Σε μια εποχή που ευνοεί την ταχύτητα και την επιφάνεια, η επιμονή στο βάθος μοιάζει σχεδόν πράξη αντίστασης. Ο Γεώργιος Μπιλάλης, οδοντίατρος στο επάγγελμα και χοράρχης του συνόλου «Ρωμαίικο», κινείται ακριβώς σε αυτή τη σπάνια ζώνη: εκεί όπου η γνώση δεν εξαντλείται στην πληροφορία και η τέχνη δεν περιορίζεται στην αισθητική απόλαυση, αλλά γίνεται τρόπος κατανόησης του κόσμου.
Η πορεία του δεν ακολουθεί τις συνήθεις διαδρομές της μουσικής. Αντίθετα, διαμορφώνεται μέσα από μια ιδιότυπη σύζευξη επιστημονικής ακρίβειας και βιωματικής εμβάθυνσης. Ίσως γι’ αυτό και η παρουσία του έχει ξεπεράσει εδώ και χρόνια τα ελληνικά όρια. Με το «Ρωμαίικο», έχει εμφανιστεί σε σημαντικά μουσικά και ερευνητικά περιβάλλοντα του εξωτερικού, από τη Νέα Υόρκη έως ευρωπαϊκά κέντρα, προσελκύοντας το ενδιαφέρον όχι μόνο του κοινού, αλλά και της διεθνούς μουσικολογικής κοινότητας. Το έργο του δεν αντιμετωπίζεται ως «παράδοση», αλλά ως μια ζωντανή, απαιτητική μορφή τέχνης που επαναδιατυπώνεται. Η δισκογραφία του ανέρχεται σε 37 άλμπουμ με ανέκδοτη μεσαιωνική και νεότερη μουσική.
Στο επίκεντρο αυτής της πορείας βρίσκεται μια σχεδόν εμμονική αναζήτηση: πώς ακούγεται αυτό που δεν ακούγεται πια. Το έργο του Παρθενίου Μετεωρίτη, ενός ηγουμένου του 18ου αιώνα που άφησε πίσω του 64 συνθέσεις σε παλαιά γραφή, γίνεται εδώ το πεδίο μιας βαθιάς συνάντησης, ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, στη σιωπή και την επαναφορά. Με τη συμβολή του μουσικολόγου Ιωάννη Αρβανίτη, τα χειρόγραφα αποκρυπτογραφούνται, και με την ερμηνευτική εργασία του Μπιλάλη, αποκτούν ήχο.

Η παράσταση της 7ης Μαΐου 2026, στον ιερό ναό Αγίου Παντελεήμονα Αχαρνών, δεν είναι απλώς μια συναυλία. Είναι μια απόπειρα επανατοποθέτησης της εμπειρίας: ο ήχος επιστρέφει στον χώρο που τον γέννησε, η ακρόαση γίνεται συμμετοχή, και το παλαιό παύει να είναι παρελθόν.
Σε αυτή τη συνομιλία που ακολουθεί, ο κ. Μπιλάλης δεν μιλά μόνο για μουσική. Μιλά για μνήμη, για σιωπή, για την επίμονη εργασία που απαιτείται ώστε κάτι ξεχασμένο να μπορέσει ξανά να ακουστεί, και, ίσως, να μας μετακινήσει.
Είστε επιστήμονας της Ιατρικής και ταυτόχρονα ερμηνευτής μιας τέχνης αιώνων. Πού συναντιούνται αυτά τα δύο φαινομενικά ασύνδετα σύμπαντα μέσα σας;
Στην πραγματικότητα, συναντιούνται στην ακρίβεια και στην αίσθηση του μέτρου.
Η χειρουργική πράξη που ασκώ, μέσα στο στόμα, στα ούλα, στο κόκκαλο και στα δόντια, απαιτεί μια εξαιρετικά λεπτή διαχείριση, δουλεύεις σε επίπεδο χιλιοστών, με απόλυτη συγκέντρωση και έλεγχο. Αυτή η ίδια πολυπλοκότητα υπάρχει και στη μικροδιαστηματική μουσική της ψαλτικής. Εκεί, το «εργαλείο» είναι το ίδιο σου το σώμα. Η φωνή καλείται να αποδώσει διαστήματα που δεν υπάρχουν στα πλήκτρα ενός πιάνου, κινούνται ανάμεσα στους φθόγγους που γνωρίζουμε στη δυτική μουσική. Χρειάζεται η ίδια ακρίβεια, η ίδια λεπτότητα, η ίδια εσωτερική πειθαρχία. Τελικά, είτε χειρουργείς είτε ψάλλεις καλείσαι να κινηθείς μέσα σε έναν μικρό, σχεδόν αόρατο χώρο, όπου όμως κάθε απόκλιση έχει σημασία. Εκεί συναντιούνται αυτά τα δύο σύμπαντα.
Πότε αρχίσατε να έχετε ενδιαφέρον γι’ αυτό; Γιατί σας έλκυσε αυτή η μουσική;
Ο Γιώργος Μπιλάλης
Υπήρξε μια παράλληλη πορεία από το δεύτερο έτος της Οδοντιατρικής στην Αθήνα, σχεδόν σαν ένα «διπλό πτυχίο». Το πρωί μέχρι το απόγευμα ήμουν στη Σχολή και τα βράδια, καθημερινά, μελετούσα τη μικροδιαστηματική μουσική. Ο πατέρας μου, που είχε μάθει λίγο να ψέλνει ως φοιτητής, μου φαινόταν μάλλον ερασιτέχνης και δεν αποτέλεσε κίνητρο.
Κάποια στιγμή διαπίστωσα το μεγάλο ενδιαφέρον που υπήρχε στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στη Γαλλία, και αποφάσισα να αφοσιωθώ πιο σοβαρά. Όσο εμβαθύνεις, τόσο περισσότερο σε κερδίζει. Στο τρίτο έτος άρχισα να ψέλνω και να έχω ένα καλό εισόδημα τα Σαββατοκύριακα, όμως αυτό δεν ήταν το ουσιαστικό. Με γοήτευε το άγνωστο: η δυνατότητα όχι μόνο να διαβάζεις, αλλά να εκφράζεις τη μουσική με το ίδιο σου το σώμα. Ήταν σαν να μαθαίνω δύο γλώσσες ταυτόχρονα, τη βυζαντινή γραφή και τη σύνδεσή της με τον λόγο. Παρότι στην εφηβεία μου δεν είχα καμία σχέση με την εκκλησία, η μουσική υπήρχε μέσα μου. Ουσιαστικά ξεκίνησα στα 18, από μια εσωτερική ανάγκη που σταδιακά έγινε πορεία ζωής.
Αν σας ζητούσαν να περιγράψετε τη Βυζαντινή Ψαλτική, όχι ως μουσική αλλά ως εμπειρία, τι θα λέγατε;
Είναι πρωτίστως μια κατάσταση καρδιάς. Μια εσωτερική διεργασία, όπου αναζωογονείς ή καλύτερα επαναφέρεις μέσα στο νου σου την προσευχή και το βαθύτερο νόημα των κειμένων, των ποιημάτων που ψάλλονται. Πρόκειται για ένα αυτοτροφοδοτούμενο βίωμα: ξεκινά από την ψυχή, περνά μέσα από μια νοητική συγκέντρωση και καταλήγει στην ανάγκη να εκφράσεις αυτό που λες. Δεν είναι απλώς εκφορά λόγου ή μελωδίας, είναι η προσπάθεια να ενσαρκώσεις το νόημα του ποιητικού λόγου. Και τελικά, αυτό που εκφράζεται δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσευχή.
Δηλαδή, είναι τελικά μια πνευματική εμπειρία που δεν σχετίζεται με τον Θεό; Ή σχετίζεται με κάτι άγνωστο, ασύλληπτο, που νιώθεις την ανάγκη να υπηρετήσεις;

Υπάρχει το ποιητικό κείμενο που γεννήθηκε τον 5ο, τον 6ο, τον 7ο αιώνα και συνοδεύεται από μια συγκεκριμένη μουσική «επένδυση», η οποία έχει σκοπό να αναδείξει το νόημά του. Το νόημα αυτό αναφέρεται σε μια τριαδική υπόσταση, σε μια υπερβατική, εξωφυσική οντότητα, την οποία προσπαθείς να προσεγγίσεις είτε με το νοητικό μέρος της ύπαρξής σου, είτε με το άυλο της ψυχής. Και βέβαια, σε αυτό το άυλο πεδίο, η ψυχή του καθενός «μιλά» με διαφορετικό τρόπο, με δικές της λέξεις. Αυτά τα βιώματα δεν περιγράφονται εύκολα. Υπάρχουν στιγμές, σε φράσεις ορισμένων ύμνων, όπου νιώθω έναν έντονο, σχεδόν ερωτικό παλμό, μια βαθιά συγκίνηση που, μέσα από τη μουσική με συνεπαίρνει και με υπερβαίνει.
Το σύνολο «Ρωμαίικο» δεν αναπαράγει απλώς αυτή τη μουσική, μοιάζει να ανασταίνει τους ήχους. Ποιος είναι ο στόχος σας;
Ο στόχος μας είναι να φέρουμε στο φως ένα άγνωστο ρεπερτόριο, το οποίο βρίσκεται καταγεγραμμένο σε χειρόγραφα και παραμένει σχεδόν ξεχασμένο. Να το ανασύρουμε και να το παρουσιάσουμε στο κοινό, δίνοντάς του μια άλλη διάσταση, μια διαφορετική ποιότητα και ουσία.
Δεν μας ενδιαφέρει να επαναλάβουμε τετριμμένα πράγματα. Υπάρχει σήμερα μια τάση επιφανειακής παρουσίασης με πρόχειρες «συναυλίες» και εύπεπτο περιεχόμενο στα μέσα όπως το TikTok ή το YouTube, που αλλοιώνει το ίδιο το νόημα αυτής της μουσικής. Συχνά, μάλιστα, προωθούνται πρόσωπα ως «σταρ» μέσα από μηχανισμούς που αποσκοπούν κυρίως στο οικονομικό όφελος. Εμείς δεν υπηρετούμε αυτή τη λογική. Δεν παρουσιάζουμε κάτι κοινό ή εύκολο. Η προσέγγισή μας δεν έχει σχέση με τέτοιου είδους εκδοχές της ψαλτικής. Μιλάμε για μια μορφή λόγιας, σχεδόν κλασικής μουσικής, η οποία εμπεριέχει βαθιά πνευματικότητα και μπορεί να σε μεταφέρει αλλού, να σε μεταιωρίσει.
Ο Γιώργος Μπιλάλης
Πόσο μακριά είμαστε σήμερα από τον αυθεντικό ήχο της Κωνσταντινούπολης;
Είμαστε πολύ μακριά. Αυτό που ακούμε σήμερα στις εκκλησίες βασίζεται κυρίως σε μια παράδοση που διαμορφώθηκε γύρω στο 1770, και συχνά σε ακόμη πιο αλλοιωμένες μορφές. Υπάρχουν διαφορετικές τάσεις, άλλοι ψάλτες κινούνται προς πιο «ανατολικές» εκδοχές, άλλοι προς πιο «ευρωπαϊκές», απομακρύνοντας το άκουσμα από την παλαιότερη παράδοση. Μια καθοριστική τομή έγινε τον 19ο αιώνα, όταν τα μέλη συντομεύτηκαν και άλλαξε η μορφή της μουσικής. Έτσι, διατηρούμε μια μεταγενέστερη εκδοχή, ενώ ο αυθεντικός τρόπος ψαλμωδίας των παλαιότερων αιώνων, ιδιαίτερα πριν το 1400, έχει ουσιαστικά χαθεί.
Υπάρχουν μνήμες από αυτή την παλαιά παράδοση; Υπάρχουν άνθρωποι που τη συνέχισαν;
Στην ουσία, υπήρξε μια μεγάλη διακοπή περίπου έξι αιώνων. Από τον 15ο αιώνα και μετά, η παλαιά ηχητική παράδοση δεν μεταδόθηκε ζωντανά και σίγησε. Δεν υπήρξε μια αδιάσπαστη συνέχεια, όπως θα περίμενε κανείς.
Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή εμφανίζεται η περίπτωση του Γιάννη Αρβανίτη, ο οποίος, μέσα από δεκαετίες συστηματικής έρευνας, κατάφερε να προσεγγίσει το μουσικό χειρόγραφο χαμένο και να το ξεκλειδώσει για να μας δώσει αυτόν τον χαμένο ήχο. Μελετώντας σε βάθος την εξέλιξη της παλαιάς γραφής, κατέληξε σε μια ανασύνθεση του ηχητικού κόσμου γύρω στο 1400, ενός ήχου εντελώς διαφορετικού από αυτόν που ακούμε σήμερα.
Τι ακριβώς έχει διασωθεί μέχρι σήμερα και τι τελικά ψάλλουμε;
Αυτό που έχει διασωθεί κυρίως είναι το κείμενο, όχι όμως και η αρχική μουσική του μορφή. Η λατρευτική πράξη βασίζεται στην ελληνιστική κοινή γλώσσα, όπως αποτυπώθηκε στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα στην Αλεξάνδρεια. Το Ψαλτήριο, μέρος της Παλαιάς Διαθήκης, αποτελεί περίπου το μισό της υμνωδίας που ψάλλουμε σήμερα, ενώ το υπόλοιπο προέρχεται από την υμνογραφία των αιώνων 7ου έως 9ου και μετά. Παρότι γνωρίζουμε μεγάλες μορφές, η αυθεντική μουσική τους δεν έχει διασωθεί. Έτσι, ψάλλουμε μεταγενέστερες συνθέσεις: τα κείμενα παραμένουν, αλλά ο αρχικός ηχητικός τους κόσμος έχει χαθεί.

Στις παραστάσεις σας συνυπάρχουν βυζαντινή και οθωμανική μουσική. Πρόκειται για καλλιτεχνική επιλογή ή ιστορική αναγκαιότητα;
Είναι και τα δύο. Η λεγόμενη «βυζαντινή μουσική» όπως τη γνωρίζουμε σήμερα είναι κυρίως μια μεταγενέστερη, μονόφωνη παράδοση, βασισμένη στο μέλος και το ισοκράτημα, που για πολλούς ακούγεται περιορισμένη, καθώς απουσιάζει η οπτική διάσταση. Αντίθετα, η οθωμανική μουσική περιλαμβάνει όργανα, ρυθμό και κίνηση, προσφέροντας μια πιο βιωματική εμπειρία.
Η σύμπραξη αυτών των δύο δεν είναι τυχαία, αναδεικνύει μια κοινή μουσική πραγματικότητα που συνυπήρξε για αιώνες. Έτσι, η επιλογή μας δεν είναι μόνο αισθητική, αλλά και βαθιά ιστορική: παρουσιάζουμε ολοκληρωμένα έναν ενιαίο πολιτισμικό κόσμο.
Ποιος ήταν ο Παρθένιος;
Ο Παρθένιος ήταν ένας σημαντικός Θεσσαλός συνθέτης και ψάλτης του 18ου αιώνα. Μαθήτευσε κοντά στον γνωστό Λαρισαίο δάσκαλο Αναστάσιο Ραψανιώτη από τη Ραψάνη και συνδέθηκε στενά με τον μοναστικό χώρο της περιοχής. Το 1774 έγινε ηγούμενος σε μονή των Μετεώρων, σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εποχή, όπου η Θεσσαλία δοκιμαζόταν από την οθωμανική κυριαρχία και τις πιέσεις της περιόδου του Αλή Πασά. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, υπήρξε ένας σπουδαίος μουσικός δημιουργός. Άφησε πίσω του 64 μνημειακές συνθέσεις, οι οποίες σώζονται σε δύο βασικά χειρόγραφα της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου (κώδικες 329 και 340). Το έργο του χαρακτηρίζεται από εκτενή, αργή και βαθιά «κλασική» γραφή, που απαιτεί χρόνο και εσωτερική εμβάθυνση.
Γιατί παρέμεινε σιωπηλός για περισσότερους από δύο αιώνες;
Ο βασικός λόγος είναι η αλλαγή του μουσικού ύφους που συντελείται από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά. Η παράδοση στρέφεται σε συντομότερες και πιο εύληπτες μορφές, με αποτέλεσμα οι εκτενείς και απαιτητικές συνθέσεις του Παρθενίου να μην ενταχθούν στη ζωντανή πρακτική της Εκκλησίας.
Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος του έργου του έμεινε ανεκτέλεστο και ουσιαστικά ξεχάστηκε. Υπήρξαν κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες διάσωσης ή προσαρμογής, όπως η διασκευή του «Πολυελέου» από μοναχούς στο Άγιον Όρος ή η μεταφορά έργων του στη ρουμανική παράδοση, αλλά αυτές αφορούν ελάχιστα μόνο παραδείγματα από το σύνολο των συνθέσεών του. Ακόμη και στη σύγχρονη εποχή, οι απόπειρες αποκατάστασης του έργου του δεν υπήρξαν πάντα επιτυχείς, καθώς συχνά δεν αποδίδουν το αρχικό ύφος και τη μουσική του λογική.
Έτσι, ο Παρθένιος παρέμεινε «σιωπηλός» για περισσότερους από δύο αιώνες, όχι επειδή δεν υπήρχε το έργο του, αλλά επειδή δεν μπόρεσε να περάσει στη ζωντανή παράδοση της επόμενης εποχής.
Τι νιώσατε όταν ακούσατε για πρώτη φορά, μέσα από τα χειρόγραφα, έναν ήχο που δεν είχε ακουστεί εδώ και αιώνες;
Ήταν μια εμπειρία συγκλονιστική. Το 2015 ανέβηκα στα Μετέωρα για να μελετήσω ένα μοναδικό χειρόγραφο: μια «προπαίδεια» της ψαλτικής του 15ου αιώνα. Αυτό που με τράβηξε ιδιαίτερα ήταν ένα μάθημα σε ήχο πλάγιο του τετάρτου, με τίτλο «Ο χορτάσας λαός εν τη ερήμω». Στο τέλος του υπήρχε μια φράση-αφιέρωση προς τον δάσκαλο: «και τον διδάσκαλον ημών μισθόν ουράνιον δωρήσαι». Ήταν μια απλή, αλλά βαθιά ανθρώπινη στιγμή μέσα στη μαθησιακή διαδικασία εκείνης της εποχής.
Το χειρόγραφο αυτό βρίσκεται στη Μονή Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου (κώδικας 101, φύλλα 19β-20α) και είναι μοναδικό παγκοσμίως. Εκεί γνώρισα και τον ηγούμενο της Μονής Π. Νήφωνα , ο οποίος, έχοντας ακούσει για το «Ρωμαίικο», μου έδειξε και άλλο υλικό, ανάμεσά τους και τα χειρόγραφα του Παρθενίου. Ήταν μια αποκάλυψη: μπροστά μου είχα έναν ολόκληρο κόσμο καταγεγραμμένο, αλλά σιωπηλό.
Εκείνη την περίοδο είχα ήδη μαθητεύσει εκτενώς κοντά στον Γιάννη Αρβανίτη, με εκατοντάδες μαθήματα πάνω στην ψαλτική του 14ου αιώνα. Ήταν σαφές για μένα ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε να «ξεκλειδώσει» αυτό το υλικό. Και πράγματι, όταν προχώρησε στην αποκρυπτογράφηση και μετέγραψε τις συνθέσεις στη σημερινή μουσική γραφή (αυτή που χρησιμοποιείται μετά το 1814), άνοιξε ο δρόμος για να ακουστεί ξανά αυτός ο ήχος.
Από εκεί και πέρα, ανέλαβα να εκπαιδεύσω τους ψάλτες του «Ρωμαίικου», όχι απλώς να διαβάζουν τη νέα γραφή, αλλά να κατανοούν τη σχέση της με το παλαιό χειρόγραφο. Γιατί εκεί βρίσκεται το κλειδί: δεν αρκεί να «διαβάζεις» τη μουσική. Πρέπει να ξέρεις πώς γράφτηκε, τι σημαίνει και πώς αποδίδεται. Αυτό που ένιωσα, όταν αυτός ο ήχος ζωντάνεψε ξανά, δεν ήταν απλώς ικανοποίηση. Ήταν η αίσθηση ότι ακούς κάτι που είχε χαθεί για αιώνες και που, ξαφνικά, βρίσκει ξανά φωνή.
Η παλαιά ψαλτική γραφή είναι ανεξιχνίαστη. Η αποκρυπτογράφησή της είναι επιστήμη ή τέχνη;
Είναι πρωτίστως επιστήμη στο επίπεδο της αποκρυπτογράφησης. Μιλάμε για μια αυστηρή, μεθοδική διαδικασία: ανάλυση σημείων, κατανόηση των συστημάτων γραφής και σύγκριση των ιστορικών τους φάσεων. Από εκεί και πέρα, όμως, περνάμε στην ερμηνεία και εκεί αρχίζει η τέχνη.
Η γραφή σου δίνει το «κείμενο», αλλά όχι τη ζωή του. Όπως σε άλλες μουσικές παραδόσεις, έτσι κι εδώ υπάρχουν λεπτές αποχρώσεις και στολίδια που δεν αρκεί να τα δεις, πρέπει να ξέρεις πώς να τα αποδώσεις. Εκεί συναντώνται επιστήμη και τέχνη. Ο Αρβανίτης αποκρυπτογράφησε και μετέγραψε το υλικό, εγώ εργάστηκα ώστε οι ψάλτες να το κατανοήσουν και να το ερμηνεύσουν σωστά.
Υπήρξε στιγμή που αμφισβητήσατε αν αυτό το υλικό μπορεί να επιστρέψει στη ζωή;
Όχι. Ο Αρβανίτης είχε ήδη «ξεκλειδώσει» αιώνες μουσικής και γνώριζε τη συνέχεια της παράδοσης. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι σήμερα διαβάζουμε με «άλλα γυαλιά». Για να προσεγγίσεις αυτή τη μουσική, πρέπει να αλλάξεις οπτική.
Η διαδικασία δεν είναι μηχανική, είναι ανασύνθεση ενός ολόκληρου ηχητικού κόσμου. Από τη στιγμή που το υλικό αποκρυπτογραφήθηκε, η πρόκληση ήταν να μεταφερθεί στην πράξη: να εκπαιδευτούν οι ψάλτες ώστε να το αποδώσουν με βάση τη λογική του και όχι απλώς να το διαβάζουν. Σε πανεπιστημιακούς κύκλους υπήρξε δισταγμός, κυρίως επειδή η προσέγγιση δεν προερχόταν από τον στενό ακαδημαϊκό πυρήνα. Ωστόσο, με τον χρόνο, η τεκμηρίωση και τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν τη σημασία της. Μέσα από συνέδρια και επιστημονικό διάλογο, έγινε σαφές ότι πρόκειται για μια σοβαρή, μεθοδική προσέγγιση.
Η παρουσίαση στην Αθήνα χαρακτηρίζεται ως παγκόσμια πρώτη. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη για εσάς;
Σημαίνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι παρουσιάζουμε για πρώτη φορά τις συνθέσεις του Παρθενίου όπως πραγματικά γράφτηκαν και ψάλλονταν, όχι διασκευασμένες ή αλλοιωμένες, αλλά στην αυθεντική τους μορφή. Και, δεύτερον, ότι επιχειρούμε κάτι επίσης πρωτόγνωρο: να «μεταφέρουμε» το μοναστήρι μέσα στην πόλη. Μέχρι τώρα, στις παραστάσεις μας συνυπήρχαν δύο παράλληλοι κόσμοι, η βυζαντινή και η οθωμανική μουσική. Η οθωμανική είχε και εικόνα, δράση, κίνηση. Η βυζαντινή περιοριζόταν στην ακρόαση. Σε αυτή την παράσταση αλλάζουμε τα δεδομένα. Εντάσσουμε τα ίδια τα ηχητικά σύμβολα της εκκλησίας, κώδωνες, τάλαντα, σήμαντρα, ηχογαβάθες και κόπανους μέσα στη συναυλία, όχι ως εφέ, αλλά ως οργανικό μέρος της μουσικής. Δεν «χτυπούν» απλώς, λειτουργούν με αρμονικές σχέσεις, συνομιλούν με το μέλος. Την ώρα, για παράδειγμα, του «Πολυελέου», θα αναπαρασταθεί η ίδια η λειτουργική πράξη: οι πολυέλαιοι θα κινηθούν όπως στα μοναστήρια, τα κρουστά θα τονίζουν τον ήχο, και η ακρόαση θα μετατραπεί σε εμπειρία. Η εκκλησία γίνεται σκηνή, χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της.
Γιατί επιλέξατε συγκεκριμένες συνθέσεις από το έργο του Παρθενίου; Τι τις καθιστά ξεχωριστές;
Ο Παρθένιος άφησε 64 συνθέσεις. Από αυτές επιλέξαμε επτά, τις πιο αντιπροσωπευτικές. Ανάμεσά τους υπάρχει και μία με ιδιαίτερο βάρος, καθώς στο παρελθόν επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς η μεταγραφή της. Εμείς την αποδίδουμε όπως πραγματικά είναι. Πρόκειται για έργα με πολύ υψηλές φωνητικές απαιτήσεις και μεγάλη εσωτερική ένταση. Γι’ αυτό και η παρουσίασή τους συνοδεύεται από ειδικό φωτισμό, όχι θεατρικό για εντύπωση, αλλά λειτουργικό, που αναδεικνύει το περιεχόμενο. Για παράδειγμα, στο «Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον», που αναφέρεται στον Παντοκράτορα, ο ίδιος ο χώρος θα «μιλήσει» μέσα από το φως. Η εκκλησία δεν είναι απλώς χώρος φιλοξενίας, γίνεται μέρος της ερμηνείας.
Ποια ήταν η πιο αποκαλυπτική στιγμή για εσάς μέσα σε αυτή τη διαδικασία;
Η πιο δυνατή στιγμή έρχεται στο τέλος. Εκεί όπου, μέσα από ένα καλοφωνικό ειρμό του Παρθενίου, «Όλην την ζωήν μου», κορυφώνεται όλη αυτή η πορεία. Σε εκείνο το σημείο, η μουσική, η φωνή και τα κρουστά ενώνονται σε μια εμπειρία που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. Έχει έναν παλμό σχεδόν σύγχρονο, θα έλεγα ακόμη και μια ιδιότυπη, βυζαντινή «ρυθμικότητα» που δεν περιγράφεται εύκολα. Είναι κάτι που πρέπει να το ακούσεις για να το καταλάβεις.
Ζούμε σε μια εποχή ταχύτητας και επιφανειακής ακρόασης. Υπάρχει χώρος για τόσο βαθιά μουσική σήμερα;
Εξαρτάται από το πόσο θέλει κανείς να αφεθεί. Αυτή η μουσική δεν προσφέρεται για κατανάλωση, απαιτεί συμμετοχή. Αν ο ακροατής είναι διατεθειμένος να «μεταιωριστεί», τότε υπάρχει χώρος, και μάλιστα βαθύς. Μιλάμε για μια μεσαιωνική ψαλτική, αλλά με ένδυμα υψηλής πνευματικότητας. Δεν απευθύνεται σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Απευθύνεται σε όσους είναι έτοιμοι να την ακολουθήσουν.
Πώς μπορεί να ενταχθεί αυτή η μουσική στον σύγχρονο πολιτιστικό χάρτη;
Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι που μπορούν να κατανοήσουν σε βάθος αυτή την τέχνη είναι λίγοι. Από χιλιάδες ψάλτες, μόνο ένα μικρό ποσοστό γνωρίζει πραγματικά το εύρος και τη σημασία της, και ακόμη λιγότεροι μπορούν να την ερμηνεύσουν ουσιαστικά. Ωστόσο, η συνέχεια υπάρχει. Μεγάλες μορφές του παρελθόντος, δάσκαλοι και ερμηνευτές, άφησαν μια παρακαταθήκη που περνά, έστω και δύσκολα στις επόμενες γενιές. Και αυτή η γραμμή είναι που μας κρατά.
Τι θα έλεγε ο Παρθένιος αν βρισκόταν στην συναυλία σας σήμερα;
Ο Παρθένιος άκουγε τη μουσική του ζωντανά μέσα στις Ακολουθίες, από τον πρωτοψάλτη της Μονής, τον ιερομόναχο Καλλίνικο, πιθανότατα και γραφέα του χειρογράφου όπου σώθηκαν οι 64 συνθέσεις του. Σήμερα, με την επιστημονική αποκρυπτογράφηση του έργου του από τον Ιωάννη Αρβανίτη και την προσπάθειά μας να το αποδώσουμε όσο πιο πιστά γίνεται, ελπίζω ότι θα αναγνώριζε τον ήχο του. Νομίζω πως θα χαμογελούσε και θα μας έδινε την ευλογία του, γιατί η μουσική του ακούγεται ξανά μετά από τόσους αιώνες.
Πηγή: www.ekirikas.com