Ενώ οι διαπραγματεύσεις για την ΚΑΠ προχωρούν τόσο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και στο Συμβούλιο, χωρίς ακόμη να υπάρχει σαφήνεια ως προς τον προϋπολογισμό που θα διατεθεί στην ΚΑΠ για την περίοδο 2027–2034, οι συννομοθέτες θα ήταν σκόπιμο να αξιολογήσουν τις θέσεις τους υπό το πρίσμα της αρχής της διπλής επίδοσης.
Κάθε μέτρο της ΚΑΠ θα πρέπει να συμβάλλει στην επαναφορά της ευρωπαϊκής γεωργίας σε τροχιά ανάπτυξης και διπλής επίδοσης, μέσα από πολιτικές που θα στοχεύουν αποφασιστικά σε μεγαλύτερη παραγωγή, μεγαλύτερη κερδοφορία και μεγαλύτερη βιωσιμότητα. Όλα μαζί, όχι χωριστά ή σε αντιπαράθεση μεταξύ τους.
Η ανάλυση των τάσεων του ακαθάριστου γεωργικού εισοδήματος σε σχέση με το χρέος των γεωργικών εκμεταλλεύσεων είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η Ισπανία, η Ελλάδα, η Κροατία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Πολωνία βρίσκονται σε καλύτερη θέση από άλλες χώρες, με λόγο άνω του 1, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ενισχύσεις της ΚΑΠ. Μια δεύτερη ομάδα, στην οποία περιλαμβάνονται χώρες όπως η Αυστρία και το Βέλγιο, διατηρεί θετικό λόγο χάρη στις ενισχύσεις της ΚΑΠ.
Όσον αφορά την τρίτη ομάδα, στην οποία περιλαμβάνονται χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ουγγαρία, η Δανία και η Ολλανδία, η κατάστασή της προκαλεί ανησυχία. Εκεί, κάθε ευρώ δανεισμού παράγει, στην καλύτερη περίπτωση, μόλις 0,40 ευρώ ακαθάριστου εισοδήματος, ενώ ο σχετικός λόγος επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου. Ακόμη και με τη δημόσια στήριξη, ο λόγος παραμένει πολύ κάτω από το 1 και επιδεινώνεται ταχύτερα στη Γαλλία απ’ ό,τι στη Γερμανία, όπου η διατήρηση της δημόσιας στήριξης φαίνεται να έχει λειτουργήσει ως ισχυρότερο ανάχωμα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί η περίπτωση της Δανίας, όπου ο λόγος του ακαθάριστου γεωργικού εισοδήματος, εξαιρουμένων των επιδοτήσεων, προς το χρέος ανέρχεται σε 0,17, αντανακλώντας έναν τομέα με ιστορικά υψηλά επίπεδα δανεισμού. Οι τρεις αυτές κατηγορίες συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με την εικόνα των μη παραγωγικών επενδύσεων κανονιστικού χαρακτήρα που απαιτούνται στις διάφορες χώρες από την ευρωπαϊκή νομοθεσία –η οποία εφαρμόζεται οριζόντια– αλλά κυρίως από τις αποκλίνουσες εθνικές ρυθμίσεις. Ορισμένες «πιο φιλόδοξες» κυβερνήσεις επέλεξαν να προχωρήσουν ταχύτερα, προσδοκώντας μια συλλογική ευρωπαϊκή μετάβαση προς την ίδια κατεύθυνση, την οποία οι ίδιες ζητούσαν.
Μπροστά στην πρόκληση της αύξησης της γεωργικής παραγωγής, προκειμένου να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή κυριαρχία –όχι μόνο στον τομέα των τροφίμων, καθώς η βιοοικονομία αποτελεί το βασικό πλεονέκτημα της ΕΕ για τη μείωση της εξάρτησής της από τα ορυκτά καύσιμα–, η κατακερματισμένη προσέγγιση που αντιπαραθέτει τη βιωσιμότητα με την παραγωγή φαίνεται να έχει βαρύ τίμημα.
Η αντιστροφή αυτής της πορείας είναι δυνατή, ώστε οι δύο αυτοί στόχοι να λειτουργούν ως σύμμαχοι. Ωστόσο, αυτό θα απαιτήσει μαζικές επενδύσεις σε κοινές υποδομές –νερό, ψηφιακές υποδομές, μεταφορές κ.ά.– καθώς και στις ίδιες τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Αυτό προϋποθέτει άμεση πολιτική επίγνωση και τις σωστές αποφάσεις όσον αφορά τον προϋπολογισμό και τις προτεραιότητες της επόμενης ΚΑΠ και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας.
Πηγή: www.ypaithros.gr