ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Απορρίφθηκε το αίτημα αποφυλάκισης του ομογενούς βαρυποινίτη Νικολάου Κοτσόπουλου (Nikolaos Kotsopoulos), η υπόθεση του οποίου εξακολουθεί να συγκλονίζει την κοινή γνώμη, 24 χρόνια μετά την στυγερή δολοφονία της συζύγου του, ανήμερα της ελληνορθόδοξης Κυριακής του Πάσχα, στην περιοχή του Μανχάσσετ.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της «Newsday», το αρμόδιο για την εξέταση του αιτήματος Συμβούλιο Αποφυλακίσεων της Πολιτείας της Νέας Υόρκης έλαβε απορριπτική απόφαση για τον τερματισμό της πολυετούς φυλάκισης του Κοτσόπουλου, στον οποίο έχει επιβληθεί ποινή από 25ετή έως ισόβια κάθειρξη. Όπως σημειώνει το ρεπορτάζ, η απόφαση αυτή έγινε δεκτή με απογοήτευση για τον ίδιο αλλά με ανακούφιση από τους δύο γιους του, Γιώργο και Νίκο, οι οποίοι είχαν δώσει δημόσια μάχη τις τελευταίες εβδομάδες προκειμένου να αποτρέψουν την αποφυλάκιση του πατέρα τους.
Ειδικότερα, αμφότεροι οι γιοι του ζευγαριού είχαν εκφράσει φόβους πως ο πατέρας τους, εάν αφεθεί ελεύθερος, θα μπορούσε να στραφεί εναντίον τους, καθώς θεωρούν ότι ποτέ δεν ανέλαβε πραγματικά την ευθύνη για το έγκλημα ούτε έδειξε ουσιαστική μεταμέλεια. Άλλωστε, οι ίδιοι, σε ηλικίες 12 και 10 ετών, αντίστοιχα, έγιναν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας της μητέρας τους. Όπως αποκάλυψαν σε συνέντευξή τους στη «Newsday», επί σειρά ετών η οικογένεια ζούσε υπό καθεστώς φόβου, με περιστατικά σωματικής και ψυχολογικής κακοποίησης, αλλά και συχνές απειλές. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, ο πατέρας τους κρατούσε συχνά όπλο μέσα στο σπίτι και απειλούσε ότι θα σκοτώσει τη σύζυγό του, τα παιδιά του και στη συνέχεια θα αυτοκτονήσει.
Το θύμα, η Κάρολ Λιν Φρέιζερ Κοτσοπούλου, αν και δεν είχε καταγωγή από την Ελλάδα ή οποιαδήποτε περαιτέρω σχέση με την Ομογένεια, φέρεται να είχε υιοθετήσει τις ελληνικές παραδόσεις του συζύγου της, μια εκ των οποίων ήταν ο εορτασμός του Πάσχα βάσει του ελληνορθόδοξου εορτολογίου. Την ημέρα του αποτρόπαιου εγκλήματος, εκείνη ετοίμαζε το πασχαλινό τραπέζι όταν, σύμφωνα με μεταγενέστερη αναφορά των γιων της, ένα ασήμαντο περιστατικό με νεροπίστολα, με το οποίο έπαιζαν τα δύο παιδιά, στάθηκε η αφορμή για να ξεσπάσει ακόμη ένα βίαιο επεισόδιο, το οποίο κατέληξε στη δολοφονία της.
Αμέσως μετά τους πυροβολισμούς, ο Νικόλαος Κοτσόπουλος φέρεται να υπαγόρευσε στους δύο γιους του τι έπρεπε να πουν στην Αστυνομία. Τους ζήτησε να ισχυριστούν ότι ένας άγνωστος ένοπλος, ντυμένος στα μπλε, εισέβαλε στο σπίτι, πυροβόλησε τη μητέρα τους και διέφυγε. Οι αστυνομικές δυνάμεις πραγματοποίησαν εκτεταμένες έρευνες με σκύλους και ελικόπτερα για τον υποτιθέμενο δράστη, χωρίς όμως να εντοπίσουν κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώνει αυτό το σενάριο. Η έρευνα στράφηκε στη συνέχεια στον ίδιο τον Κοτσόπουλο, ενώ στο σπίτι βρέθηκαν στοιχεία που συνέδεαν το όπλο του εγκλήματος με τον κατηγορούμενο.
Παρά τις αποδείξεις και μαρτυρίες για το στυγερό έγκλημα, ο Κοτσόπουλος, μέσω των δικηγόρων του, επιχείρησε να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια που άφηνε ο νόμος προκειμένου να ανατρέψει την καταδικαστική απόφαση. Μεταξύ άλλων, προσέφυγε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο, ενώ υπέβαλε και σειρά μεταγενέστερων αιτήσεων στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης. Σε μία από αυτές υποστήριξε ότι ο πυροβολισμός ήταν ατύχημα κατά τη διάρκεια χειρισμού του όπλου, ενώ σε άλλη αμφισβήτησε τη νομική βάση της καταδίκης του. Όλες οι προσφυγές του απορρίφθηκαν.
Πάντως, μετά την απόφαση του Συμβουλίου Αποφυλακίσεων, οι δύο αδελφοί τόνισαν πως, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει και την πολύχρονη ψυχοθεραπεία που ακολούθησαν, εξακολουθούν να κουβαλούν το τραύμα της δολοφονίας της μητέρας τους και θεωρούν ότι η συνέχιση της κράτησης του πατέρα τους αποτελεί τη μόνη ασφαλή και δίκαιη εξέλιξη.
Πηγή: www.ekirikas.com