ΚΙΤΣΕΝΕΡ. ΟΝΤΑΡΙΟ. Το πρωί της Κυριακής, η βροχή θα μπορούσε να είχε σταματήσει πρόωρα το Ελληνικό Φεστιβάλ στο Κίτσενερ. Στην αυλή της ελληνορθόδοξης εκκλησίας των Αγίων Πέτρου και Παύλου, όμως, οι άνθρωποι έφταναν με αδιάβροχα, ομπρέλες και μπότες. Δεν ερχόντουσαν απλώς για ένα πιάτο φαγητό. Ερχόντουσαν σε ένα ραντεβού που, όπως φαίνεται, η ευρύτερη περιοχή του Γουότερλου έχει μάθει να περιμένει κάθε Ιούνιο.
Το Ελληνικό Φεστιβάλ του Κίτσενερ, που πραγματοποιήθηκε στις 13 και 14 Ιουνίου, συμπλήρωσε φέτος 44 χρόνια παρουσίας και σε ένα μόνο Σαββατοκύριακο, σύμφωνα με τους διοργανωτές, πέρασαν από τον χώρο της ελληνικής γιορτής, κάτι λιγότερο από οχτώ χιλιάδες επισκέπτες. Η προβολή του δεν στηρίχθηκε σε κάποια μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία. Διακόσιες μικρές πινακίδες στους δρόμους των τριών πόλεων Κίτσενερ, Γουότερλου και του Κέιμπριτζ, μαζί με την ανάρτηση που έκανε η κοινότητα στην ιστοσελίδα της, ήταν αρκετές για να κινητοποιήσουν ένα κοινό που γνωρίζει ότι το δεύτερο Σαββατοκύριακο του Ιουνίου η καλοκαιρινή περίοδος των φεστιβάλ αρχίζει και αρχίζει από την «ελληνική αυλή».
Ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο, Ιωάννης Χατζαντωνάκης, απευθύνει χαιρετισμό στο Ελληνικό Φεστιβάλ του Κίτσενερ, παρουσία του ιερέα της κοινότητας και του Ύπατου Αρμοστή της Κυπριακής Δημοκρατίας στον Καναδά, Σταύρος Χατζηγιάννης. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Δημήτρης Βοχαΐτης
Εκείνο που εντυπωσιάζει δεν είναι μόνο ο αριθμός επισκεπτών. Είναι η οργάνωση και οι εργασίες που κρύβονται πίσω από την υποστήριξη αυτής της προσπάθειας με μία πολύ μικρή κουζίνα, λίγες αίθουσες, ένα ψυγείο-φορτηγό που επιστρατεύεται για την αποθήκευση των τροφίμων, σκηνές, τραπέζια, καρέκλες, ορχήστρα, έλεγχοι υγειονομικών Αρχών και πάνω από όλα περίπου 200 εθελοντές όλων των ηλικιών. Ορισμένοι είναι μέλη της κοινότητας. Άλλοι είναι μαθητές που συμπληρώνουν τις ώρες εθελοντικής εργασίας για το σχολείο τους. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν και μη Έλληνες που έρχονται επειδή αγαπούν την ελληνική κουλτούρα, τη μουσική, το φαγητό, την αίσθηση συμμετοχής, μα πάνω απ’ όλα, της ελληνικής σχέσης.
Πέρα από τον πολιτιστικό και κοινοτικό του χαρακτήρα, το φεστιβάλ έχει αναπτύξει και μία κοινωνική διάσταση αφού με τη συνεργασία της κοινότητας με την τράπεζα τροφίμων της περιφέρειας Γουότερλου. Η διοργάνωση έχει συμβάλει στην προσφορά τροφίμων σε περισσότερες από 44.000 οικογένειες, μετατρέποντας την ελληνική φιλοξενία από συμβολική αξία σε πράξη αλληλεγγύης. Έτσι, το φεστιβάλ δεν λειτουργεί μόνο ως χώρος προβολής της ελληνικής κουζίνας και παράδοσης αλλά και ως γέφυρα προσφοράς προς την ευρύτερη κοινωνία.
Η πολιτιστική σύμβουλος του γενικού προξενείου της Ελλάδας στο Τορόντο, Δρ. Μαριλένα Γρίβα (τρίτη από αριστερά), δήλωσε στον ΕΚ ότι “το Κίτσενερ είναι από τις περιπτώσεις που θέλω να βοηθήσω εθελοντικά και είναι οι μόνοι που δίνουν λόγο στον ρόλο μου”.
Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Δημήτρης Βοχαΐτης
Η καρδιά του φεστιβάλ, ωστόσο, βρίσκεται στην κουζίνα. Εκεί όπου οι κυρίες της φιλοπτώχου ετοιμάζουν κάθε φαγητό από το μηδέν. Με συνταγές που δεν τις παίρνουν από κάποιον επαγγελματικό κατάλογο προμηθειών αλλά από τη μνήμη και το πέρασμα τους από γενιά σε γενιά. Κάθε τι που χρησιμοποιούνε είναι ανεπεξέργαστη πρώτη ύλη. Για κάθε φαγητό όλα τα υλικά επιλέγονται ένα-ένα, με προσοχή και ετοιμάζονται από την αρχή -είτε αυτός είναι μουσακάς, παστίτσιο, σουβλάκι, αρνί στη σούβλα, ελληνική σαλάτα, ντολμάδες, πατάτες φούρνου, μπακλαβάς, κανταΐφι, γαλακτομπούρεκο, είτε και λουκουμάδες- γιατί όλα αυτά συνθέτουν ένα μενού που, για τους Έλληνες εκεί δεν μπορεί να είναι μία εμπορική αναπαράσταση «κάποιας Ελλάδας» αλλά μία πράξη κουλτούρας, πολιτισμού και σχέσης μεταξύ των εκεί μελών.
Με χειροποίητα κεράσματα, οικογενειακές συνταγές και αθόρυβη εργασία πίσω από τους πάγκους, η κοινότητα κράτησε ζωντανή τη μαγειρική της παράδοση. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Δημήτρης Βοχαΐτης
«Είναι η προσοχή στη λεπτομέρεια», λέει η πρόεδρος της κοινότητας Μαρία-Γαρυφαλιά Μενούνου, περιγράφοντας το στοιχείο που, κατά την άποψή της, ξεχωρίζει το φεστιβάλ. Δεν υπάρχει τίποτα πρόχειρο ή παγωμένο, σημειώνει. Όλες οι συνταγές είναι «της γιαγιάς» και «της μαμάς» και σε αυτήν τη φράση βρίσκεται ίσως και το βαθύτερο πολιτισμικό περιεχόμενο της διοργάνωσης. Η ελληνική γαστρονομία δεν σερβίρεται ως μία φτηνή τουριστική ανυπαρξία αλλά ως μία διατροφική κληρονομιά.
Το φεστιβάλ, όμως, δεν μπορεί να είναι μόνο φαγητό. Είναι ένας μηχανισμός κοινοτικής συνοχής. Η ελληνική παρουσία στην περιοχή του Κίτσενερ, Γουότερλου και του Κέιμπριτζ φτάνει, σύμφωνα με την πρόεδρο της ελληνικής κοινότητας, σε σχεδόν 4.000 οικογένειες που βρίσκονται διάσπαρτες και σε μικρότερες πόλεις και περιοχές όπως το Γκούελφ, το Στράτφορντ, το Μπράντφορντ, του Γούντστοκ, και Μάουντ Φόρεστ, εκ των οποίων λίγες απουσιάζουν. Πριν η παροικία αποκτήσει τη σημερινή της εκκλησία, οι Έλληνες της ευρύτερης περιοχής νοικιάζανε χώρους και αρένες για τις ακολουθίες τους. Το Πάσχα τελούνταν στο Auditorium του Κίτσενερ. Το φεστιβάλ γινόταν κάποτε στην αγορά της πόλης. Σιγά σιγά, με οικονομική προσπάθεια και συλλογική επιμονή, η κοινότητα απέκτησε τον χώρο της.
Αυτή η διαδρομή εξηγεί και τη σημασία που έχει η εθελοντική εργασία. Στο φεστιβάλ, όπως το περιγράφουν οι άνθρωποί του, δεν υπάρχει εργασία «κατώτερη» ή «ανώτερη». Όποιος βλέπει κάτι που πρέπει να γίνει, το κάνει. Ακόμα και η πρόεδρος θα μαζέψει και θα πετάξει τα σκουπίδια. Η πρεσβυτέρα θα πλύνει ταψιά. Ο ιερέας, ο ταμίας, οι νεότεροι, οι παλαιότεροι, οι μαθητές και οι επισκέπτες λειτουργούν, για δύο ημέρες, σαν μέλη ενός οργανισμού. Και αυτό δεν είναι απλώς οργάνωση. Είναι η έννοια της ηγεσίας χωρίς επίδειξη.
Κάθε Ιούνιο ο προαύλιο χώρος της εκκλησίας των Αγ. Πέτρου και Παύλου μετατρέπεται το σημείο συνάντησης για την ελληνική παροικία και την ευρύτερη κοινωνία της περιοχής του Γουότερλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Δημήτρης Βοχαΐτης
Σημαντικός είναι και ο ρόλος της νεολαίας. Το χορευτικό πρόγραμμα αριθμεί περίπου 70 παιδιά, εκ των οποίων περίπου 40 συμμετέχουν στο μεγαλύτερο ηλικιακά τμήμα, τη «Λεβεντογενιά». Πολλοί από τους σημερινούς δασκάλους υπήρξαν οι ίδιοι μαθητές του προγράμματος. Τα παιδιά δεν συμμετέχουν μόνο στη σκηνή. Οργανώνουν μικρές δράσεις, συγκεντρώνουν χρήματα για στολές, μετακινήσεις και συμμετοχές σε άλλες διοργανώσεις, μαθαίνοντας στην πράξη πώς λειτουργεί μία επιτροπή, ένα συμβούλιο, μία κοινότητα.
Στο φετινό φεστιβάλ παρευρέθηκαν ομόσπονδοι και επαρχιακοί βουλευτές, τρεις δήμαρχοι, ο ύπατος αρμοστής της Κύπρου, ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο, Ιωάννης Χατζαντωνάκης και η πολιτιστική σύμβουλος του γενικού προξενείου, Δρ Μαριλένα Γρίβα. Η παρουσία τους εκεί δεν αντιμετωπίστηκε ως μία τυπική θεσμική επίσκεψη αλλά ως ένδειξη απόλυτου ενδιαφέροντος για την ιστορία και τη δυναμική αυτής της μικρότερης αλλά ιδιαίτερα δραστήριας ελληνικής κοινότητας του Οντάριο.
Σε συνομιλία που είχαμε με την πολιτιστική σύμβουλο μας τόνισε ότι «δεν στέκομαι στη διοργάνωση αλλά στον τρόπο με τον οποίο η κοινότητα του Κίτσενερ αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό ως ζωντανή πράξη και όχι ως αναφορά στην παράδοση». Όπως μας υπογράμμισε, «η κοινότητα του Κίτσενερ είναι από τις περιπτώσεις όπου ο ρόλος μου ως πολιτιστικής συμβούλου αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερη θέρμη και ουσιαστικό σεβασμό» ενώ εξέφρασε την υπερηφάνειά της για ένα φεστιβάλ που προάγει τον ελληνικό πολιτισμό μέσα από τη γαστρονομία, τη φιλοξενία και τη συλλογική συμμετοχή. «Το Κίτσενερ είναι μέσα στην καρδιά μας και η καρδιά του Ελληνισμού χτυπά στο Κίτσενερ αυτό το διήμερο», μου ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το Κίτσενερ δεν έχει το μέγεθος του Τορόντο ούτε την ιστορική πυκνότητα του Μόντρεαλ. Έχει, όμως, κάτι που σε πολλές παροικίες χάνεται όταν οι θεσμοί μεγαλώνουν ή κουράζονται. Τη σχέση. Μία κοινότητα όπου ο νέος γίνεται ορατός και όλα γίνονται με διαφάνεια.
Στο τέλος, το ελληνικό φεστιβάλ του Κίτσενερ δεν είναι απλώς μια γιορτή φαγητού. Είναι ένας δημόσιος τρόπος να πει μια κοινότητα ότι είναι παρούσα. Ότι η παράδοση δεν σώζεται μόνο με λόγους, επετείους, σημαίες και πανηγύρια αλλά με ταψιά που πλένονται, φύλλα που ανοίγονται, παιδιά που χορεύουν, εθελοντές που στέκονται στη βροχή και ανθρώπους που επιστρέφουν κάθε Ιούνιο επειδή ξέρουν πως εκεί, για δύο ημέρες, η Ελλάδα δεν παρουσιάζεται αλλά υπάρχει.
Πηγή: www.ekirikas.com