Για δεκαετίες, η χημειοθεραπεία αποτελούσε την σχεδόν αυτόματη συνέχεια της χειρουργικής αφαίρεσης στον πρώιμο καρκίνο του μαστού, ειδικά όταν η νόσος είχε επεκταθεί στους λεμφαδένες. Αν και η προσέγγιση αυτή μειώνει τον κίνδυνο υποτροπής, συνοδεύεται από ένα βαρύ τίμημα έντονης τοξικότητας, με παρενέργειες όπως η εξουθενωτική κόπωση, η ναυτία, η αλωπεκία, καθώς και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην καρδιά και τη γονιμότητα.
Τα τελευταία χρόνια, η σύγχρονη ογκολογία στρέφεται αποφασιστικά προς την αποφυγή της υπερθεραπείας, μια τάση γνωστή ως αποκλιμάκωση (de-escalation), αναζητώντας τρόπους να προστατεύσει τις ασθενείς από περιττά θεραπευτικά βάρη χωρίς να διακυβεύεται η ίασή τους.
Το μεγάλο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση έγινε πραγματικότητα στο Σικάγο, στο πλαίσιο του ASCO 2026, του μεγαλύτερου ογκολογικού συνεδρίου παγκοσμίως. Εκεί παρουσιάστηκαν τα εντυπωσιακά αποτελέσματα μιας νέας διεθνούς κλινικής δοκιμής υπό την αιγίδα του University College London (UCL). Στη μελέτη συμμετείχαν περισσότεροι από 4.000 ασθενείς άνω των 40 ετών από έξι χώρες. Όλες οι συμμετέχουσες παρουσίαζαν πρώιμο καρκίνο του μαστού με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς (HR+) και αρνητικό HER2, ο οποίος αποτελεί τον συχνότερο τύπο της νόσου.
Κεντρικός πρωταγωνιστής της μελέτης ήταν το Prosigna, ένα πρωτοποριακό τεστ γονιδιακής υπογραφής, γνωστό και ως PAM50. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά κριτήρια που εξετάζουν το μέγεθος του όγκου στο μικροσκόπιο, το Prosigna εισχωρεί βαθύτερα στη βιολογία του καρκίνου. Μέσω μιας αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR) υψηλής ακρίβειας, το τεστ αναλύει την έκφραση 50 συγκεκριμένων γονιδίων σε δείγμα του όγκου, υπολογίζοντας μια βαθμολογία κινδύνου υποτροπής (ROR) από το 0 έως το 100. Η βαθμολογία αυτή κατατάσσει την ασθενή σε χαμηλή, ενδιάμεση ή υψηλή κατηγορία κινδύνου.
Στη συγκεκριμένη δοκιμή, οι ασθενείς χαμηλού κινδύνου αποτελούσαν τα δύο τρίτα του συνόλου. Αυτές οι γυναίκες τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες: η μία έλαβε χημειοθεραπεία και ορμονοθεραπεία, ενώ η δεύτερη ομάδα έλαβε αποκλειστικά ορμονοθεραπεία. Τα αποτελέσματα της πενταετούς παρακολούθησης ήταν αποκαλυπτικά. Το ποσοστό επιβίωσης χωρίς υποτροπή ανήλθε σε 93,7% για τις γυναίκες που παρέλειψαν τη χημειοθεραπεία, έναντι 94,9% για εκείνες που υποβλήθηκαν σε αυτή. Η ελάχιστη διαφορά του 1,2% κρίθηκε κλινικά ασήμαντη, ενώ και η συνολική επιβίωση παρέμεινε ταυτόσημη. Πρακτικά, 93 στις 100 γυναίκες απέφυγαν τη χημειοθεραπεία με απόλυτη ασφάλεια.
Η μελέτη θεωρείται ορόσημο διότι εστίασε σε ασθενείς με 1 έως 3 προσβεβλημένους λεμφαδένες, μια υποομάδα που παραδοσιακά οδηγείται σχεδόν πάντα στη χημειοθεραπεία. Απέδειξε ότι η γονιδιακή υπογραφή υπερτερεί των κλασικών ανατομικών κριτηρίων. Για τις ασθενείς, η εξέλιξη αυτή φέρνει ανείπωτη ανακούφιση. Όπως δήλωσε η 64χρονη Karen Bonham που συμμετείχε στη δοκιμή, η είδηση ότι μπορούσε να παραλείψει τη χημειοθεραπεία την έκανε να νιώσει «σαν να ήταν Χριστούγεννα».
Πηγή: www.zougla.gr