8 Σεπτεμβρίου 2026
ομογένεια

Το Ολοκαύτωμα της Επτακώμου Σάντας τιμήθηκε στο Χιούστον | ekirikas.com

ΧΙΟΥΣΤΟΝ. ΤΕΞΑΣ. Το Ολοκαύτωμα της Επτακώμου Σάντας αποτελεί μία από τις τραγικότερες και ταυτόχρονα λιγότερο γνωστές σελίδες της ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Αν κάποιος δεν κατάγεται από τη Σάντα ή τον Πόντο, είναι πολύ πιθανό να μην έχει ακούσει ποτέ την ιστορία της.

Κι όμως, κάθε χρόνο, την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, τελείται το καθιερωμένο μνημόσυνο στο Βέρμιο, στην Παναγία Σουμελά, όπου είχα την τιμή και την ευλογία να παρευρεθώ έξι φορές μαζί με τον γαμπρό μου, Θεόδωρο Τριανταφυλλίδη.

Πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, με τη βοήθεια της τότε γραμματέως του Συλλόγου Σανταίων Θεσσαλονίκης, Βικτωρίας Σαββίδου, διοργανώσαμε μνημόσυνο και ομιλία στην Παναγία Σουμελά της Νέας Ιερσέης. Το κείμενο της ομιλίας είχε συγγράψει ο αείμνηστος φίλος μου, Ευστάθιος Πελαγίδης, καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Hellenic Cultural Center of the Southwest (HCC-SW), πρότεινα να καθιερωθεί το μνημόσυνο και η ιστορική παρουσίαση και στην κοινότητά μας στο Χιούστον. Όπως ήταν φυσικό, ελάχιστοι γνώριζαν τότε τι ήταν και πού βρισκόταν η Σάντα. Όλοι όμως έδειξαν προθυμία να μάθουν.

Έτσι, την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026, με την πολύτιμη συνδρομή της Βικτωρίας Σαββίδου, σημερινής προέδρου του Συλλόγου Σανταίων Θεσσαλονίκης, πραγματοποιήθηκε στον ιερό ναό του Αγίου Βασιλείου στο Χιούστον το μνημόσυνο για τα θύματα του Ολοκαυτώματος της Επτακώμου Σάντας της 11ης Σεπτεμβρίου 1921.

Το μνημόσυνο τέλεσαν ο π. Λουκάς Παλούμπης, μαζί με τον π. Δημήτριο και τον π. Ιωάννη.

Διακρίνονται οι: Χριστίνα Ρεμεδιάκη, π. Ιωάννης, Λάμπρος Κακίσης, Μάνος Παπαδάκης, Άννα Σαρλή, Σοφία Βαξεβάνου, Ηλίας Νεοφυτίδης, Ιωάννης Ρεμεδιάκης, Μαρία Καραγιαννοπούλου. Φωτογραφία: ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΦΥΤΙΔΗΣ

Πατέρας Λουκάς Παλούμπης: προσευχή, μνήμη και γνώση της ιστορίας

Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, ο π. Λουκάς αναφέρθηκε στη διπλή σημασία του μνημοσύνου.

Αρχικά τόνισε την πνευματική διάσταση της προσευχής για εκείνους που έφυγαν πριν από εμάς, μέσα στην πίστη της Εκκλησίας ότι οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι παραμένουν ενωμένοι μέσα στο Σώμα του Χριστού.

Στη συνέχεια έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη να γνωρίζουμε την ιστορία μας. Προειδοποίησε ότι όταν οι κοινωνίες εξωραΐζουν, αποσιωπούν ή ξεχνούν τις σκοτεινές εμπειρίες του παρελθόντος, δημιουργούν τις συνθήκες για να επαναληφθούν παρόμοιες τραγωδίες.

Το κεντρικό του μήνυμα ήταν ότι η ιστορική γνώση δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή υπόθεση. Είναι μέσο για να κατανοούμε το παρόν και να αντιμετωπίζουμε υπεύθυνα τις προκλήσεις της εποχής μας.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αν είμαστε πρόθυμοι να μάθουμε τι έχει συμβεί στην ιστορία, θα βρισκόμαστε σε καλύτερη θέση να αντιμετωπίζουμε τις απειλές του σήμερα· αν, αντίθετα, επιλέξουμε την άγνοια, γνωρίζουμε ήδη από την ιστορία πού μπορεί να οδηγήσει.

Κάλεσε, λοιπόν, το εκκλησίασμα να παραμείνει στην αίθουσα για να ακούσει και να μάθει περισσότερα για τη Σάντα, υπογραμμίζοντας ότι η προσευχή πρέπει να συνοδεύεται από παιδεία, γνώση και ιστορική συνείδηση.

«Η μνήμη είναι υποχρέωση»

Στη συνέχεια, στην κοινοτική αίθουσα, ο πρόεδρος του Hellenic Cultural Center of the Southwest, Ιωάννης Ρεμεδιάκης, αναφέρθηκε στη σημασία της διατήρησης της ιστορικής μνήμης.

Υπενθύμισε ότι η Σάντα δεν ήταν απλώς ένα όνομα σε έναν χάρτη, αλλά μία ζωντανή κοινωνία: χωριά γεμάτα οικογένειες, εκκλησίες, σχολεία, παραδόσεις, πίστη και ελπίδα για το μέλλον.

Πίσω από κάθε αριθμό των ιστορικών καταγραφών, είπε, υπήρχε ένας άνθρωπος – μία μητέρα, ένας πατέρας, ένα παιδί, ένας γείτονας.

Τόνισε ιδιαίτερα:

«Δεν συγκεντρωνόμαστε για να καλλιεργήσουμε το μίσος ούτε για να ανοίξουμε ξανά πληγές. Συγκεντρωνόμαστε γιατί η μνήμη είναι υποχρέωση. Όταν τα θύματα δεν μπορούν πλέον να αφηγηθούν την ιστορία τους, η ευθύνη περνά σε εμάς».

Έκανε επίσης έναν ιδιαίτερο συμβολικό παραλληλισμό ανάμεσα στην 11η Σεπτεμβρίου 1921, ημέρα της τραγωδίας της Σάντας, και την 11η Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Διευκρίνισε ότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά ιστορικά γεγονότα, τα οποία χωρίζονται από ογδόντα χρόνια και διαφορετικές συνθήκες, αλλά μας αφήνουν μία κοινή προειδοποίηση: όταν η μισαλλοδοξία, ο εξτρεμισμός, ο φανατισμός και η απανθρωποποίηση του άλλου αφήνονται να ριζώσουν, οι συνέπειες μπορούν να γίνουν καταστροφικές.

Το μήνυμα της μνήμης, υπογράμμισε, δεν είναι το μίσος ή η εκδίκηση, αλλά η επαγρύπνηση, η ανθρωπιά και η αποφασιστικότητα να μην επιτρέψουμε να επαναληφθεί τέτοιος ανθρώπινος πόνος.

Ο κ. Ρεμεδιάκης καλωσόρισε επίσης τους επισήμους και τους εκπροσώπους της κοινότητας, μεταξύ των οποίων τον πρόξενο της Ελλάδος στο Χιούστον, Λάμπρο Κακίση, και την πλωτάρχη του Λιμενικού Σώματος Άννα Σαρλή, την οποία καλωσόρισε θερμά στη νέα της αποστολή στο Χιούστον, καλώντας παράλληλα την Ομογένεια να την αγκαλιάσει και να την κάνει να αισθανθεί ότι βρήκε «ένα ακόμη σπίτι μακριά από το σπίτι».

Αναγνώρισε επίσης την προσφορά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του HCC-SW, των χορηγών και των εθελοντών της εκδήλωσης, με ιδιαίτερη αναφορά στη Μαρία Στελλάκη, έναν πραγματικό πυλώνα της κοινότητας, για την προσφορά των κολλύβων και την πολύτιμη βοήθειά της πριν και κατά τη διάρκεια του μνημοσύνου.

Ο Λάμπρος Κακίσης, πρόξενος της Ελλάδος στο Χιούστον του Τέξας. Φωτογραφία: ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΦΥΤΙΔΗΣ

Ο πρόξενος Λάμπρος Κακίσης: Η μνήμη είναι πράξη ευθύνης

Ακολούθησε ο χαιρετισμός του προξένου της Ελλάδος στο Χιούστον, Λάμπρου Κακίση.

Ο κ. Κακίσης απέτισε φόρο τιμής στους αθώους άνδρες, γυναίκες και παιδιά που υπέστησαν διώξεις, εκτοπισμό και θάνατο κατά μία από τις τραγικότερες περιόδους της ιστορίας του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.

Τόνισε ότι η εκδήλωση δεν αποτελεί μόνο μία πράξη μνήμης, αλλά και μία πράξη ευθύνης.

Αναφέρθηκε στη Σάντα ως μία υπερήφανη και ανθεκτική κοινότητα, η οποία μέσα σε αιώνες δυσκολιών κατόρθωσε να διατηρήσει την πίστη, τη γλώσσα, τις παραδόσεις και την ταυτότητά της.

Ιδιαίτερα ανθρώπινο ήταν το σημείο της ομιλίας του στο οποίο υπενθύμισε ότι πίσω από κάθε ιστορική τραγωδία βρίσκονται όχι απλώς αριθμοί, αλλά ανθρώπινες ζωές, οικογένειες, όνειρα και ολόκληρες κοινότητες.

Η μνήμη των ανθρώπων της Σάντας, υπογράμμισε, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συλλογικής μνήμης του Ελληνικού Έθνους και της ποντιακής κοινότητας σε ολόκληρο τον Κόσμο.

Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η μνήμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να διαιωνίζει τη διαίρεση, αλλά για να καλλιεργεί κατανόηση, συμφιλίωση, ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη και σεβασμό στην πολιτιστική και θρησκευτική ελευθερία.

Ευχαρίστησε το HCC-SW για την προσπάθειά του να κρατά αυτή την ιστορία ζωντανή και να τη μεταδίδει στις νεότερες γενιές και, εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, απέτισε φόρο τιμής στα θύματα της Σάντας, ευχόμενος η μνήμη τους και το παράδειγμα του θάρρους και της αντοχής τους να συνεχίσουν να εμπνέουν τις επόμενες γενιές.

Σοφία Βαξεβάνου: Από την άγνοια στη γνώση – και από τη γνώση στη μνήμη

Η κεντρική ιστορική παρουσίαση έγινε από τη Σοφία Βαξεβάνου, διευθύντρια Ελληνικής Παιδείας του Αγίου Βασιλείου.

Η ίδια ξεκίνησε με μία εξαιρετικά ειλικρινή παραδοχή: όταν της ζητήθηκε να μιλήσει για τη Σάντα, δεν γνώριζε σχεδόν τίποτε γι’ αυτήν.

Άρχισε, λοιπόν, να μελετά.

Και, όπως είπε, από αυτή τη διαδικασία προέκυψε όχι μόνο μια ομιλία αλλά και μια προσωπική συνειδητοποίηση για το πόσα σημαντικά κομμάτια της ελληνικής ιστορίας παραμένουν άγνωστα ακόμη και στους ίδιους τους Έλληνες.

Έθεσε ένα απλό αλλά αποκαλυπτικό ερώτημα: πολλοί Έλληνες γνωρίζουν τις μεγάλες ημερομηνίες της εθνικής ιστορίας. Αν όμως ρωτήσει κανείς «τι συνέβη στις 11 Σεπτεμβρίου 1921;», πιθανότατα θα ακολουθήσει σιωπή.

«Και αυτή η σιωπή είναι ο λόγος που βρίσκομαι σήμερα εδώ», ήταν ουσιαστικά το μήνυμά της.

Παρομοίασε τη Σάντα με το Σούλι του Πόντου.

Ψηλά στα Ποντιακά Όρη, δύσβατη και απομονωμένη, η Επτάκωμος Σάντα είχε αναπτύξει επί αιώνες έναν ισχυρό βαθμό κοινοτικής αυτονομίας. Οι κάτοικοί της οργάνωναν τη ζωή τους, υπερασπίζονταν την κοινότητά τους, εκπαίδευαν τα παιδιά τους και διατηρούσαν ισχυρή ελληνική και ορθόδοξη ταυτότητα.

Όπως τόνισε η κ. Βαξεβάνου, το Σούλι έγινε σύμβολο της εθνικής μνήμης. Η Σάντα, παρότι επέδειξε ανάλογη αποφασιστικότητα και θυσία, παρέμεινε σχεδόν άγνωστη.

Σε μία από τις ισχυρότερες φράσεις της παρουσίασής της σημείωσε ουσιαστικά ότι η διαφορά ανάμεσα στο 1821 και το 1921 δεν ήταν η έλλειψη θάρρους, αρετής ή πίστης.

Η μία ιστορία κατέληξε σε εθνική επέτειο. Η άλλη κατέληξε στη σιωπή.

Και συμπλήρωσε ότι ένα έθνος δεν αποτελεί μόνο καταγραφή των νικών του. Είναι επίσης ο κατάλογος εκείνων των πραγμάτων που οι άνθρωποί του αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν και εκείνων των ανθρώπων και ιδανικών που αρνείται να ξεχάσει.

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι έδωσαν, μεταξύ των άλλων, το «παρών» στην εκδήλωση για το Ολοκαύτωμα της Επτακώμου Σάντας. Φωτογραφία: ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΦΥΤΙΔΗΣ

Μια κοινότητα που επένδυσε στην παιδεία

Ιδιαίτερη βαρύτητα, ως εκπαιδευτικός, έδωσε η κ. Βαξεβάνου στα σχολεία της Σάντας.

Παρά την απομόνωσή τους στα βουνά, τα επτά χωριά είχαν αναπτύξει σχολεία και εκκλησίες, ενώ ορισμένοι μαθητές συνέχιζαν τις σπουδές τους στο περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας.

Για την ίδια, αυτό περιέχει ένα μήνυμα που αφορά άμεσα και τη σημερινή Ομογένεια: η γλώσσα δεν επιβιώνει από μόνη της και ο πολιτισμός δεν περνά αυτόματα από τη μία γενιά στην επόμενη. Πρέπει να διδάσκονται, να ασκούνται και να προστατεύονται.

Η Σάντα, τόνισε, δεν ήταν απλώς «άνθρωποι γαντζωμένοι σε έναν βράχο». Ήταν μια μορφωμένη, οργανωμένη κοινωνία – ένας πολιτισμός.

Από τις διώξεις στην καταστροφή

Στη συνέχεια παρουσίασε το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο των διώξεων των Ποντίων κατά την περίοδο 1914–1923.

Αναφέρθηκε στα τάγματα εργασίας, στις αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών και στον λεγόμενο «Λευκό Θάνατο», τις εξαντλητικές πορείες προς το εσωτερικό της Ανατολίας μέσα στο ψύχος, την πείνα και τις στερήσεις.

Μία χαρακτηριστική φράση της αποτύπωσε τη φύση αυτής της εξόντωσης: «Δεν ήταν σφαγή. Ήταν μια πορεία».

Ακολούθησε η αναλυτική περιγραφή των γεγονότων του Σεπτεμβρίου του 1921.

Στις 6 Σεπτεμβρίου ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις κινήθηκαν εναντίον της Σάντας. Απέναντί τους βρίσκονταν περίπου εκατό ένοπλοι υπό τον Ευκλείδη Κουρτίδη, οι οποίοι προσπαθούσαν να προστατεύσουν εκατοντάδες γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους.

Η κ. Βαξεβάνου περιέγραψε τη συγκέντρωση εκατοντάδων αμάχων στη μεγάλη σπηλιά, τη Μάγαρα, και τις προσπάθειες των ανταρτών να τους προστατεύσουν.

Όταν τους ζητήθηκε να παραδοθούν, ο Δημήτριος Τσιρίπης, δεύτερος στην ηγεσία, βγήκε για να απαντήσει ότι η Σάντα δεν θα παραδιδόταν. Σύμφωνα με την αφήγηση που παρουσίασε, πυροβολήθηκε επί τόπου.

Η νύχτα της 10ης προς 11η Σεπτεμβρίου

Η πιο συγκλονιστική στιγμή της ομιλίας αφορούσε στη νύχτα της 10ης προς την 11η Σεπτεμβρίου 1921.

Η παραμονή στη σπηλιά δεν ήταν πλέον δυνατή. Ο Ευκλείδης Κουρτίδης αποφάσισε την απόδραση μέσα στη νύχτα: οι γυναίκες και τα παιδιά θα κινούνταν προς ένα πυκνό δάσος, ενώ οι ένοπλοι θα ακολουθούσαν διαφορετική κατεύθυνση, αφήνοντας σκόπιμα ίχνη ώστε να παρασύρουν τις στρατιωτικές δυνάμεις μακριά από τους αμάχους.

Τότε συνέβη εκείνο που οι μαρτυρίες των επιζώντων διατήρησαν ως την πιο αβάσταχτη στιγμή της τραγωδίας.

Οι κραυγές των βρεφών κινδύνευαν να αποκαλύψουν τη θέση εκατοντάδων κρυμμένων ανθρώπων.

Οι άνθρωποι εκεί βρέθηκαν μπροστά σε μία επιλογή που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε ποτέ να κληθεί να κάνει.

Επτά βρέφη δεν κατέβηκαν από εκείνο το βουνό. Εκατοντάδες άλλοι άνθρωποι όμως σώθηκαν.

Η αφήγηση αυτή συγκλόνισε εμφανώς το ακροατήριο.

Ο Ιωάννης Ρεμεδιάκης, πρόεδρος του Hellenic Cultural Center of the Southwest. Φωτογραφία: ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΦΥΤΙΔΗΣ

«Έχασαν επτά χωριά και έχτισαν ένα»

Η καταστροφή της Σάντας δεν σταμάτησε εκεί.

Τα χωριά λεηλατήθηκαν και κάηκαν, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού οδηγήθηκε σε εξορία προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Πολλοί πέθαναν από το κρύο, την πείνα και την εξάντληση.

Όπως είπε χαρακτηριστικά η κ. Βαξεβάνου, δεν έχασαν απλώς τα σπίτια τους. Έχασαν τον κόσμο που αυτά τα σπίτια περιείχαν – τα σχολεία, τις εκκλησίες, τη γλώσσα, τους τάφους των προγόνων τους και τον ήχο από τις καμπάνες τους στα βουνά.

Ο Ευκλείδης Κουρτίδης και οι άνδρες του παρέμειναν στα βουνά για ακόμη τρία χρόνια. Το 1924 έφτασαν στην Ελλάδα.

Στη Μακεδονία δημιουργήθηκε η Νέα Σάντα.

Και τότε η κ. Βαξεβάνου διατύπωσε ίσως την πιο αισιόδοξη φράση ολόκληρης της παρουσίασης:

«Έχασαν επτά χωριά και έχτισαν ένα. Το χωριό δεν πέθανε. Μετακινήθηκε».

Η πραγματική απάντηση βρίσκεται στα χέρια που σηκώθηκαν

Στο τέλος της παρουσίασης, επέστρεψε στην ερώτηση που είχε κάνει στην αρχή: πόσοι άνθρωποι στην αίθουσα ήταν Πόντιοι;

Μόνο δύο ή τρία χέρια είχαν σηκωθεί.

Κι όμως, για την ίδια, αυτά τα λίγα χέρια, σε μια αίθουσα στο Χιούστον του Τέξας, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα ερειπωμένα χωριά της Σάντας, ήταν η απάντηση σε ολόκληρη την ιστορία.

Δεν ήταν μόνο ένα μνημείο ή ένα μουσείο.

Ήταν ζωντανοί άνθρωποι.

Η ίδια είχε δηλώσει ότι λίγες εβδομάδες πριν δεν γνώριζε καν τι ήταν η Σάντα. Τώρα βρισκόταν μπροστά σε μια αίθουσα ανθρώπων και μιλούσε γι’ αυτήν.

Αυτό, είπε, είναι ακριβώς που πρέπει να κάνει μια εκδήλωση μνήμης: να μας φέρνει κοντά, να μας θυμίζει -ή ακόμη και να μας διδάσκει για πρώτη φορά- τις ρίζες μας, ώστε να μπορούμε να τις μεταδώσουμε στα παιδιά μας.

Και από αυτή την εκδήλωση προέκυψε μάλιστα μια ακόμη υπόσχεση: τα παιδιά της κοινότητας θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν και τους ποντιακούς χορούς, μεταφέροντας τη μνήμη όχι μόνο μέσα από βιβλία και ομιλίες, αλλά μέσα από τη ζωντανή πολιτιστική παράδοση.

Η κ. Βαξεβάνου έκλεισε ευχαριστώντας ιδιαίτερα τον Ηλία Νεοφυτίδη για την πρωτοβουλία, το υλικό και την επιμονή του να φέρει την ιστορία της Σάντας στην κοινότητα, καθώς και την εκκλησία, το Προξενείο, το HCC-SW, τους εθελοντές, τους χορηγούς και όλους όσοι διέθεσαν ένα κυριακάτικο πρωινό για να ακούσουν την ιστορία ενός τόπου που μέχρι τότε οι περισσότεροι δεν γνώριζαν καν.

Και το τελευταίο της μήνυμα ήταν απολύτως σαφές: «Οι ρίζες μας είναι το θεμέλιο αυτού που είμαστε. Δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτές».

Στιγμιότυπο από την εκδήλωση. Φωτογραφία: ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΦΥΤΙΔΗΣ

Μια εκδήλωση που απέδειξε γιατί η ιστορική μνήμη έχει σημασία

Την εκδήλωση παρακολούθησαν περίπου 60 έως 70 άτομα.

Το γεγονός ότι μόνο ελάχιστοι από αυτούς είχαν ποντιακή καταγωγή κάνει την επιτυχία της πρωτοβουλίας ακόμη σημαντικότερη.

Γιατί η ιστορία της Σάντας δεν ανήκει μόνο στους Σανταίους ούτε μόνο στους Ποντίους.

Ανήκει στην ιστορία του Ελληνισμού.

Και ταυτόχρονα αποτελεί μια πανανθρώπινη υπενθύμιση για το τι μπορεί να συμβεί όταν η μισαλλοδοξία, ο εξτρεμισμός, ο φανατισμός και η απανθρωποποίηση του άλλου επικρατούν απέναντι στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Πολλοί από τους παρευρισκόμενους ευχαρίστησαν θερμά την ομιλήτρια και τους διοργανωτές, εκφράζοντας την επιθυμία να πραγματοποιηθούν περισσότερες παρόμοιες ιστορικές και εκπαιδευτικές δράσεις.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στον π. Λουκά Παλούμπη, ο οποίος έχει ανοίξει τις εγκαταστάσεις του Αγίου Βασιλείου σε οργανισμούς που επιθυμούν να προσφέρουν στην Ομογένεια, διευκολύνοντας έτσι σημαντικά πολιτιστικές και εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες.

Αυτή είναι και μία από τις βασικές αποστολές του Hellenic Cultural Center of the Southwest:

να μην αφήνει την ελληνική ιστορία να γίνεται σιωπή.

Γιατί, όπως ειπώθηκε εκείνο το πρωινό:

Τα θύματα δεν μπορούν πλέον να διηγηθούν την ιστορία τους.

Εμείς μπορούμε.

Να τους θυμόμαστε.

Να τους τιμούμε.

Να διηγούμαστε την ιστορία τους.

Μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρη την εκδήλωση στο YouTube: https://youtu.be/65lgr-lSSTs


Πηγή: www.ekirikas.com

Σχετικές αναρτήσεις

Ο βουλευτής Τζορτζ Λάτιμερ συναντήθηκε με ηγέτες της Ομογένειας και της AHEPA | ekirikas.com

mera24

Συγκίνηση για την εκδημία της εκπαιδευτικού Ελένης Σταυροπούλου | ekirikas.com

mera24

Η Ολυμπία Μυτιληναίου στον «Ε.Κ.» για την ένταξή της στην Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών | ekirikas.com

mera24
Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας τότε συναινείτε σε αυτό. View more
Accept