & Johnson MedTech, χειρουργός Γιοργκ Τομασέβσκι επεσήμαναν ότι στο παρελθόν, η παχυσαρκία εσφαλμένα αντιμετωπιζόταν υπό το πρίσμα της ατομικής ευθύνης. Η λάθος αντίληψη θεωρούσε ότι λιγότερο φαγητό, περισσότερη κίνηση και θα ακολουθούσε και η απώλεια βάρους.
Σήμερα όμως, η κατανόηση του προβλήματος, έχει αλλάξει την αντίληψη αυτή, εκ βάθρων.
Η παχυσαρκία είναι ένα πολύπλοκο, χρόνιο και υποτροπιάζον νόσημα που επηρεάζεται από τη γενετική, το περιβάλλον, την ψυχολογία και τους κοινωνικούς προσδιοριστές της υγείας.
Η παχυσαρκία δεν είναι απλώς αποτέλεσμα κακών επιλογών τρόπου ζωής. Μελέτες σε δίδυμα και οικογένειες έχουν δείξει ότι οι γενετικοί παράγοντες ευθύνονται για το 45-75% της διακύμανσης του δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ). Ενώ η γενετική από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει τη δραματική και ταχεία αύξηση των ποσοστών παχυσαρκίας τις τελευταίες δεκαετίες, οι ερευνητές έχουν συνδέσει αυτήν την αύξηση με σημαντικές περιβαλλοντικές και κοινωνικές αλλαγές, όπως η μεγαλύτερη κατανάλωση τροφών υψηλής επεξεργασίας, η μειωμένη σωματική δραστηριότητα, ο κακός ύπνος, το χρόνιο στρες και οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες.
Οι εμπειρογνώμονες έχουν διαπιστώσει ότι ο ΔΜΣ θα πρέπει να χρησιμοποιείται κυρίως ως εργαλείο διαλογής και να συμπληρώνεται με μετρήσεις παχυσαρκίας, όπως η περιφέρεια μέσης ή η αναλογία μέσης προς ύψος, κατά την αξιολόγηση του κινδύνου για την υγεία ενός ατόμου.
Η Επιτροπή Lancet του 2025 εισήγαγε τις έννοιες της κλινικής παχυσαρκίας και της προκλινικής παχυσαρκίας, διακρίνοντας μεταξύ της υπερβολικής παχυσαρκίας που ήδη προκαλεί δυσλειτουργία οργάνων και της υπερβολικής παχυσαρκίας που κυρίως συνεπάγεται μελλοντικό κίνδυνο για την υγεία. Αυτό αντιπροσωπεύει μια σημαντική στροφή προς τον ορισμό της παχυσαρκίας με βάση τον αντίκτυπό της στην υγεία και τη λειτουργία και όχι μόνο το μέγεθος του σώματος.
Οι επιλογές θεραπείας έχουν εξελιχθεί εξίσου γρήγορα. Τα πρόσφατα φάρμακα για τη διαχείριση της παχυσαρκίας μπορούν να επιτύχουν επίπεδα απώλειας βάρους που ιστορικά ήταν εφικτά μόνο μέσω διαδικαστικών παρεμβάσεων. Ταυτόχρονα, η μεταβολική βαριατρική χειρουργική (MBS) έχει εξελιχθεί σε μια ασφαλή, καθιερωμένη και εξαιρετικά αποτελεσματική θεραπεία, προσφέροντας ουσιαστικές και διαρκείς βελτιώσεις στο βάρος, την μεταβολική υγεία και τις επιπλοκές που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της βαριατρικής χειρουργικής έχει επιβεβαιωθεί στο διαβήτη, τον καρδιαγγειακό κίνδυνο και την ποιότητα ζωής.
Ολοένα και περισσότερο, η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας δεν θέτει θέμα ανταγωνισμού μεταξύ φαρμάκων και χειρουργικής επέμβασης, αλλά ως μια συντονισμένη προσέγγιση στη διαχείριση των χρόνιων παθήσεων. Οι ειδικοί υποστηρίζουν τον συνδυασμό και την αλληλουχία των θεραπειών ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς, παρόμοια με τις προσεγγίσεις που χρησιμοποιούνται στην ογκολογία, την καρδιολογία και τη φροντίδα του διαβήτη.
Η Διεθνής Ομοσπονδία για τη Χειρουργική Παχυσαρκίας και Μεταβολικών Διαταραχών (IFSO) δήλωσε πρόσφατα ότι η φαρμακευτική θεραπεία και η χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να θεωρούνται ως συμπληρωματικές.
Παράλληλα, ο συνδυασμός της χειρουργικής επέμβασης με υποστήριξη του τρόπου ζωής, φαρμακοθεραπεία ή άλλες συμπληρωματικές προσεγγίσεις μπορούν να βελτιώσουν τα αποτελέσματα σε σύγκριση με τη θεραπεία με μία μόνο μέθοδο, ανάλογα με τη σοβαρότητα της νόσου, το προφίλ συννοσηρότητας, τον κίνδυνο εξέλιξης, την ανταπόκριση στη θεραπεία και την προτίμηση του ασθενούς.
Αλλαγές πολιτικής
Αυτή η εξέλιξη στην επιστήμη έχει σημαντικές επιπτώσεις στην πολιτική υγείας. Ωστόσο, πολλά συστήματα υγειονομικής περίθαλψης συνεχίζουν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε κριτήρια επιλεξιμότητας που βασίζονται στον ΔΜΣ, παρά την αυξανόμενη αναγνώριση ότι ο ΔΜΣ από μόνος του είναι ένα ανεπαρκές μέτρο του φορτίου ασθενειών που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Η πρόσβαση σε αποτελεσματική θεραπεία παραμένει περιορισμένη από περιορισμούς στην αποζημίωση, ανεπαρκείς υποδομές και επίμονες παρανοήσεις σχετικά με τις αιτίες της παχυσαρκίας. Το στίγμα για το βάρος συνεχίζει επίσης να επηρεάζει τις στάσεις μεταξύ των ασθενών, των επαγγελματιών υγείας, των πληρωτών και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, δημιουργώντας πρόσθετα εμπόδια στη διάγνωση και τη θεραπεία.
Οι ειδικοί τονίζουν όμως, ότι οι συζητήσεις πολιτικής συχνά παραμένουν σε μεγάλο βαθμό επικεντρωμένες στην πρόληψη, ενώ παραβλέπουν τις ανάγκες των εκατομμυρίων ανθρώπων που ήδη ζουν με παχυσαρκία. Η παχυσαρκία αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο όχι μόνο ως πρόκληση για την υγεία, αλλά και ως οικονομική, με σημαντικές συνέπειες για τις δαπάνες περίθαλψης, τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, την παραγωγικότητα και την εθνική οικονομική απόδοση. Αυτό το αυξανόμενο βάρος για την υγεία και την οικονομία υπογραμμίζει τη σημασία της αξιολόγησης των θεραπειών για την παχυσαρκία όχι μόνο με βάση το αρχικό τους κόστος, αλλά και με βάση την πιθανή μακροπρόθεσμη κλινική και υγειονομική τους αξία στο πλαίσιο μιας πολύπλευρης περίθαλψης.
Πηγή: www.in.gr