Η οστεοπόρωση είναι μια «σιωπηλή» νόσος. Στα αρχικά της στάδια δεν προκαλεί συμπτώματα και συχνά γίνεται αντιληπτή μόνο όταν έχει ήδη συμβεί ένα κάταγμα. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή εκτίμηση του κινδύνου κατάγματος αποκτούν, επομένως, ιδιαίτερη σημασία. Σύμφωνα με τον ενδοκρινολόγο Γιώργο Τροβά, επιστημονικό συνεργάτη του Εργαστηρίου Έρευνας Παθήσεων του Μυοσκελετικού Συστήματος «Θ. Γαροφαλίδης» του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι σύγχρονες τεχνολογίες φέρνουν νέες δυνατότητες στη διάγνωση, με στόχο όχι μόνο τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας, αλλά και την καλύτερη αξιολόγηση της ποιότητας των οστών και του κινδύνου μελλοντικών καταγμάτων.
Από την ποσότητα στην ποιότητα του οστού
Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας με τη μέθοδο DEXA παραμένει η εξέταση εκλογής για τη διάγνωση της οστεοπόρωσης. Ωστόσο, όπως εξήγησε ο κ. Τροβάς, η συγκεκριμένη εξέταση έχει έναν σημαντικό περιορισμό: αποτυπώνει κυρίως την ποσότητα του οστού και όχι το σύνολο των παραμέτρων που καθορίζουν την αντοχή του. Η αντοχή ενός οστού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την οστική πυκνότητα. Καθορίζεται και από την «ποιότητα» του οστού, δηλαδή από χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη δομή και τη μηχανική του αντοχή.
Σε αυτό το πεδίο, έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια νέες τεχνολογίες που επιχειρούν να δώσουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την κατάσταση του σκελετού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια νέα μέθοδος που βασίζεται στους υπερήχους και δεν χρησιμοποιεί ιονίζουσα ακτινοβολία. Η τεχνολογία ξεκίνησε από την Ιταλία και πλέον έχει διαδοθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ έχει λάβει και έγκριση από τον αμερικανικό FDA. Η μέθοδος αυτή δεν περιορίζεται στη μέτρηση της ποσότητας του οστού, αλλά επιχειρεί να αξιολογήσει και παραμέτρους της ποιότητάς του. Επιπλέον, συνδυάζοντας τις συγκεκριμένες παραμέτρους, μπορεί να συμβάλει στην εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου κατάγματος.
Το στοιχείο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς στην οστεοπόρωση δεν ενδιαφέρει μόνο το αν κάποιος έχει σήμερα χαμηλή οστική πυκνότητα, αλλά και το πόσο πιθανό είναι να υποστεί ένα οστεοπορωτικό κάταγμα τα επόμενα χρόνια. Η εξέταση δεν αφορά μόνο ανθρώπους που έχουν ήδη διαγνωστεί με οστεοπόρωση, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση και άλλων ατόμων. Αξίζει να αναφερθεί ότι η νέα τεχνολογία δεν έχει ακόμη ενταχθεί στο δημόσιο σύστημα υγείας στην Ελλάδα. Ο κ. Τροβάς εκτίμησε ωστόσο ότι στο άμεσο μέλλον θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη θέση στην κλινική πράξη, εφόσον πιστοποιηθεί και υπάρξει διαδικασία αποζημίωσής της από τον ΕΟΠΥΥ, ενώ εξέφρασε την εκτίμηση ότι τα επόμενα χρόνια είναι πιθανό να υπάρξουν μονάδες του δημόσιου συστήματος που θα διαθέτουν τον σχετικό εξοπλισμό.
Χαμηλή οστική πυκνότητα δεν σημαίνει πάντα οστεοπόρωση
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Τροβάς στο γεγονός ότι η διάγνωση της οστεοπόρωσης είναι διάγνωση εξ αποκλεισμού. Όπως είπε, «το γεγονός ότι ένας άνθρωπος εμφανίζει χαμηλή οστική πυκνότητα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι πάσχει από οστεοπόρωση». Ο γιατρός θα πρέπει να αποκλείσει άλλα αίτια και άλλες παθήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε χαμηλή οστική πυκνότητα ή να επηρεάσουν την υγεία των οστών. Για τον λόγο αυτό, πριν από τη χορήγηση θεραπείας, είναι απαραίτητος ένας βασικός εργαστηριακός έλεγχος του οστικού μεταβολισμού, ο οποίος μπορεί να δώσει σημαντικές πληροφορίες και να κατευθύνει τον γιατρό προς την αναζήτηση μιας υποκείμενης πάθησης.
Μία από τις σπάνιες αλλά σημαντικές παθήσεις που ανέφερε ο κ. Τροβάς είναι η υποφωσφατασία. Πρόκειται για πάθηση που μπορεί να συνδέεται με επανειλημμένα κατάγματα και μπορεί να υποψιάσει τον γιατρό ένα χαρακτηριστικό εργαστηριακό εύρημα, όπως η χαμηλή τιμή της αλκαλικής φωσφατάσης. «Η αναγνώρισή της έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η σωστή διάγνωση μπορεί να αποτρέψει λανθασμένες θεραπευτικές επιλογές και να οδηγήσει στην κατάλληλη αντιμετώπιση», τόνισε. Από την άλλη πλευρά, η χαμηλή βιταμίνη D μπορεί, σε βάθος χρόνου και ανάλογα με τη βαρύτητα της έλλειψης, να οδηγήσει σε διαταραχή της μεταλλοποίησης του οστού και οστεομαλακία. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ο εργαστηριακός έλεγχος πριν από τη θεραπεία είναι ιδιαίτερα σημαντικός.
Ποια ευρήματα πρέπει να χτυπήσουν «καμπανάκι» στον γιατρό
Ο βασικός εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει ένα πάνελ εξετάσεων που σχετίζονται με τον μεταβολισμό των οστών. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν υπάρχουν αποκλίσεις σε παραμέτρους όπως το ασβέστιο, η παραθορμόνη, η βιταμίνη D και η αλκαλική φωσφατάση. Έτσι, τόσο ένα αυξημένο όσο και ένα χαμηλό ασβέστιο, μια αυξημένη παραθορμόνη, μια χαμηλή βιταμίνη D, αλλά και μια χαμηλή ή αυξημένη αλκαλική φωσφατάση, μπορούν να αποτελέσουν ενδείξεις ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Κάθε πότε χρειάζεται επανάληψη της μέτρησης;
Σε ό,τι αφορά τη συχνότητα της μέτρησης οστικής πυκνότητας, ο κ. Τροβάς ανέφερε ότι όταν η αρχική μέτρηση δείχνει οστεοπενία, η επανάληψη μπορεί, κατά κανόνα, να πραγματοποιηθεί σε διάστημα περίπου δύο έως τριών ετών, ανάλογα βεβαίως με το συνολικό προφίλ κινδύνου του κάθε ανθρώπου. Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται συχνότερη παρακολούθηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν γυναίκες με ιστορικό καρκίνου του μαστού που λαμβάνουν συγκεκριμένη θεραπεία, η οποία μπορεί να συνδέεται με ταχεία απώλεια οστικής μάζας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μέτρηση μπορεί να χρειάζεται να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Όταν υπάρχει ήδη διάγνωση οστεοπόρωσης και έχει ξεκινήσει φαρμακευτική αγωγή, η παρακολούθηση με μέτρηση οστικής πυκνότητας γίνεται συνήθως σε ετήσια βάση, ώστε να αξιολογείται η πορεία της θεραπείας.
Η σύγχρονη προσέγγιση στην οστεοπόρωση, επομένως, δεν περιορίζεται πλέον σε έναν αριθμό από τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας. Η αξιολόγηση της ποιότητας του οστού, η εκτίμηση του κινδύνου κατάγματος και, κυρίως, η αναζήτηση πιθανών υποκείμενων αιτιών της χαμηλής οστικής πυκνότητας αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία μιας ολοκληρωμένης αντιμετώπισης.
Πηγή: www.zougla.gr