Στις 17 Απριλίου, από το Pier 36 στο Μανχάταν, ένα πλοίο ξεκίνησε για μια τρίωρη διαδρομή που, με μια πρώτη ματιά, θα μπορούσε να θεωρηθεί μία ακόμη επετειακή εκδήλωση μέσα στο πυκνό ημερολόγιο της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας. Δεν επρόκειτο μόνο για μια θαλάσσια περιήγηση στον East River και τον Hudson, αλλά για μια απόπειρα σύμπτυξης χρόνων, τόπων και ιδεών. Μια συμβολική πλεύση που επιχείρησε να φέρει σε διάλογο δύο ιστορικές στιγμές που διαμόρφωσαν τον σύγχρονο κόσμο: την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας του 1776. Όχι σαν κεφάλαια βιβλίου, αλλά σαν ζωντανές μνήμες που εξακολουθούν να επιμένουν.
Η εκδήλωση εντάχθηκε σε μια ευρύτερη σειρά δράσεων που κορυφώνονται κάθε χρόνο με την ελληνική παρέλαση στην Πέμπτη Λεωφόρο, όμως αυτή τη φορά απέκτησε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Ο Λου Κάτσος, πρόεδρος της φετινής παρέλασης, επέλεξε να επεκτείνει τον εορτασμό πέρα από τον δημόσιο χώρο της πόλης και να τον μεταφέρει στο υγρό στοιχείο, σε ένα περιβάλλον όπου η μνήμη δεν αναπαρίσταται απλώς, αλλά βιώνεται.
Ο Λου Κάτσος με μέλη απο τους ΑΧΕΠΑ. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ Γιάννα Κατσαγεώργη
Με οργανωτική ακρίβεια, ουσιαστική γνώση της ιστορίας και ένα εμφανές, σχεδόν βιωματικό πάθος για την Ελλάδα, κατάφερε να μετατρέψει αυτή την εκδήλωση σε κάτι πολύ περισσότερο από μια γιορτή. Έχοντας αποδείξει διαχρονικά ότι αποτελεί έναν από τους πλέον καθοριστικούς και επιτυχημένους οργανωτές της ελληνικής παρέλασης στην Πέμπτη Λεωφόρο, ενός θεσμού που κάθε χρόνο συγκεντρώνει την Ομογένεια και τιμά την Ελλάδα στην «καρδιά» της Νέας Υόρκης, έχει εδραιώσει τη θέση του ως μία από τις πιο αξιόπιστες και δυναμικές παρουσίες στη διοργάνωσή της, γιατί συνδυάζει την ιστορική συνείδηση με την αγάπη και τον σεβασμό του για την Ελλάδα και την Αμερική, τις οργανωτικές του δεξιότητες με μια βαθιά ανθρωπιά και μια διάθεση προσφοράς, καλοσύνης και γενναιοδωρίας που διαπερνά κάθε του πρωτοβουλία.
Μέσα από αυτή τη σύνθεση προσωπικών και διοικητικών αρετών, κατάφερε να συγκεντρώσει στο πλοίο ένα ετερόκλητο, αλλά ουσιαστικά ενωμένο πλήθος: Έλληνες της Διασποράς, επισκέπτες από την Ελλάδα, φίλους του ελληνικού πολιτισμού, δημοσιογράφους, διπλωμάτες, ανθρώπους που δεν συνδέονταν απαραίτητα με κοινή καταγωγή, αλλά συναντήθηκαν σε κάτι βαθύτερο, σε μια κοινή αναφορά σε έννοιες όπως η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ιστορική συνέχεια.
Η διαδρομή του πλοίου δεν ήταν τυχαία. Από το Lower East Side, κάτω από τη Γέφυρα του Μπρούκλιν, δίπλα από το South Street Seaport και το Governor’s Island, η πορεία προς το Άγαλμα της Ελευθερίας λειτούργησε ως μια διαδοχική αποκάλυψη εικόνων: το φωτισμένο Μανχάταν, με τους ουρανοξύστες του να αντανακλούν μια ιδέα δύναμης και προόδου και απέναντι, η πιο ήπια, σχεδόν γαλήνια γεωγραφία του Νιου Τζέρσεϊ. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο όψεις, το πλοίο έγινε ένας ενδιάμεσος χώρος, ένας τόπος μετάβασης, όπου το παρόν συνομιλούσε διαρκώς με το παρελθόν.
Οι επιβάτες συμμετείχαν σε μια γιορτή με μουσική, χορό, φαγητό, συνομιλίες. Όμως η ατμόσφαιρα δεν εξαντλούνταν στην εξωστρέφεια. Υπήρχε μια υπόγεια συγκέντρωση, μια αίσθηση ότι η εκδήλωση αυτή δεν ήταν μόνο κοινωνική, αλλά και συμβολική. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία των επίσημων προσκεκλημένων που υπηρετούν την χώρα τους στη Νέα Υόρκη, προσέδιδε μια επιπλέον διάσταση. Η γενική πρόξενος της Ελλάδας, Ιφιγένεια Καναρά, ο γενικός πρόξενος της Κυπριακής Δημοκρατίας Κυριάκος Πογιατζής, ο γενικός πρόξενος της Ελβετίας, (πρέσβης) Niculin Jäger, η Μαίρη Βαξεβανίδου, επικεφαλής του Γραφείου Δημόσιας Διπλωματίας και ο Νίκος Θωμόπουλος, επικεφαλής του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων, δεν εκπροσωπούσαν απλώς τις χώρες τους. Ενσάρκωναν, με τον τρόπο τους, μια ιστορική συνέχεια σχέσεων και αλληλεπιδράσεων.
Η γενική πρόξενος της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη Ιφιγένεια Καναρά. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ Γιάννα Κατσαγεώργη
Ιδιαίτερα η παρουσία του Ελβετού προξένου είχε μια σημασία που δεν ήταν άμεσα ορατή, αλλά βαθιά ουσιαστική. Η Ελβετία, αν και δεν συνδέεται ευθέως στη συλλογική μνήμη με την Ελληνική Επανάσταση, υπήρξε σημαντικός τόπος φιλελληνικής υποστήριξης. Και στο επίκεντρο αυτής της σύνδεσης βρίσκεται ο Ιωάννης Καποδίστριας. Πριν αναλάβει τον ρόλο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, ο Καποδίστριας είχε συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της ελβετικής ομοσπονδιακής δομής και του Συντάγματος του 1814. Η σχέση αυτή δεν είναι απλώς ιστορική λεπτομέρεια, είναι ένδειξη μιας ευρωπαϊκής διάστασης του ελληνικού αγώνα, μιας αλληλεξάρτησης που συχνά παραγνωρίζεται.
Καθώς το πλοίο πλησίαζε το Άγαλμα της Ελευθερίας, η εκδήλωση έφτασε στο αποκορύφωμά της με τον λόγο του Λου Κάτσου. Δεν επρόκειτο για έναν ρητορικό λόγο με την παραδοσιακή έννοια. Ήταν περισσότερο μια στοχαστική τοποθέτηση, που επιχείρησε να δώσει νόημα στη συνύπαρξη όλων αυτών των στοιχείων:
«Καλησπέρα σας, αγαπητοί φίλοι… Απόψε δεν βρισκόμαστε απλώς στα νερά του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Βρισκόμαστε μέσα στην ίδια την Ιστορία…».
Η εικόνα που πρότεινε, η Αθηνά στο Battle Hill του Μπρούκλιν, στραμμένη προς το Άγαλμα της Ελευθερίας, λειτούργησε σαν κεντρικό σύμβολο. Στο σημείο όπου διεξήχθη η Μάχη του Λονγκ Άιλαντ, η μεγαλύτερη της Αμερικανικής Επανάστασης, η ελευθερία δοκιμάστηκε στην πιο εύθραυστη μορφή της. Και από εκεί, η Αθηνά, ως ενσάρκωση της σοφίας, «κοιτά» προς το σύγχρονο σύμβολο της Ελευθερίας. Η σύνδεση αυτή, αν και συμβολική, αποκτούσε μια σχεδόν απτή υπόσταση μέσα στη συγκεκριμένη χωρική και χρονική συγκυρία.
Ο Νίκος Θωμόπουλος, επικεφαλής του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων και η Μαίρη Βαξεβανίδου, επικεφαλής του Γραφείου Δημόσιας Διπλωματίας. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ Γιάννα Κατσαγεώργη
«Η σοφία χαιρετά την ελευθερία. Ο αρχαίος κόσμος και ο σύγχρονος στέκονται σε διάλογο».
Η φράση αυτή δεν επιδίωξε να εντυπωσιάσει αλλά να αποκαταστήσει μια συνέχεια που συχνά χάνεται μέσα στην επιφανειακή κατανάλωση της ιστορίας. Γιατί οι επαναστάσεις δεν είναι μόνο γεγονότα του παρελθόντος, είναι διαδικασίες που επαναπροσδιορίζονται σε κάθε εποχή.
Σε ένα από τα πιο ουσιαστικά σημεία του λόγου του, ο Λου Κάτσος επανέφερε την έννοια της επετείου στο πραγματικό της βάρος: «Καθώς τιμούμε αυτή την εξαιρετική χρονιά, 205 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, και καθώς πλησιάζουμε τα 250 χρόνια από την Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, μαζί με τα 250 χρόνια από τη γέννηση του Ιωάννη Καποδίστρια και τα 200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου, θυμόμαστε ότι δεν πρόκειται απλώς για επετείους, αλλά για σταθμούς σε μια συνεχιζόμενη πορεία προς την ελευθερία. Μας υπενθυμίζουν ότι η ελευθερία πρέπει να ανανεώνεται, να υπερασπίζεται και να βιώνεται, από κάθε γενιά».
Η επισήμανση αυτή ήταν μια υπενθύμιση ότι η Ιστορία δεν είναι ένα στατικό αρχείο, αλλά μια ενεργή διαδικασία. Και ίσως εκεί να ήταν και η ουσία της εκδήλωσης: όχι στη μνήμη καθαυτή, αλλά στον τρόπο που αυτή ενεργοποιείται στο παρόν.
Ο Λου Κάτσος χαιρετά τους καλεσμένους κατά την άφιξη τους στο Pier 36. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ Γιάννα Κατσαγεώργη
Καθώς το πλοίο ολοκλήρωσε την πορεία του και τα φώτα της πόλης αντανακλούσαν στο νερό, η πρόποση που ακολούθησε δεν είχε τον χαρακτήρα τυπικής κατάληξης. Ήταν περισσότερο μια συλλογική χειρονομία αναγνώρισης:
Στην Ελλάδα – τη γενέτειρα του πρώτου φωτός της ελευθερίας.
Στην Αμερική – όπου αυτό το φως βρήκε νέα ζωή.
Στη γέφυρα που ενώνει τα δύο.
Σε μια εποχή όπου οι έννοιες της ελευθερίας και της ταυτότητας επαναδιαπραγματεύονται διαρκώς, μια τέτοια εκδήλωση δεν αλλάζει τον κόσμο. Αλλά δημιουργεί έναν χώρο, έστω προσωρινό, όπου μπορούμε να θυμηθούμε, ότι η Ιστορία δεν μας ανήκει μόνο ως παρελθόν. Μας αφορά σαν παρόν και σαν ευθύνη.
Ο γενικός Πρόξενος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κ. Κυριάκος Πογιατζής. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Γιάννα Κατσαγεώργη
Στιγμιότυπο από την εκδήλωση. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Γιάννα Κατσαγεώργη
Στιγμιότυπο από την εκδήλωση. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Γιάννα Κατσαγεώργη
Στιγμιότυπο από την εκδήλωση. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Γιάννα Κατσαγεώργη
Στιγμιότυπο από την εκδήλωση. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Γιάννα Κατσαγεώργη
Στιγμιότυπο από την εκδήλωση. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/Γιάννα Κατσαγεώργη
Πηγή: www.ekirikas.com