Έτσι, δύο οικογένειες που θα καταθέτουν ακριβώς τα ίδια χρήματα επί σειρά ετών δεν είναι απαραίτητο να παραδώσουν στα παιδιά τους το ίδιο κεφάλαιο όταν αυτά συμπληρώσουν τα 18. Το τελικό ποσό θα εξαρτηθεί από το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών, τα χρήματα που θα προσθέτει το Δημόσιο, αλλά και από την επενδυτική στρατηγική που θα έχει επιλέξει κάθε οικογένεια και τις πραγματικές αποδόσεις που θα πετύχει σε βάθος χρόνου.
Οι τελευταίες διευκρινίσεις βάζουν πλέον στη θέση τους και τα περισσότερα κομμάτια του παζλ. Δεν υπάρχουν εισοδηματικά ή περιουσιακά κριτήρια, δεν απαιτείται ο γονέας να καταβάλλει χρήματα ανελλιπώς επί 18 χρόνια, ο λογαριασμός δεν χάνεται εάν κάποια χρονιά σταματήσουν οι καταβολές, ενώ ο γονέας θα μπορεί να βάζει έως 10.000 ευρώ ετησίως. Τα χρήματα, από την άλλη, δεν θα είναι διαθέσιμα για οποιαδήποτε οικογενειακή ανάγκη, αλλά θα παραμένουν κατά κανόνα «κλειδωμένα» έως την ενηλικίωση του παιδιού.
Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» δεν είναι επομένως ένα ακόμη επίδομα ούτε ένας συνηθισμένος παιδικός τραπεζικός λογαριασμός. Πρόκειται για έναν μακροχρόνιο επενδυτικό λογαριασμό, στον οποίο το κράτος θα ενισχύει την αποταμίευση της οικογένειας και στη συνέχεια ολόκληρο το κεφάλαιο θα επενδύεται μέχρι το παιδί να γίνει 18 ετών.
Μετά την εξειδίκευση του μέτρου, δέκα είναι οι βασικοί κανόνες που πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς.
1. Ποια παιδιά μπαίνουν στον «κουμπαρά»
Ο ειδικός επενδυτικός λογαριασμός θα μπορεί να ανοίγει μέσα στα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση του παιδιού. Στόχος είναι τα πρώτα εγκεκριμένα προϊόντα να είναι διαθέσιμα από τις αρχές του 2027, γεγονός που σημαίνει ότι στην εκκίνηση του προγράμματος θα μπορούν να ενταχθούν παιδιά που έχουν γεννηθεί το 2025 και το 2026.
Όταν ανοίγει ο λογαριασμός, το παιδί δεν θα πρέπει να έχει συμπληρώσει τα δύο έτη. Το οικονομικό επιτελείο εξήγησε ότι το ηλικιακό όριο συνδέεται τόσο με το δημοσιονομικό κόστος όσο και με τον μακρύ επενδυτικό ορίζοντα και τη δύναμη του ανατοκισμού, ώστε μέχρι την ενηλικίωση να έχει συγκεντρωθεί ένα ουσιαστικό κεφάλαιο.
Κάθε παιδί θα μπορεί να διαθέτει έναν τέτοιο λογαριασμό, ενώ βασική προϋπόθεση είναι τουλάχιστον ένας από τους δύο γονείς να είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας. Η συμμετοχή θα είναι προαιρετική και ο γονέας θα αποφασίζει εάν θα ανοίξει τον λογαριασμό και πόσα χρήματα θα καταβάλλει σε αυτόν.
Ο σχεδιασμός του οικονομικού επιτελείου βασίζεται στην εκτίμηση ότι στο πρόγραμμα μπορεί να συμμετέχει περίπου το ένα τρίτο των παιδιών που γεννιούνται κάθε χρόνο. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 23.000 νέα βρέφη ετησίως, ενώ κατά την εκκίνηση του μέτρου, λόγω της δυνατότητας συμμετοχής δύο ηλικιακών σειρών, ο αριθμός υπολογίζεται περίπου στα 56.000 παιδιά.
2. Δεν υπάρχουν εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια
Σε αντίθεση με πολλά προγράμματα οικογενειακής πολιτικής, ο «κουμπαράς» δεν θα χορηγείται με βάση το οικογενειακό εισόδημα ή την αξία της περιουσίας.
Η δυνατότητα συμμετοχής δεν θα αλλάζει ανάλογα με το αν μια οικογένεια δηλώνει 20.000, 50.000 ή 100.000 ευρώ εισόδημα. Η φιλοσοφία του μέτρου είναι διαφορετική από εκείνη ενός επιδόματος: το κράτος δεν καταβάλλει ένα σταθερό ποσό λόγω εισοδήματος ή κοινωνικών κριτηρίων, αλλά συμμετέχει στην αποταμίευση που αποφασίζει να κάνει η ίδια η οικογένεια. Όσο βάζει ο γονέας, μέχρι το προβλεπόμενο πλαφόν, τόσο θα βάζει και το Δημόσιο.
3. Ένα ευρώ από τον γονέα, ένα ευρώ από το κράτος
Ο βασικός μηχανισμός είναι η αντιστοίχιση των καταβολών ευρώ προς ευρώ. Για κάθε ένα ευρώ που καταθέτει ο γονέας, το Δημόσιο θα προσθέτει άλλο ένα ευρώ, μέχρι το ανώτατο όριο της κρατικής συμμετοχής. Στην πρώτη πενταετία το πλαφόν αυτό ορίζεται στα 1.200 ευρώ τον χρόνο. Αν, για παράδειγμα, ο γονέας βάλει 300 ευρώ, το κράτος θα προσθέσει άλλα 300. Στα 600 ευρώ θα προσθέσει 600, στα 1.000 ευρώ άλλα 1.000 και στα 1.200 ευρώ θα φτάσει στη μέγιστη κρατική συμμετοχή των 1.200 ευρώ. Από εκεί και πάνω αλλάζει η εικόνα. Αν ο γονέας καταθέσει 2.000 ή 5.000 ευρώ, το κράτος δεν θα διπλασιάσει ολόκληρο το ποσό, αλλά θα περιοριστεί στο εκάστοτε ανώτατο πλαφόν.
4. Πώς λειτουργούν τα 100 ευρώ τον μήνα
Η οικογένεια δεν χρειάζεται να βρει 1.200 ευρώ και να τα καταθέσει εφάπαξ. Οι καταβολές μπορούν να γίνονται σταδιακά κατά τη διάρκεια της χρονιάς και θα υπάρχει η δυνατότητα πάγιας εντολής. Έτσι, με 100 ευρώ τον μήνα ο γονέας φτάνει σε ετήσια καταβολή 1.200 ευρώ. Το Δημόσιο προσθέτει άλλα 1.200 και συνολικά στον λογαριασμό εισρέουν 2.400 ευρώ μέσα στη χρονιά, πριν συνυπολογιστούν οι αποδόσεις των επενδύσεων. Το πλαφόν της κρατικής συμμετοχής δεν θα παραμείνει σταθερό σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής του λογαριασμού. Προβλέπεται αύξηση κατά 10% ανά πενταετία.
Με βάση το παράδειγμα που έχει παρουσιάσει το οικονομικό επιτελείο, η μέγιστη ετήσια συμμετοχή ξεκινά από 1.200 ευρώ την περίοδο 2027-2031, ανεβαίνει στα 1.320 ευρώ την περίοδο 2032-2036 και στα 1.452 ευρώ την περίοδο 2037-2041, ενώ από το 2042 διαμορφώνεται περίπου στα 1.597 ευρώ. Για να πάρει ο λογαριασμός ολόκληρη την κρατική συμμετοχή, θα πρέπει φυσικά και ο γονέας να καταθέτει τουλάχιστον το αντίστοιχο ποσό.
5. Τι γίνεται αν μια χρονιά δεν υπάρχουν χρήματα
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα σημεία για μια οικογένεια που δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα είναι η οικονομική της κατάσταση για τα επόμενα 18 χρόνια.
Η συμμετοχή δεν δημιουργεί υποχρέωση συνεχών καταβολών. Εάν, για παράδειγμα, οι γονείς βάζουν χρήματα επί πέντε χρόνια και τον έκτο χρόνο αντιμετωπίσουν οικονομική δυσκολία, μπορούν να σταματήσουν. Ο λογαριασμός δεν κλείνει, όσα έχουν συγκεντρωθεί δεν χάνονται και το ήδη συσσωρευμένο κεφάλαιο συνεχίζει να επενδύεται. Εκείνο που χάνεται για τη συγκεκριμένη χρονιά είναι η νέα κρατική συμμετοχή, αφού το Δημόσιο βάζει χρήματα μόνο απέναντι σε καταβολή της οικογένειας. Όταν η οικονομική κατάσταση βελτιωθεί, οι γονείς μπορούν να αρχίσουν ξανά τις καταβολές και μαζί τους να ενεργοποιηθεί εκ νέου η κρατική συμμετοχή.
Δεν υπάρχει δυνατότητα «προπληρωμής» της κρατικής συμμετοχής των επόμενων ετών. Αν ένας γονέας καταθέσει 10.000 ευρώ σε μία χρονιά, το Δημόσιο θα βάλει μόνο έως το πλαφόν που ισχύει για τη συγκεκριμένη χρονιά. Αν την επόμενη χρονιά ο γονέας δεν καταθέσει χρήματα, δεν θα υπάρξει και νέα κρατική συμμετοχή.
6. Ο γονέας μπορεί να βάζει έως 10.000 ευρώ τον χρόνο
Τα 1.200 ευρώ δεν αποτελούν ανώτατο όριο για την οικογένεια. Αποτελούν το αρχικό πλαφόν μέχρι το οποίο το κράτος αντιστοιχίζει την καταβολή. Ο γονέας θα μπορεί να καταθέτει έως 10.000 ευρώ ετησίως. Εάν, για παράδειγμα, βάλει 5.000 ευρώ, το κράτος θα προσθέσει μέχρι 1.200 ευρώ στην πρώτη πενταετία και συνολικά θα εισρεύσουν 6.200 ευρώ στον λογαριασμό πριν από τις επενδυτικές αποδόσεις. Αν βάλει 10.000 ευρώ, το συνολικό ποσό με την αρχική μέγιστη κρατική συμμετοχή θα φτάσει τα 11.200 ευρώ.
Το πλαφόν των 10.000 ευρώ έχει τεθεί ως δικλίδα ώστε το προϊόν να μην αξιοποιείται δυσανάλογα από οικογένειες με πολύ υψηλά εισοδήματα. Αυτή ήταν και η εξήγηση που δόθηκε από το οικονομικό επιτελείο κατά την εξειδίκευση του μέτρου.
7. Ο γονέας επιλέγει το ρίσκο
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά από έναν απλό παιδικό αποταμιευτικό λογαριασμό.
Τα χρήματα δεν θα κάθονται σε έναν λογαριασμό περιμένοντας το παιδί να γίνει 18 ετών. Θα επενδύονται και η οικογένεια θα έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών επενδυτικών προϊόντων και επιπέδων κινδύνου. Κάθε φορέας που θα συμμετέχει στο πρόγραμμα θα υποχρεούται να διαθέτει τουλάχιστον ένα προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου. Σύμφωνα με την εξειδίκευση, αυτά αναμένεται να αποτελέσουν τις βασικές επιλογές του προγράμματος.
Παράλληλα, όσοι γονείς είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν μεγαλύτερο επενδυτικό κίνδυνο θα μπορούν να επιλέγουν προϊόντα υψηλότερου ρίσκου, επιδιώκοντας μεγαλύτερη απόδοση σε βάθος χρόνου. Αυτό είναι κρίσιμο για την κατανόηση του μέτρου. Δύο οικογένειες μπορεί να έχουν καταβάλει ακριβώς τα ίδια χρήματα και να έχουν λάβει ακριβώς την ίδια κρατική συμμετοχή, αλλά τα δύο παιδιά να φτάσουν στα 18 με διαφορετικό κεφάλαιο.
Η διαφορά θα προκύπτει από τις επενδυτικές επιλογές και την πραγματική πορεία των αγορών. Μεγαλύτερη δυνητική απόδοση σημαίνει κατά κανόνα και μεγαλύτερο ρίσκο. Γι’ αυτό και κανένα από τα παραδείγματα τελικού κεφαλαίου που έχουν παρουσιαστεί δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη απόδοση.
8. Πού θα επενδύονται τα χρήματα
Ο γονέας δεν θα μπορεί να επιλέγει οποιαδήποτε επένδυση. Ο λογαριασμός θα λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένο και ελεγχόμενο πλαίσιο εγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων. Στις επιλογές θα μπορούν να περιλαμβάνονται αμοιβαία κεφάλαια, μετοχές, εταιρικά ομόλογα που διαπραγματεύονται σε οργανωμένες αγορές και κρατικά ομόλογα. Τα προϊόντα θα μπορούν να προσφέρονται από τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και άλλους αρμόδιους φορείς της επενδυτικής αγοράς και θα πιστοποιούνται σε συνεργασία με την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με κοινούς όρους και πρότυπα παρουσίασης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δυνατότητα αλλαγής επιλογής στην πορεία. Ο γονέας δεν θα είναι αναγκασμένος να παραμείνει για 18 χρόνια στο ίδιο προϊόν. Θα μπορεί να μεταφέρει το κεφάλαιο από ένα εγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν σε άλλο, σύμφωνα με τους όρους που θα καθοριστούν στο τελικό κανονιστικό πλαίσιο.
Με τον τρόπο αυτό μια οικογένεια θα μπορεί, για παράδειγμα, να ακολουθεί πιο δυναμική στρατηγική όταν το παιδί είναι πολύ μικρό και να επιλέξει αργότερα πιο συντηρητική τοποθέτηση καθώς πλησιάζει η ενηλικίωση.
9. Τα χρήματα μένουν «κλειδωμένα» μέχρι τα 18
Ο γενικός κανόνας είναι ότι το κεφάλαιο δεν θα μπορεί να αναληφθεί πριν από την ενηλικίωση του παιδιού. Αυτό σημαίνει ότι ο «κουμπαράς» δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένας δεύτερος οικογενειακός λογαριασμός στον οποίο οι γονείς βάζουν και βγάζουν χρήματα ανάλογα με τις ανάγκες τους. Προβλέπονται συγκεκριμένες εξαιρέσεις για πρόωρη ανάληψη, οι οποίες θα εξειδικευτούν πλήρως στο τελικό νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο.
Όταν το παιδί γίνει 18 ετών, το συσσωρευμένο κεφάλαιο θα περάσει πλέον στη διάθεσή του. Από εκεί και πέρα θα πρόκειται για χρήματα του ίδιου του νέου, τα οποία θα μπορεί να αξιοποιήσει για σπουδές, επαγγελματικό ξεκίνημα, στέγαση ή οποιαδήποτε άλλη ανάγκη της ενήλικης ζωής του.
10. Πόσο μπορεί τελικά να φτάσει ο «κουμπαράς»
Τα παραδείγματα που έχει παρουσιάσει το οικονομικό επιτελείο δείχνουν πόσο μεγάλη επίδραση μπορεί να έχει ο συνδυασμός οικογενειακής αποταμίευσης, κρατικής συμμετοχής και επενδυτικής απόδοσης σε ορίζοντα 18 ετών.
Στο παράδειγμα ενός παιδιού που γεννιέται το 2026 και μπαίνει στο πρόγραμμα το 2027, εφόσον η οικογένεια αξιοποιεί κάθε χρόνο ολόκληρο το όριο της κρατικής αντιστοίχισης, οι συνολικές καταβολές του γονέα μέχρι την ενηλικίωση φτάνουν τα 24.652 ευρώ. Άλλα 24.652 ευρώ καταβάλλει το κράτος. Έτσι, πριν καν υπολογιστεί η επενδυτική απόδοση, στον λογαριασμό έχουν εισρεύσει συνολικά 49.304 ευρώ. Από εκεί και πέρα το τελικό ποσό αλλάζει ανάλογα με την απόδοση. Στο ενδεικτικό σενάριο μέσης απόδοσης 3% το τελικό κεφάλαιο υπολογίζεται στα 64.109 ευρώ, ενώ με μέση απόδοση 5% φτάνει στα 77.062 ευρώ.
Τα ποσά αυτά, ωστόσο, δεν είναι εγγυημένα. Είναι υπολογιστικά παραδείγματα που δείχνουν τη δύναμη της μακροχρόνιας επένδυσης. Η πραγματική απόδοση μπορεί να είναι διαφορετική και θα εξαρτηθεί από τις επιλογές της οικογένειας και την πορεία των επενδύσεων.
Η φορολογία του «κουμπαρά»
Σημαντικό μέρος του σχεδιασμού είναι και η φορολογική μεταχείριση του λογαριασμού, καθώς ένας επενδυτικός ορίζοντας 18 ετών μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές αποδόσεις.
Με βάση τη νεότερη εξειδίκευση, οι αποδόσεις του λογαριασμού θα είναι αφορολόγητες. Ο τόκος που προκύπτει δεν θα φορολογείται, ενώ δεν θα επιβάλλεται ούτε φόρος υπεραξίας. Στόχος είναι ολόκληρη η απόδοση να παραμένει μέσα στον «κουμπαρά» και να επανεπενδύεται, ενισχύοντας τον ανατοκισμό σε βάθος χρόνου.
Ένα σημείο που αναμένεται να αποσαφηνιστεί πλήρως με το τελικό νομοθετικό πλαίσιο είναι η ακριβής φορολογική αντιμετώπιση των ίδιων των καταβολών που πραγματοποιεί ο γονέας προς τον λογαριασμό του παιδιού. Η μέχρι τώρα εξειδίκευση είναι σαφής ως προς την απαλλαγή των αποδόσεων από τη φορολογία, ενώ η τελική διάταξη θα δείξει πώς ακριβώς θα αντιμετωπίζονται φορολογικά οι γονικές καταβολές.
Το οικονομικό επιτελείο υπολογίζει ότι περίπου 23.000 νέα παιδιά μπορεί να εντάσσονται κάθε χρόνο στο πρόγραμμα, ενώ στην εκκίνηση ο αριθμός αναμένεται να είναι μεγαλύτερος λόγω της ταυτόχρονης ένταξης δύο ηλικιακών σειρών.
Το δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται περίπου στα 55 εκατ. ευρώ κατά το πρώτο έτος εφαρμογής και στη συνέχεια θα αυξάνεται καθώς κάθε χρόνο θα προστίθεται μια νέα γενιά παιδιών, χωρίς να αποχωρούν οι προηγούμενες μέχρι να φτάσουν στην ενηλικίωση. Σε βάθος χρόνου, το ετήσιο κόστος εκτιμάται ότι μπορεί να πλησιάσει το μισό δισ. ευρώ έως το 2040.
Πηγή: www.protothema.gr