Στη Χαλκιδική, ένας 17χρονος κατέρρευσε έξω από το σχολείο του και κατέληξε δύο ημέρες αργότερα, παρά την άμεση ΚΑΡΠΑ, τη χρήση απινιδωτή και τη νοσηλεία του. Στον Ωρωπό, μία 16χρονη βρέθηκε χωρίς τις αισθήσεις της από τη μητέρα της, με τα ακριβή αίτια του θανάτου της να διερευνώνται.
Στη Λάρισα, στην περίπτωση ενός 15χρονου που πέθανε αιφνίδια, η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε, σύμφωνα με τις πληροφορίες, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, ενώ αναμένονται τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων.
Οι τρεις υποθέσεις δεν είναι ίδιες και, κυρίως, δεν έχουν όλες ακόμα γνωστή αιτία. Όταν, όμως, συμβαίνουν μέσα σε διάστημα λίγων ημερών και αναπαράγονται συνεχώς στα social media, είναι εύκολο να δημιουργηθεί η εικόνα ενός νέου «κύματος» αιφνίδιων θανάτων στις τάξεις των εφήβων. Ο όρος «ξαφνικίτιδα», που χρησιμοποιείται συχνά τα τελευταία χρόνια στο Διαδίκτυο, έρχεται να συμπυκνώσει ακριβώς αυτή την ανησυχία – χωρίς, βέβαια, να αποτελεί ιατρικό όρο ή διάγνωση.
Πολύ περισσότερο καθώς υπάρχει και η άλλη πλευρά: Τον Ιούνιο, στην Αλμωπία, μία 16χρονη υπέστη καρδιακή ανακοπή μέσα στο σπίτι της αλλά επέζησε, καθώς η μητέρα της ξεκίνησε αμέσως ΚΑΡΠΑ και χρησιμοποιήθηκε απινιδωτής μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Πρόκειται για μια περίπτωση που υπενθυμίζει ότι η συζήτηση δεν αφορά μόνο το γιατί μπορεί να συμβεί μια ανακοπή, αλλά και το τι μπορεί να κάνει τη διαφορά όταν συμβεί.
Υπάρχουν, άραγε, στοιχεία που να δείχνουν πραγματική τάση αύξησης των θανάτων νέων από καρδιακά αίτια; Και, πέρα από τους αριθμούς, ποια συμπτώματα ή ενδείξεις πρέπει πράγματι να κινητοποιούν έναν γονιό;
Ο Γρηγόριος Χατζαντώνης (MD, PhD), διευθυντής του τμήματος Μαγνητικής Τομογραφίας Καρδιάς στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών και η Αννα Κωστοπούλου, καρδιολόγος-ηλεκτροφυσιολόγος, αναπληρώτρια διευθύντρια του Ωνασείου Νοσοκομείου, εξηγούν τι γνωρίζουμε σήμερα, ποια είναι τα πραγματικά «καμπανάκια» και γιατί η ψύχραιμη ανάγνωση των δεδομένων έχει μεγαλύτερη αξία από τον φόβο.
Οι αριθμοί δεν δείχνουν «κύμα»
Τα τελευταία επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τις αιτίες θανάτου αφορούν το 2023. Στην ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών, συγκεκριμένα, καταγράφηκαν 58 θάνατοι στην κατηγορία «καρδιακά νοσήματα», έναντι 49 το 2022 και 61 το 2021.
Η σύγκριση έχει σημασία: το 2023 οι θάνατοι ήταν περισσότεροι από το 2022, αλλά λιγότεροι από το 2021. Κυρίως, όμως, χρειάζεται μια ουσιαστική διευκρίνιση: η κατηγορία «καρδιακά νοσήματα» είναι πολύ ευρύτερη και οι θάνατοι από καρδιά δεν είναι πάντα αιφνίδιοι. Η ΕΛΣΤΑΤ καταρτίζει τα στοιχεία αιτιών θανάτου από τα πιστοποιητικά των γιατρών και, στις περιπτώσεις βίαιων ή αιφνίδιων θανάτων, από τις ιατροδικαστικές υπηρεσίες.
Η αλήθεια είναι πως με μικρούς απόλυτους αριθμούς, ακόμη και λίγα επιπλέον περιστατικά μπορούν να δημιουργήσουν μεγάλες ποσοστιαίες διαφορές από τη μία χρονιά στην άλλη, χωρίς να αποδεικνύουν από μόνα τους πραγματική αύξηση της επίπτωσης.
«Είναι αρκετά παρακινδυνευμένο να μιλήσουμε για αύξηση», όπως επισημαίνει και η Αννα Κωστοπούλου, τονίζοντας ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει επαρκής ειδική καταγραφή που να επιτρέπει να συναχθεί τέτοιο συμπέρασμα από μεμονωμένα περιστατικά. Οπως σημειώνει, κάθε περίπτωση πρέπει να διερευνάται ξεχωριστά, τόσο ως προς το ατομικό όσο και ως προς το οικογενειακό ιστορικό.
Το συμβάν και η διάγνωση
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο Γρ. Χατζαντώνης, ο οποίος υπογραμμίζει ότι οι διακυμάνσεις μικρών αριθμών δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη μιας νέας τάσης. Ενα βασικό σημείο, εξηγεί ο ίδιος, είναι ότι «η ανακοπή δεν είναι διάγνωση, είναι το συμβάν». Στους μεγαλύτερους ανθρώπους η καρδιακή ανακοπή συνδέεται συχνότερα με στεφανιαία νόσο και έμφραγμα. Σε ένα παιδί ή έναν έφηβο, τα πιθανά αίτια είναι διαφορετικά.
Μπορεί να υπάρχει κάποια μυοκαρδιοπάθεια, όπως η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, μια συγγενής ανωμαλία των στεφανιαίων αρτηριών ή κάποιο «ηλεκτρικό» νόσημα της καρδιάς, όπως το σύνδρομο μακρού QT, το σύνδρομο Brugada ή η κατεχολαμινεργική πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (CPVT). Ενα ακόμη πιθανό αίτιο είναι η μυοκαρδίτιδα, η οποία μπορεί να εμφανιστεί έπειτα από ιογενή λοίμωξη.
Η κ. Κωστοπούλου εξηγεί, αντίστοιχα, ότι στις μικρές ηλικίες οι αιτίες εντοπίζονται κυρίως σε δομικές παθήσεις της καρδιάς ή σε ηλεκτρικά νοσήματα, τις λεγόμενες καναλοπάθειες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια καρδιά μπορεί να είναι δομικά φυσιολογική αλλά να υπάρχει πρόβλημα στην ηλεκτρική λειτουργία της, το οποίο υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να πυροδοτήσει σοβαρή αρρυθμία.
Η έντονη σωματική καταπόνηση, ένα ισχυρό συναισθηματικό στρες ή, ανάλογα με το νόσημα, συγκεκριμένοι εξωτερικοί παράγοντες μπορεί να λειτουργήσουν ως εκλυτικοί μηχανισμοί. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ότι υπάρχει ήδη το σχετικό παθολογικό υπόστρωμα.
Το οικογενειακό ιστορικό
Το οικογενειακό ιστορικό αποτελεί επίσης κεντρικό κομμάτι του ελέγχου. Ενας αιφνίδιος ανεξήγητος θάνατος σε νεαρή ηλικία, γνωστή μυοκαρδιοπάθεια, κληρονομική αρρυθμία ή ανεξήγητες λιποθυμίες σε συγγενείς αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγιστεί ένα παιδί.
Ο κ. Χατζαντώνης επισημαίνει ότι το ηλεκτροκαρδιογράφημα και ο υπέρηχος είναι εξετάσεις πρώτης γραμμής, χωρίς όμως να μπορούν να αποκλείσουν τα πάντα. Αν υπάρχουν συμπτώματα ή επιβαρυμένο ιστορικό, ο έλεγχος μπορεί να επεκταθεί σε Holter, δοκιμασία κόπωσης, μαγνητική καρδιάς ή, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, γενετικό έλεγχο.
Στο ίδιο σημείο είναι κατηγορηματική και η κ. Κωστοπούλου: «Αν δεν γίνει και ηλεκτροκαρδιογράφημα, δεν έχει γίνει πλήρης καρδιολογικός έλεγχος». Οπως εξηγεί, δεν αρκεί η λογική «έκανε υπέρηχο, άρα δεν έχει τίποτα». Χρειάζονται το ηλεκτροκαρδιογράφημα, η σωστή κλινική εξέταση και κυρίως οι στοχευμένες ερωτήσεις προς το ίδιο το παιδί, γιατί ενδέχεται να έχει αισθανθεί συμπτώματα στα οποία δεν έδωσε σημασία.
Σε μια οικογένεια στην οποία στο παρελθόν έχει υπάρξει ανεξήγητος αιφνίδιος θάνατος, προσθέτει, χρειάζεται καρδιολογική αξιολόγηση των συγγενών και, όπου ενδείκνυται, γενετική συμβουλευτική, ώστε να αποτυπωθεί σωστά το οικογενειακό δέντρο και να διερευνηθεί η πιθανότητα κληρονομικού αρρυθμιολογικού νοσήματος.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι κάθε υγιές παιδί χρειάζεται εξαντλητικό έλεγχο με κάθε διαθέσιμη εξέταση. Ο κ. Χατζαντώνης προειδοποιεί ότι σε πληθυσμούς πολύ χαμηλού κινδύνου ο αδιάκριτος έλεγχος μπορεί να δημιουργήσει ψευδώς θετικά ευρήματα και περισσότερο άγχος. Η λογική είναι ο έλεγχος να κλιμακώνεται στοχευμένα όταν υπάρχει ένδειξη.
Το συμπέρασμα
Τα στοιχεία, λοιπόν, δείχνουν πως μέχρι στιγμής δεν τεκμηριώνεται ένα νέο κύμα αιφνίδιων καρδιακών θανάτων στους νέους. Υπάρχουν, όμως, σπάνια και πραγματικά περιστατικά που μας υπενθυμίζουν την αξία της σωστής πρόληψης: να ακούμε τα παιδιά όταν περιγράφουν ένα σύμπτωμα, να γνωρίζουμε το οικογενειακό ιστορικό, να γίνεται ουσιαστικός καρδιολογικός έλεγχος όταν υπάρχει ένδειξη και να υπάρχουν άνθρωποι εκπαιδευμένοι στην ΚΑΡΠΑ και πρόσβαση σε απινιδωτή.
Οχι πανικός, λοιπόν, αλλά ούτε και αδιαφορία. Γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις, το «καμπανάκι» έχει ήδη χτυπήσει – αρκεί κάποιος να το ακούσει.
Premium έκδοση «Τα ΝΕΑ»
Πηγή: www.in.gr