ΤΟΡΟΝΤΟ. Σε συζήτηση που διοργάνωσε η Ελληνική Πρωτοβουλία και ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο, Ιωάννης Χατζαντωνάκης, ανέδειξε το θεσμικό βάρος των προξενικών διαδικασιών αλλά και τα όρια ενός συστήματος που καλείται να εξυπηρετήσει μία πολυπληθή Διασπορά με περιορισμένο προσωπικό.
Στο επίκεντρο βρέθηκε το χάσμα ανάμεσα στην ελληνική ταυτότητα ως συνείδηση καταγωγής και στην ελληνική ιθαγένεια ως νομική πράξη. Όπως εξήγησε ο γενικός πρόξενος, η διαδικασία δεν είναι απλώς ζήτημα διοικητικής καθυστέρησης αλλά συνδέεται και με το διαφορετικό νομικό καθεστώς Καναδά και Ελλάδας.
Γι’ αυτό, πριν από την αναγνώριση της ιθαγένειας, την καταχώριση πράξεων προσωπικής κατάστασης ή την έκδοση διαβατηρίου, οι ελληνικές Αρχές οφείλουν να επιβεβαιώνουν ότι τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι ληξιαρχικές πράξεις ταυτίζονται πλήρως. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «δίνοντας, επί παραδείγματι, ένα ελληνικό διαβατήριο σημαίνει ότι δίνουμε επίσης και πρόσβαση στην Ευρώπη», γεγονός που προϋποθέτει ότι «υπάρχουν κανόνες που πρέπει να ακολουθηθούν».
Ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο, Ιωάννης Χατζαντωνάκης, αναφέρθηκε στις προξενικές διαδικασίες και στη νομική βαρύτητα της ελληνικής ιθαγένειας, υπογραμμίζοντας ότι «υπάρχουν ελληνικοί και ευρωπαϊκοί κανόνες που πρέπει να ακολουθηθούν». Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ Δημήτρης Βοχαΐτης
Η ανθρώπινη διάσταση της συζήτησης αναδείχθηκε μέσα από τα ερωτήματα των παρευρισκόμενων για καθυστερήσεις, δυσκολία επικοινωνίας και φακέλους που παραμένουν εκκρεμείς για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Χατζαντωνάκης αναγνώρισε ότι οι χρόνοι είναι μεγάλοι και ότι το Προξενείο διαχειρίζεται χιλιάδες υποθέσεις με περιορισμένο προσωπικό. Παράλληλα σημείωσε ότι ζητούνται συγκεκριμένα δικαιολογητικά, ακόμη και με υπόδειγμα του απαιτούμενου εγγράφου και κατατίθενται διαφορετικά ή ελλιπή έγγραφα. «Το Προξενείο δεν έχει πάντοτε τη δυνατότητα να επανέρχεται ατομικά σε κάθε φάκελο» υπογραμμίζοντας ότι «αν μπορούσα, θα το έκανα ευχαρίστως. Θα πήγαινα μαζί σας όλη τη διαδικασία ένα προς ένα».
Η παρουσία 40 περίπου ομογενών, σε μία παροικία που αριθμεί περίπου 150.000, εκ των οποίων οι περισσότεροι δεν ήταν απλοί πολίτες, έδωσε στη συζήτηση μία δεύτερη ανάγνωση. Η χαμηλή συμμετοχή δεν μπορεί να νοηθεί ως αδιαφορία γιατί αυτομάτως έρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα της ελεύθερης πρόσβασης σε μία συζήτηση που αφορά χιλιάδες ομογενείς και γι’ αυτό πρέπει να διεξάγεται σε ανοιχτά πλαίσια.
Πηγή: www.ekirikas.com