Η Ελλάδα αυξάνει τις δαπάνες της για έρευνα και ανάπτυξη, την ώρα όμως που το ανθρώπινο δυναμικό που καλείται να στηρίξει αυτή την προσπάθεια εμφανίζει υποχώρηση, σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (ΕΚΤ) για το 2024.
Οι συνολικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα έφτασαν το 2024 τα 3,621 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 256,25 εκατ. ευρώ ή 7,6% σε σχέση με το 2023. Την ίδια ώρα, όμως, το προσωπικό που απασχολείται σε δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης μειώθηκε κατά 5,7%, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μείωση στους ίδιους τους ερευνητές.
Συγκεκριμένα, το συνολικό προσωπικό έρευνα και ανάπτυξη, σε Ισοδύναμα Πλήρους Απασχόλησης (ΙΠΑ), περιορίστηκε στις 69.124 θέσεις, από 73.263 το 2023. Οι ερευνητές μειώθηκαν στις 50.892 θέσεις πλήρους απασχόλησης, από 54.679 έναν χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας πτώση 6,9%.

Η μείωση του προσωπικού έρευνας και ανάπτυξης δεν σημαίνει από μόνη της ότι οι συγκεκριμένοι ερευνητές έφυγαν από τη χώρα. Τα στοιχεία του ΕΚΤ καταγράφουν την απασχόληση στον τομέα και δεν αποδίδουν αιτία στη συγκεκριμένη μεταβολή. Η εικόνα, ωστόσο, έρχεται σε μια χώρα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της μεγάλης εξόδου επιστημόνων και εργαζομένων υψηλής εξειδίκευσης στο εξωτερικό.
Πώς αυξήθηκε η δαπάνη
Η αύξηση των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης αποτελεί σημαντική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία, καθώς το 2024 οι δαπάνες αντιστοιχούσαν στο 1,53% του ΑΕΠ, έναντι χαμηλότερου ποσοστού το 2023, ενώ το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 5,4%.
Ο δείκτης «Ένταση Ε&Α», που μετρά τις δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατατάσσει την Ελλάδα στη 13η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, ενώ ίδια θέση βρίσκεται η χώρα και ως προς τα Ισοδύναμα Πλήρους Απασχόλησης του συνολικού προσωπικού Ε&Α.
Το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών πραγματοποιείται από τις επιχειρήσεις. Το 2024 ο επιχειρηματικός τομέας κάλυψε το 54,8% των συνολικών δαπανών έρευνας και ανάπτυξης, με ποσό 1,98565 δισ. ευρώ, συνεχίζοντας την ανοδική πορεία των τελευταίων ετών.

Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη συνεισφορά στις επιχειρηματικές δαπάνες ήταν η «Ενημέρωση & Επικοινωνία» με 304,75 εκατ. ευρώ, τα «Ορυχεία και λατομεία» με 299,31 εκατ. ευρώ, οι «Χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες» με 254,91 εκατ. ευρώ, οι «Επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες» με 203,04 εκατ. ευρώ, το «Χονδρικό και λιανικό εμπόριο» με 199,89 εκατ. ευρώ και η «Παραγωγή βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών σκευασμάτων» με 196,16 εκατ. ευρώ.
Αν εξεταστεί συνολικά ο τομέας Πληροφοριών και Επικοινωνίας, όπως διαμορφώνεται από επιμέρους κλάδους της Μεταποίησης και των Υπηρεσιών, οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης ανήλθαν σε 361,43 εκατ. ευρώ.
Στις επιχειρήσεις απασχολούνταν το 2024 23.012 ΙΠΑ σε δραστηριότητες Ε&Α, που αντιστοιχούν στο 33,3% του συνολικού προσωπικού Ε&Α. Από αυτούς, οι 16.632 ΙΠΑ αφορούσαν εργαζόμενους με ερευνητικά καθήκοντα.
Σχεδόν 1 δισ. ευρώ στα πανεπιστήμια
Δεύτερος μεγαλύτερος τομέας ως προς τις δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης ήταν η τριτοβάθμια εκπαίδευση, στην οποία περιλαμβάνονται τα Πανεπιστήμια, τα Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα και τα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία.
Οι δαπάνες του συγκεκριμένου τομέα έφτασαν το 2024 τα 911,03 εκατ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 25,2% του συνόλου. Το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνθηκε στη βασική έρευνα, με 525,94 εκατ. ευρώ, ενώ στην εφαρμοσμένη έρευνα κατευθύνθηκαν 310,64 εκατ. ευρώ.

Σε επίπεδο επιστημονικών πεδίων, τις μεγαλύτερες δαπάνες συγκέντρωσαν η Ιατρική και οι Επιστήμες Υγείας με 254,73 εκατ. ευρώ, οι Επιστήμες Μηχανικού και Τεχνολογία με 230,26 εκατ. ευρώ και οι Κοινωνικές Επιστήμες με 181,65 εκατ. ευρώ.
Η τριτοβάθμια εκπαίδευση συγκεντρώνει παράλληλα και το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού έρευνας και ανάπτυξης. Το 2024 απασχολούσε 29.860 ΙΠΑ, δηλαδή το 43,2% του συνολικού προσωπικού έρευνας και ανάπτυξης, εκ των οποίων οι 24.353 ΙΠΑ αφορούσαν ερευνητικές θέσεις.
Πάνω από 700 εκατ. ευρώ στον κρατικό τομέα
Σημαντικό ρόλο στην ερευνητική δραστηριότητα διατηρεί και ο κρατικός τομέας. Οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης των κρατικών φορέων ανήλθαν το 2024 σε 706,52 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 19,5% των συνολικών δαπανών.
Στον κρατικό τομέα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ερευνητικά κέντρα που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας, δημόσιοι ερευνητικοί φορείς που εποπτεύονται από άλλα υπουργεία, οι Εφορείες Αρχαιοτήτων, οι Υπηρεσίες Νεωτέρων Μνημείων, τα δημόσια μουσεία και νοσοκομεία, καθώς και φορείς και νοσοκομεία του υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
Οι δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης στον κρατικό τομέα αφορούσαν τόσο τη βασική όσο και την εφαρμοσμένη έρευνα, με δαπάνες 271,13 εκατ. ευρώ και 296,53 εκατ. ευρώ αντίστοιχα.

Τα μεγαλύτερα ποσά αφορούσαν την Ιατρική και τις Επιστήμες Υγείας με 193,35 εκατ. ευρώ, τις Επιστήμες Μηχανικού και Τεχνολογία με 149,68 εκατ. ευρώ, τις Φυσικές Επιστήμες με 131,18 εκατ. ευρώ και τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες και Τέχνες με 131,17 εκατ. ευρώ.
Η απασχόληση σε δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης στους κρατικούς φορείς έφτασε τις 15.898 ΙΠΑ, ποσοστό 23% του συνόλου, εκ των οποίων οι 9.649 ΙΠΑ αφορούσαν ερευνητικές θέσεις.
Στον τομέα των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων πραγματοποιήθηκαν, τέλος, δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης ύψους 18,16 εκατ. ευρώ, ενώ η συνολική απασχόληση ανήλθε σε 354 ΙΠΑ, εκ των οποίων οι 258 αφορούσαν ερευνητικές θέσεις.
Οι ιδιώτες τα πρωτεία
Από την πλευρά της χρηματοδότησης, το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης προήλθε από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, με 1,68279 δισ. ευρώ.
Το κράτος χρηματοδότησε δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης με 1,16446 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, τα 762,87 εκατ. ευρώ προήλθαν από τον τακτικό προϋπολογισμό, τα 248,72 εκατ. ευρώ από προγράμματα ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ενώ άλλα 152,87 εκατ. ευρώ προήλθαν από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης και λοιπές κρατικές πηγές.
Παράλληλα, 476,98 εκατ. ευρώ προήλθαν από τη συμμετοχή ελληνικών φορέων σε ανταγωνιστικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το «αγκάθι» του brain drain
Οι αριθμοί δείχνουν ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον περισσότερους πόρους για Έρευνα και Ανάπτυξη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν διαθέτει και το ανθρώπινο δυναμικό που απαιτείται για να μετατρέψει αυτούς τους πόρους σε νέα γνώση, τεχνολογία, καινοτομία και τελικά υψηλότερη παραγωγικότητα.
Το ζήτημα του ανθρώπινου δυναμικού συνδέεται άμεσα και με το brain drain, καθώς περισσότεροι από 800.000 άνθρωποι που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα ζούσαν το 2020/21 σε χώρες του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ και του ΕΚΤ για την ελληνική διασπορά. Μάλιστα, το 93% αυτών των ανθρώπων ζει σε μόλις 12 χώρες, γεγονός που δείχνει πόσο μεγάλο είναι το ανθρώπινο δυναμικό που βρίσκεται εκτός Ελλάδας.
Τα τελευταία χρόνια, πάντως, η εικόνα αρχίζει να αλλάζει. Τη διετία 2023-2024 περίπου 98.000 Έλληνες πολίτες επέστρεψαν στην Ελλάδα, ενώ περίπου 69.000 έφυγαν από τη χώρα. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι οι μεταναστευτικές ροές έχουν αρχίσει να ισορροπούν, ενώ όσοι επιστρέφουν είναι κατά κανόνα νεότεροι και πιο μορφωμένοι σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.
Το brain drain, επομένως, παραμένει ένα πρόβλημα που ζητά λύση, καθώς το μέγεθος της ελληνικής διασποράς δείχνει ότι το αποτύπωμα της προηγούμενης μεγάλης φυγής παραμένει σημαντικό.