Μια νέα επιστημονική ανασκόπηση των Bailey A. Knopf και Dudley W. Lamming, που δημοσιεύθηκε στο Cell Press Blue, έρχεται να ανατρέψει αυτή την απλοϊκή εξίσωση. Οι ερευνητές εξέτασαν περισσότερες από 350 μελέτες γύρω από τον περιορισμό πρωτεΐνης και αμινοξέων, τη μεταβολική υγεία και τη μακροζωία. Τα συμπεράσματά τους είναι εντυπωσιακά: σε πολλά πειραματικά μοντέλα, ο μέτριος περιορισμός πρωτεΐνης μπορεί να επηρεάζει ευνοϊκά τον μεταβολισμό, τη φλεγμονή, τη λειτουργία των μιτοχονδρίων και μονοπάτια που σχετίζονται με τη γήρανση.
Η βιολογική εξήγηση βρίσκεται στα συστήματα με τα οποία τα κύτταρα «καταλαβαίνουν» αν υπάρχουν άφθονα ή λίγα θρεπτικά συστατικά. Όταν η πρωτεΐνη και ορισμένα αμινοξέα βρίσκονται σε αφθονία, ενεργοποιούνται μονοπάτια που ευνοούν την ανάπτυξη και τη σύνθεση νέου κυτταρικού υλικού. Αυτό είναι απαραίτητο για τη μυϊκή ανάπτυξη και την αποκατάσταση. Ωστόσο, η χρόνια υπερενεργοποίηση ορισμένων από αυτά τα μονοπάτια, όπως εκείνων που σχετίζονται με το mTOR, το GCN2 και άλλους αισθητήρες θρεπτικών συστατικών, έχει συνδεθεί εδώ και χρόνια με επιταχυνόμενη γήρανση.
Το είδος των αμινοξέων: Όχι μόνο η ποσότητα, αλλά και η ποιότητα
Η νέα ανασκόπηση δεν εξετάζει απλώς τα συνολικά γραμμάρια πρωτεΐνης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν συγκεκριμένα αμινοξέα, όπως η μεθειονίνη, η ισολευκίνη και η βαλίνη. Προγενέστερη επιστημονική ανασκόπηση για τα αμινοξέα, τη μεταβολική υγεία και τη διάρκεια ζωής είχε ήδη δείξει ότι σε ζωικά μοντέλα ο περιορισμός ορισμένων από αυτά μπορεί να αναπαράγει μέρος των μεταβολικών επιδράσεων μιας δίαιτας χαμηλότερης σε πρωτεΐνη.
Η ορμόνη FGF21 και η αυτοφαγία: Οι μηχανισμοί της γήρανσης
Ένας από τους πρωταγωνιστές σε αυτή την ιστορία είναι η ορμόνη FGF21. Σε πειραματικά μοντέλα, η χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης μπορεί να αυξήσει την FGF21, η οποία εμπλέκεται στη ρύθμιση της ενεργειακής δαπάνης, της γλυκόζης και του μεταβολισμού των λιπιδίων. Σε ποντίκια, υψηλότερη δραστηριότητα της FGF21 έχει συνδεθεί ακόμη και με σημαντική παράταση της διάρκειας ζωής, περίπου 30% στα αρσενικά και 40% στα θηλυκά σε συγκεκριμένα πειραματικά μοντέλα, όπως συνοψίζει η νέα ανασκόπηση.
Ένας ακόμη πιθανός μηχανισμός είναι η αυτοφαγία, η διαδικασία με την οποία τα κύτταρα απομακρύνουν και ανακυκλώνουν φθαρμένα συστατικά. Η νέα ανασκόπηση υποστηρίζει ότι η τροποποίηση της διαθεσιμότητας πρωτεΐνης και συγκεκριμένων αμινοξέων μπορεί να επηρεάζει μηχανισμούς κυτταρικής επιδιόρθωσης, μιτοχονδριακής λειτουργίας και οξειδωτικού στρες. Αυτό ταιριάζει με την ευρύτερη σύγχρονη έρευνα στη διατροφική γεροντολογία, η οποία δείχνει ότι οι επιδράσεις του διατροφικού περιορισμού εξαρτώνται από την ηλικία, το φύλο, το γενετικό υπόβαθρο, το είδος περιορισμού και τη διάρκεια της παρέμβαξης.
Το κρίσιμο «αλλά»: Τι ισχύει για τον άνθρωπο
Εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη επιστημονική γραμμή άμυνας απέναντι στους εντυπωσιακούς τίτλους. Βραχυχρόνιες ανθρώπινες μελέτες έχουν δείξει ότι αλλαγές στην ποσότητα ή στη σύνθεση των αμινοξέων της διατροφής μπορούν να επηρεάσουν τη γλυκόζη, τη λιπώδη μάζα και άλλους μεταβολικούς δείκτες. Αυτό, όμως, απέχει πολύ από το να αποδειχθεί ότι ένας άνθρωπος θα ζήσει περισσότερο.
Οι ίδιοι οι συγγραφείς της νέας ανασκόπησης υπογραμμίζουν ότι η μετάφραση των πειραματικών δεδομένων σε ανθρώπινες συστάσεις απαιτεί πολύ περισσότερη έρευνα. Δεν υπάρχουν σήμερα άμεσες αποδείξεις ότι η μείωση της πρωτεΐνης παρατείνει τη ζωή στους ανθρώπους.
Το παράδοξο της τρίτης ηλικίας: Όταν η περισσότερη πρωτεΐνη μπορεί να είναι προστατευτική
Εδώ η ιστορία αντιστρέφεται. Καθώς μεγαλώνουμε, χάνουμε σταδιακά μυϊκή μάζα και το σώμα γίνεται λιγότερο αποτελεσματικό στο να χρησιμοποιεί την πρωτεΐνη για μυϊκή πρωτεϊνοσύνθεση. Γι’ αυτό διεθνείς ομάδες ειδικών προτείνουν για πολλούς υγιείς ηλικιωμένους τουλάχιστον 1,0–1,2 g πρωτεΐνης/kg ημερησίως, υψηλότερα δηλαδή από το γενικό επίπεδο αναφοράς των νεότερων ενηλίκων (0,83 g/kg στην Ευρώπη, σύμφωνα με την EFSA).
Πρακτικές συστάσεις
Δεν υπάρχει μια ενιαία απάντηση που να ταιριάζει σε όλους. Οι διατροφικές ανάγκες ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, το επίπεδο δραστηριότητας, την κατάσταση της υγείας και τη γενετική προδιάθεση. Για τους νεότερους και τους αθλητές, η επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης παραμένει απαραίτητη. Για τους ηλικιωμένους, η πρόσληψη μπορεί να χρειάζεται αύξηση. Για ορισμένους άλλους, ο μέτριος περιορισμός ορισμένων αμινοξέων μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα.
Αυτό που προκύπτει με σαφήνεια είναι ότι η συζήτηση γύρω από την πρωτεΐνη και τη γήρανση δεν έχει τελειώσει. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και οι απαντήσεις που θα προκύψουν θα είναι σίγουρα πιο σύνθετες από την απλή εξίσωση «περισσότερη πρωτεΐνη = καλύτερη υγεία». Ίσως, τελικά, η μακροζωία να μην κρύβεται στην αφθονία, αλλά στη σοφή ισορροπία.
Πηγή: www.zougla.gr