3 Ιουνίου 2026
ομογένεια

Ο Μίκης Θεοδωράκης και η Διασπορά μέσα από τα μάτια του Γιάννη Κατωμερή | ekirikas.com

ΤΟΡΟΝΤΟ. Υπάρχουν κινηματογραφιστές που καταγράφουν ιστορία και υπάρχουν εκείνοι που κατορθώνουν να εισχωρήσουν μέσα σε αυτήν. Κατά πολλούς, ο Γιάννης Κατωμερής ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στη διάρκεια τριών δεκαετιών έχει κινηματογραφήσει τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Νέλσον Μαντέλα, μεταξύ αυτών που έχει καταγράψει. Όχι ως δημοσιογράφος που αποσπά δηλώσεις, αλλά ως ερευνητής που κερδίζει την εμπιστοσύνη των συνεντευξιαζομένων του αποτυπώνοντας μαρτυρίες που κανείς άλλος δεν είχε αναζητήσει. Την ίδια στιγμή είναι ο άνθρωπος που βρήκε τον δολοφόνο του Γρηγόρη Λαμπράκη ζωντανό και αυτόν που πήδηξε στην καρότσα του τρίκυκλου των παρακρατικών και τους έπεισε να αφηγηθούν την ιστορία πίσω από τα καταγεγραμμένα.

Ο άνθρωπος πίσω από την κάμερα

Το βιογραφικό του Κατωμερή δεν ακολουθεί τη συνηθισμένη γραμμή. Σπούδασε ηλεκτρονικά. Η πρώτη του μικρού μήκους ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1977. Αργότερα, βρέθηκε στην Καλιφόρνια για μεταπτυχιακές σπουδές στο γνωστικό του αντικείμενο και βρήκε τρόπο να εισέλθει στη Σχολή Εικαστικών Τεχνών της Νέας Υόρκης. «Εγώ το ξεκίνησα αυτό σαν χόμπι», μου λέει. «Και τελικά κατάφερα να ζω με αυτό και, κυρίως, να με αλλάξει ως άνθρωπο, να ταξιδέψω σε όλο τον Κόσμο και να γνωρίσω ανθρώπους».

Ο Γιάννης Κατωμερής επί σκηνής παρουσιάζοντας το ντοκιμαντέρ για τον Μίκη Θεοδωράκη στο Τορόντο.

Η γνωριμία με τον Θεοδωράκη έγινε το 2000 στη Νέα Υόρκη, όπου ο συνθέτης βρισκόταν εκεί. Ο Κατωμερής τον πλησίασε με συγκεκριμένη πρόταση με την ευχή να δεχθεί ο Μίκης να του μιλήσει. «Δεν με ενδιέφερε, όμως, να κάνω μία συνέντευξη. Με ενδιέφερε να κάνω μία ταινία με τον Μίκη να διηγείται». Ήθελε την αφήγηση του ίδιου. Να πιάσουν «από την αρχή των πραγμάτων και να προχωρήσουν χρονολογικά σε όλη τη διάρκεια της ζωής» του συνθέτη. Η πρόταση αυτή ωρίμασε σε έξι χρόνια.

Στα τέλη του 2006, στο χωριό Ζάτουνα της βόρειας Αρκαδίας, όπου ο Θεοδωράκης είχε εκτοπιστεί από τη χούντα τον Αύγουστο του 1968 και όπου ένα παλιό πέτρινο σχολείο είχε παραχωρηθεί για να στεγάσει μουσείο αφιερωμένο σε αυτόν, συμφώνησαν τους όρους.

Η δραματουργία ως μέθοδος

Από τις αρχές του 2007 και για οκτώ μήνες, ο Θεοδωράκης ανέβαινε δύο με τρεις φορές την εβδομάδα σε ένα δώμα απέναντι από τον Παρθενώνα. Εκεί ξεδιπλώθηκε όλη η αφήγηση. Χρονολογικά, πολιτικά, μουσικολογικά. «Μία τοποθέτηση πάνω σε όλα τα έργα» αλλά και την πορεία του, όπως λέει ο σκηνοθέτης. Συμπεριέλαβε ανθρώπους που «έπαιξαν πολύ καθοριστικό ρόλο στη ζωή του». Τη σχέση του με τον Μάνο Χατζιδάκι, που γνωρίστηκαν κατά την Κατοχή μέσω της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΠΟΝ. Συμπεριέλαβε και ανολοκλήρωτα έργα, «ποιητικές συλλήψεις, μεταφυσικές» που είχε ο Θεοδωράκης και δεν είχε παρουσιάσει ποτέ σε κοινό.

Στο κέντρο ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας, Ιωάννης Χατζαντωνάκης, δίπλα του η πολιτιστική σύμβουλος, Δρ. Μαριλένα Γρίβα, αριστερά ο δημοτικός σύμβουλος της πόλης, Νίκος Μαντάς και δεξιά η πρόεδρος και αντιπρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Τορόντο, Μπέτι Σκουτάκη και Γιώργος Μανίκης.

Το υλικό αποδόθηκε σε σειρά έξι επεισοδίων για το «Σκάι» και κατόπιν σε ένα δίπτυχο ταινιών που η πρώτη καλύπτει τα νεανικά χρόνια και τις πρώτες μουσικές αναζητήσεις, η δεύτερη ξεκινά από το 1950, με την υποτροφία για το Παρίσι και την αφοσίωση στο συμφωνικό έργο, για να φτάσει στο 1959 «τη μεγάλη αλλαγή» και τη στροφή προς το λαϊκό τραγούδι.

Η μέθοδος αυτή δεν είναι τυχαία. Σε ποσοστό 90%, όπως λέει ο ίδιος, τα ντοκιμαντέρ του είναι «δραματοποιημένα». Το υποκείμενο καλείται να γίνει ο σεναριογράφος της δικής του ζωής. «Αν βάλεις το πρόσωπο που έχει μία ιστορία να γίνει ο σεναριογράφος της ζωής του», λέει, «αυτό αποκτά και δίνει μία άλλη διάσταση».

Ο Θεοδωράκης πίσω από τη δημόσια εικόνα

«Ο Μίκης όπως εμφανιζόταν παντού», λέει ο Έλληνας σκηνοθέτης, «σου έδινε την εντύπωση ότι αυτός είναι εκεί κι εμείς είμαστε οι ακροατές από κάτω». Αυτή η εικόνα κατέπεσε τη στιγμή της γνωριμίας μαζί του. «Όταν τον πλησίασα, είδα ότι ήταν ένας άνθρωπος απλός. Φαντάσου ότι στο Βραχάτι, οι περισσότερες παρέες του ήταν με τους ανθρώπους που δουλεύανε εκεί. Τους εργάτες, τους κηπουρούς. Με αυτούς έκανε παρέα. Με αυτούς έβγαινε». «Ο Μίκης ήταν», λέει, «πολύ δοτικός, πολύ ειλικρινής, πολύ φιλικός. Τον ενδιέφερε το πώς είσαι, ποια η κατάστασή σου και τι κάνεις».

Τον ρώτησα τι ήταν αυτό που είδες και δεν ήξερες για τον Μίκη. Οι κόρες των ματιών του ξαφνικά άνοιξαν γιατί αυτό που τον εντυπωσίασε βαθύτερα ήταν κάτι άλλο. «Αυτό που δεν ήξερα και ανακάλυψα για τον Μίκη ήταν ότι ήταν ένας έφηβος που όσο περνούσε ο χρόνος, τόσο γινόταν νεότερος και πιο δραστήριος». Μας αποκάλυψε ότι είχε δει το ίδιο μονάχα σε έναν ακόμα άνθρωπο. «Γνώρισα δύο μεγάλες φυσιογνωμίες. Τον Μίκη και τον Νέλσον Μαντέλα. Δύο πολύ απλούς ανθρώπους, με απίστευτο χιούμορ, να επικοινωνούν μαζί σου χωρίς να διαμεσολαβεί τίποτα άλλο».

Πριν φύγουν οι τελευταίοι μάρτυρες

Από το 2012, διαπιστώνοντας ότι ο αντιδικτατορικός αγώνας στη Βόρεια Αμερική παρέμενε εντελώς ανεξερεύνητος, ο Κατωμερής άρχισε να ταξιδεύει συστηματικά στη Νέα Υόρκη και άλλες πόλεις της Βόρειας Αμερικής καταγράφοντας τους ανθρώπους που είχαν εμπλακεί σε αυτόν. «Ούτε ένας συγγραφέας, ούτε ένας δημοσιογράφος, ούτε κάποιο τμήμα Ελληνικών Σπουδών είχε ασχοληθεί με αυτό», λέει.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 2017, με αφορμή την πεντηκοστή επέτειο από την κήρυξη της δικτατορίας, παρουσίασε έξι ταινίες στη Βουλή των Ελλήνων. «Ευτυχώς που πρόλαβα», λέει, «γιατί από το 2017 και μετά, άρχισε ένας-ένας από αυτούς τους ανθρώπους να φεύγει».

“Την κινηματογράφηση την ξεκίνησα σαν χόμπι. Τελικά κατάφερα να ζω με αυτό. Μα πάνω απ’ όλα με άλλαξε σαν άνθρωπο, ταξίδεψα σε όλον τον κόσμο και γνώρισα ανθρώπους σαν κι εσένα τώρα!” εξομολογήθηκε στον Εθνικό Κήρυκα ο Γιάννης Κατωμερής.

Λίγο καιρό μετά εντόπισε στα χέρια ενός παλιού οπερατέρ, ένα σαραντάλεπτο φιλμ 16mm εξαιρετικής ποιότητας με πορείες που ξεκινούσαν από τον ΟΗΕ, διέσχιζαν την Πέμπτη Λεωφόρο και κατέληγαν στο ελληνικό προξενείο της Νέας Υόρκης. Το υλικό μεταφέρθηκε στην Αθήνα, αποκαταστάθηκε και ψηφιοποιήθηκε σε υψηλή ανάλυση. Αυτό αποτελεί πλέον τον κορμό νέου ντοκιμαντέρ σε εξέλιξη. «Ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρεις», λέει. «Δεν περίμενα ότι θα έβρισκα κάτι τέτοιο. Εδώ και επτά χρόνια ασχολούμαι με αυτό και ελπίζω να το καταφέρω».

Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά. Αυτή των ανθρώπων που δεν θα μιλήσουν ποτέ. Ο Κατωμερής μας περιγράφει ότι τους συναντά στους «συλλόγους συνταξιούχων της Νέας Υόρκης». Άνθρωποι άνω των ογδόντα που φτάνουν στις εννιά το πρωί και φεύγουν στις οκτώ το βράδυ με έναν καφέ, ένα φτηνό φαγητό, σε ένα τραπέζι με χαρτιά. Μόνοι. Χωρίς οικογένεια, χωρίς να έχουν πραγματοποιήσει το αμερικανικό όνειρο. «Φαντάζομαι ότι το βράδυ που πηγαίνουν σπίτι, είναι μόνοι τους, κοιμούνται και ξυπνούν πάλι το πρωί ώστε μόλις ανοίξει ο σύλλογος να είναι εκεί», τονίζει.

Αυτοί οι άνθρωποι, συνεχίζει, «μάλλον δεν θα θελήσουν να μιλήσουν ποτέ. Θεωρούν ότι έχουν να καταγράψουν μόνο την αποτυχία». Κι αυτό θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα για τη μνήμη της Διασποράς. Στο ερώτημα εάν η μνήμη που δεν βιώνεται και δεν μεταδίδεται μπορεί να είναι μνήμη από τις επόμενες γενιές, ο ίδιος απάντησε με επιφύλαξη. «Νομίζω ότι φέρει τη μνήμη», λέει, «αλλά δεν τη φέρει βιωμένη σε μία πραγματικότητα που ζει σήμερα». Συνεχίζοντας τόνισε ότι «νομίζω χρειάζεται ένα μικρό σοκ για να μπορέσει να γίνει αυτή η μετατροπή της μνήμης σε βίωμα. Μπορεί να μην γίνει, βέβαια, και ποτέ».

Έχει κινηματογραφήσει και την ιστορία του Αρχιεπισκόπου Αμερικής, Ιακώβου. Τον κληρικό από την Ίμβρο που βάδισε στο πλευρό του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στη Σέλμα της Αλαμπάμα τον Μάρτιο του 1965 και η εικόνα τους εκεί έγινε το εξώφυλλο του «Life».

Έχει επίσης βρει τον Μανώλη Εμμανουηλίδη, «αυτόν που ήταν πάνω στο τρίκυκλο και σκότωσε τον Λαμπράκη» και τον Μανώλη Χατζηαποστόλου, τον αποκαλούμενο Τίγρη, που πήδηξε στην καρότσα του τρίκυκλου των παρακρατικών αμέσως μετά την επίθεση. Τους εντόπισε στη Θεσσαλονίκη και τους έφερε μπροστά στο μνημείο όπου έγινε το έγκλημα. Από τον δε Εμμανουηλίδη απέσπασε τα ονόματα εκείνων που έδωσαν τις εντολές.

Ελευθερία

Για τον Κατωμερή η ελευθερία δεν είναι αφηρημένη έννοια. «Το βασικότερο είναι να υπάρχει ελευθερία», απάντησε. «Αν υπάρχει, μπορούν να αναπτυχθούν πολλά άλλα πράγματα». Για την τέχνη, ωστόσο, έχει μία ξεκάθαρη άποψη. «Η τέχνη δεν ωρίμασε ποτέ σε συνθήκες απόλυτης οικονομικής ευχέρειας. Πάντα είχε απέναντί της μία δυσκολία είτε κοινωνική, είτε πολιτική, είτε οικονομική».

Η βαθύτερη διάσταση, όμως, είναι εσωτερική. «Την ελευθερία», υπογράμμισε, «πρέπει να τη βρει ο καθένας μέσα του. Γιατί αν την βρεις μέσα σου, τότε μπορείς να την κάνεις τέχνη, επιστήμη, ζωή και στην ουσία να απελευθερωθείς».

Το κινηματογραφικό δίπτυχο του Γιάννη Κατωμερή για τον Μίκη Θεοδωράκη προβλήθηκε στο Κινεζικό Πολιτιστικό Κέντρο του Τορόντο, σε διοργάνωση της GrecaTV του Βασίλη Φάτση. Στην εκδήλωση παρέστησαν ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο, Γιάννης Χατζαντωνάκης, η πολιτιστική σύμβουλος του Γενικού Προξενείου, Δρ Μαριλένα Γρίβα, ο Έλληνας δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Τορόντο, Νίκος Μαντάς, καθώς και εκπρόσωποι θεσμικών φορέων της ελληνικής παροικίας της πόλης.


Πηγή: www.ekirikas.com

Σχετικές αναρτήσεις

CHRISTINE SIOUNIS | ekirikas.com

mera24

Ξεκινούν οι παραστάσεις του έργου Τρωάδες στο Λονγκ Άιλαντ Σίτι | ekirikas.com

mera24

Απεβίωσε ο Παναγιώτης Δεληγιαννίδης δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας στην Ευαγγελική Εκκλησία του Νιούτον Μασαχουσέτης | ekirikas.com

mera24
Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας τότε συναινείτε σε αυτό. View more
Accept