ΝΤΕΡΜΠΑΝ. ΝΟΤΙΑ ΑΦΡΙΚΗ. Ένα αγόρι που έφυγε μικρό από την Ελλάδα, μια φανέλα που έγινε σύμβολο ευγνωμοσύνης και ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που έκανε το όνειρο πραγματικότητα. Η ζωή του ομογενούς παλαίμαχου ποδοσφαιριστή Γιώργου Κουμανταράκη (George Koumantarakis), από το περιπετειώδες ταξίδι της ξενιτιάς στη Νότια Αφρική όταν ο ίδιος ήταν μόλις 5 ετών μέχρι την κατάκτηση των γηπέδων και την επακόλουθη δραστηριοποίηση στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που έμαθε να χτίζει γέφυρες ανάμεσα στις ρίζες του και στη νέα του πατρίδα, μετατρέποντας τις προκλήσεις σε σταθμούς μιας ξεχωριστής πορείας.
Τα πρώτα χρόνια στη Νότια Αφρική
Ο κ. Κουμανταράκης γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Ντέρμπαν της Νοτίου Αφρικής. Μιλώντας στον «Εθνικό Κήρυκα» για τη μετανάστευση της οικογένειάς του στην αφρικανική χώρα και τις μνήμες που έχει από εκείνη την περίοδο, ο ίδιος σημείωσε πως ήταν «σαν περιπέτεια, αφού ήμουν μόλις 5 ετών». Και συμπλήρωσε: «Δεν μιλούσα τη γλώσσα, καθώς ήξερα μόνο ελληνικά. Παρ’ όλα αυτά, ήταν μια πραγματικά όμορφη εμπειρία και έχω πολύ γλυκές αναμνήσεις από εκείνες τις απλές εποχές. Οι γονείς μου δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να ταξιδέψει αεροπορικώς όλη η οικογένεια, οπότε πέταξα μόνο με τον πατέρα μου. Όσο εκείνος δούλευε, έπρεπε ουσιαστικά να τα βγάζω πέρα μόνος μου, μέχρι που η μητέρα μου και ο αδελφός μου ήρθαν να μας βρουν στη Νότια Αφρική επτά μήνες αργότερα».
Ο άλλοτε επιθετικός των Bafana Bafana Γιώργος Κουμανταράκης με παίκτες της ομάδας στο Παγκόσμιο Κύπελλο 2026, στην Πόλη του Μεξικού. Φωτογραφίες: Instagram/George Koumantarakis
Ο κ. Κουμανταράκης έκανε λόγο για ένα παράξενο συναίσθημα, «γιατί γεννήθηκα στην Ελλάδα και αισθάνομαι Έλληνας, αλλά η Νότια Αφρική έγινε το νέο μου σπίτι. Οι γονείς μου, παρότι ήταν περήφανοι Έλληνες, επέμεναν πάντα να ενταχθούμε στον τρόπο ζωής της νέας μας πατρίδας και να σεβόμαστε τα πολλά θετικά πράγματα που είχαμε την τύχη να ζήσουμε σε αυτή».
Όπως είπε ο 52χρονος σήμερα ομογενής αναφερόμενος στα δικά του παιδιά, «μεγαλώσαμε τα παιδιά μας μιλώντας τους ελληνικά, βαφτίστηκαν στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Ντέρμπαν και έμαθαν την ελληνική κουλτούρα. Ωστόσο, μου αρέσει το γεγονός ότι έχουν αγκαλιάσει και τη Νότια Αφρική και είναι περήφανοι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής».
Το 1992 σημείο εκκίνησης της καριέρας του Γ. Κουμανταράκη στα γήπεδα
Ο κ. Κουμανταράκης ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1992, γνωρίζοντας σημαντική αναγνώριση σε ομάδες της Νοτίου Αφρικής. Σε σχετική ερώτηση για την απαρχή της πορείας του στις AmaZulu, Manning Rangers, and SuperSport United, απάντησε:
«Εκείνα τα χρόνια ο αθλητισμός και η κοινωνία ήταν διαχωρισμένα λόγω του απαρτχάιντ. Ωστόσο, το ποδόσφαιρο ήταν το μοναδικό άθλημα όπου υπήρχε πραγματική ένταξη και συνύπαρξη μεταξύ των διαφορετικών εθνοτικών κοινοτήτων. Είχα την τύχη να το βιώσω αυτό μέσα σε ένα ομαδικό περιβάλλον εκείνα τα χρόνια και με δέχτηκαν θερμά, καθώς η εθνικότητά μου αποτελούσε μειονότητα στο ποδόσφαιρο. Εκείνα τα χρόνια ήταν τα αγαπημένα μου στον αθλητισμό και τα χρόνια μου στους Manning Rangers αποτελούν πλέον θρύλο στο Ντέρμπαν, την πόλη όπου μεγάλωσα. Κερδίσαμε το πρώτο πρωτάθλημα της Premier Soccer League υπό συνθήκες παρόμοιες με αυτές της Leicester City στην Αγγλία. Οι κάτοικοι του Ντέρμπαν και του προαστίου Chatsworth εξακολουθούν να μιλούν για εκείνους τους θριάμβους μέχρι και σήμερα».
Ο Γιώργος Κουμανταράκης στον αγώνα FC Basel v St Gallen το 2002. Φωτογραφίες: Instagram/George Koumantarakis
Ο κ. Κουμανταράκης έκανε το βήμα προς το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο το 1998, υπογράφοντας συμβόλαιο με την FC Luzern. Η πολύ καλή σεζόν που είχε εκεί προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Κρίστιαν Γκρος (Christian Gross), μάνατζερ της FC Basel. Η περίοδος που πέρασε στη Βασιλεία ήταν αναμφίβολα η καλύτερη της καριέρας του, καθώς κατέκτησε εθνικούς τίτλους και αγωνίστηκε σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις, με αποκορύφωμα τη συμμετοχή του στο Champions League κατά τη σεζόν 2002–03. Τα επόμενα χρόνια, το ταξίδι του στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο συνεχίστηκε με μεταγραφές στην αγγλική Preston North End και στις γερμανικές Rot-Weiß Erfurt και SpVgg Greuther Fürth.
«Ο πατέρας μου ήταν βαθύς γνώστης του ποδοσφαίρου και αφιέρωσε αμέτρητες ώρες για να μου διδάξει την τακτική πλευρά του παιχνιδιού. Πιστεύω ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στις αφρικανικές και τις ευρωπαϊκές ομάδες. Στην Αφρική δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στο ταλέντο, ενώ στην Ευρώπη το ποδόσφαιρο βασίζεται πολύ περισσότερο στην τακτική. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, η μετάβασή μου ήταν εύκολη και ήμουν ήδη προετοιμασμένος να αντιμετωπίσω αυτή τη νέα πρόκληση», δήλωσε στον «Ε.Κ.».
1997-2004: Φορώντας τη φανέλα των Bafana Bafana
Ο κ. Κουμανταράκης αγωνίστηκε ως επιθετικός με την Εθνική Ομάδα της Νοτίου Αφρικής από το 1997 ώς το 2004, που τραυματισμοί δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει σε υψηλό επίπεδο.
«Η Νότια Αφρική μού χάρισε μια ζωή, μια εκπαίδευση και μια υπέροχη ανατροφή. Γι’ αυτό ένιωθα τεράστια περηφάνια κάθε φορά που φορούσα τη φανέλα της Εθνικής Ομάδας και μπορούσα να ανταποδώσω έστω ένα μέρος από όσα μου πρόσφερε αυτή η χώρα.
Εκείνα τα πρώτα χρόνια ήταν και η πιο επιτυχημένη περίοδος της Εθνικής Ομάδας, γιατί όλοι είχαν πραγματική δίψα και αποφασιστικότητα να τη δουν να πετυχαίνει», επεσήμανε ο ίδιος.
Ζώντας το όνειρο στο Παγκόσμιο Κύπελο του 2002
Ο Γιώργος Κουμανταράκης στο Premier Soccer League το 1997. Φωτογραφίες: Instagram/George Koumantarakis
«Η πρώτη μου συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κύπελλο, όταν περίμενα στην άκρη του γηπέδου για να μπω στον αγωνιστικό χώρο και, καθώς κοίταξα προς τα πάνω, είδα το πρόσωπό μου στην γιγαντοοθόνη του σταδίου», απάντησε ερωτηθείς αν υπάρχει κάποια στιγμή στην ποδοσφαιρική καριέρα του που έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη του. «Ήταν μια σουρεαλιστική στιγμή, καθώς ήταν κάτι που είχα ονειρευτεί και φανταστεί ως παιδί, όταν έπαιζα στα γήπεδα και προσποιούμουν ότι αγωνιζόμουν σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο!», είπε.
Ο Γιώργος Κουμανταράκης συμμετείχε με τους Μπαφάνα-Μπαφάνα (Bafana Bafana) στο Παγκόσμιο Κύπελλο 2002 στα γήπεδα της Κορέας-Ιαπωνίας.
«Ίσως ακούγεται κλισέ, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι το απόλυτο όνειρο. Κάθε οπαδός του ποδοσφαίρου έχει φανταστεί τον εαυτό του να βρίσκεται στο γήπεδο ή να σκοράρει το νικητήριο γκολ στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, οπότε το να βρίσκεσαι πραγματικά εκεί είναι κάτι που σου κόβει την ανάσα».
Σχολιάζοντας τη φετινή διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλου, ο ομογενής παλαίμαχος ποδοσφαιριστής είπε: «Πραγματικά πίστευα ότι η Γαλλία θα κέρδιζε τον τίτλο, αλλά όπως είδαμε, αποκλείστηκε. Η Ισπανία είχε αργό ξεκίνημα, αλλά φαινόταν να βρίσκει τη φόρμα της ακριβώς την κατάλληλη στιγμή για τον τελικό. Όσο για την Αργεντινή, είχα την αίσθηση ότι ήταν τυχερή σε μερικά παιχνίδια, αλλά έδειξε αντοχή και επιμονή για να ανακάμψει από καταστάσεις που φαινόταν απελπιστικές». Σε σχετική δε ερώτηση αν συμμετείχε στη φετινή διοργάνωση ποια Εθνική Ομάδα θα ήθελε να αντιμετωπίσει, αποκρίθηκε: «Θα ήθελα πολύ να αντιμετωπίσω την Πορτογαλία στο φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο».
Η ενασχόληση με το επιχειρείν
Μετά την απόσυρσή του από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, σε ηλικία 31 ετών, ο κ. Κουμανταράκης ασχολήθηκε με το επιχειρείν ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο, επίσης επιτυχημένο, στο βιβλίο της ζωής του.
«Το ποδόσφαιρο αποτέλεσε την ιδανική πλατφόρμα που μου επέτρεψε να βρεθώ σε οικονομική θέση ώστε να αφιερωθώ στο πάθος μου για τα ακίνητα και τις κατασκευαστικές επενδύσεις. Η κύρια δραστηριότητά μου αφορά στην κατοχή ακινήτων και τις επενδύσεις, αλλά έχω επεκταθεί και στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, εισάγοντας ανταλλακτικά Land Rover στη Νότια Αφρική, καθώς και σε μια επιχείρηση προϊόντων γκολφ με έδρα τη Νέα Ζηλανδία», εξήγησε στον «Ε.Κ.».
Και συμπλήρωσε: «Είμαι ικανοποιημένος με όσα έχω επιτύχει, αλλά πάντα αναζητώ νέες ευκαιρίες. Ελπίζω να ασχοληθώ ξανά με το ποδόσφαιρο, διαχειριζόμενος την καριέρα του μικρότερου γιου μου, ο οποίος είναι 16 ετών και ήδη κάνει αίσθηση στον κόσμο του ποδοσφαίρου».
Πηγή: www.ekirikas.com