Η Ευρώπη χρειάζεται υψηλότερη ανάπτυξη για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει το κοινωνικό της μοντέλο, αλλά και τις αυξημένες ανάγκες της σε άμυνα και ενέργεια, και η τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) μπορεί να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς για να το πετύχει, σύμφωνα με τον Μάριο Ντράγκι.
Ο Μάριο Ντράγκι, που έχει διατελέσει πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη θα πρέπει να ενισχύσει την ανάπτυξη και την παραγωγικότητά της μέσα από την τεχνητή νοημοσύνη αλλά ταυτόχρονα δεν διαθέτει τον έλεγχο σε μεγάλο μέρος της αλυσίδας αξίας της τεχνολογίας.
Όπως σημειώνει, η ευρωπαϊκή ανάπτυξη έχει επιβραδυνθεί αισθητά μετά την πανδημία, τόσο σε σχέση με την προπανδημική της πορεία όσο και έναντι των ΗΠΑ και σύμφωνα με εκτίμηση που επικαλείται, το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ Ευρωζώνης και ΗΠΑ διευρύνθηκε από 9 δολάρια ανά ώρα το 2018 σε 21 δολάρια το 2025.
Η Ευρώπη διαθέτει και άλλες επιλογές για να ενισχύσει την ανάπτυξή της, όπως η άρση των υψηλών εμποδίων που εξακολουθούν να υπάρχουν στην ενιαία αγορά, αλλά ο Μάριο Ντράγκι εκτιμά ότι η ευρεία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι σήμερα ένας από τους πιο πολλά υποσχόμενους δρόμους.
Ενίσχυση παραγωγικότητας
Σύμφωνα με τα σενάρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που επικαλείται ο Ντράγκι, η ταχεία υιοθέτηση της AI θα μπορούσε να προσθέσει 0,3 έως 0,4 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής.
Πρόκειται για τα κέρδη που προκύπτουν από την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της εργασίας και του κεφαλαίου, χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη αύξηση της εργασίας ή του κεφαλαίου. Η συγκεκριμένη παραγωγικότητα παραμένει περίπου μηδενική από το 2022, γεγονός που καθιστά την AI ιδιαίτερα σημαντική για την προσπάθεια της Ευρώπης να ανακτήσει δυναμική.
Το πρόβλημα είναι ότι όσο περισσότερο η ευρωπαϊκή οικονομία θα εξαρτάται από την τεχνητή νοημοσύνη, τόσο μεγαλύτερη θα γίνεται και η σημασία της τεχνολογικής κυριαρχίας.
Η Ευρώπη ελέγχει σήμερα μικρό μέρος της αλυσίδας αξίας της AI. Τα ευρωπαϊκά εργαστήρια που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογίας δεν μπορούν προς το παρόν να ανταγωνιστούν οικονομικά τους αμερικανικούς και κινεζικούς ανταγωνιστές τους, ενώ η παραγωγή προηγμένων chips βρίσκεται επίσης πολύ πίσω.
Ο Ντράγκι προειδοποιεί ότι η εξάρτηση αυτή δεν είναι συγκρίσιμη με μια συνηθισμένη οικονομική εξάρτηση. Η AI αναμένεται να γίνει κρίσιμη για την οικονομία, την υγεία, την εκπαίδευση, την ενέργεια και την άμυνα. Επομένως, εάν η οικονομία στηριχθεί στην τεχνολογία και η Ευρώπη βρεθεί αποκομμένη από αυτήν, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά σοβαρές, αντίστοιχες με μια αποκοπή από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Το ευρωπαϊκό πλεονέκτημα
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ντράγκι εντοπίζει έναν τομέα στον οποίο η Ευρώπη εξακολουθεί να έχει σημαντικό πλεονέκτημα και αυτός είναι ο τομέας των δεδομένων.
Η ήπειρος διαθέτει τεράστιο όγκο δεδομένων του δημόσιου τομέα, μεταξύ άλλων δεκαετίες δεδομένων υγείας και στοιχεία που συλλέγονται από τις στατιστικές υπηρεσίες. Παράλληλα, ο ιδιαίτερα αυτοματοποιημένος ευρωπαϊκός μεταποιητικός τομέας δημιουργεί μεγάλο όγκο βιομηχανικών δεδομένων που μπορούν να αξιοποιηθούν από συστήματα AI.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ευρωπαϊκή οικονομία δεδομένων θα ξεπεράσει τα 800 δισ. ευρώ έως το 2030, αντιστοιχώντας σε περισσότερο από 5% του ΑΕΠ.
Για να αξιοποιήσει όμως αυτόν τον πλούτο, η Ευρώπη χρειάζεται να έχει τον έλεγχο της αποθήκευσης και της επεξεργασίας των δεδομένων της. Αυτό απαιτεί μεγάλες υποδομές data centres.
Το μεγάλο έλλειμμα στα data centres
Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αναδεικνύει ο Ντράγκι, αφού η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει, όπως οι ΗΠΑ, ζήτημα υπερβολικής ανάπτυξης data centres. Το πρόβλημά της είναι η έλλειψη υποδομών.
Η ΕΕ διαθέτει λιγότερο από το 5% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος για AI, έναντι 75% στις ΗΠΑ. Ακόμη και στη συνολική χωρητικότητα των data centres, το χάσμα μεταξύ ζήτησης και εγκατεστημένης προσφοράς στην Ευρώπη υπολογίζεται σήμερα σε περίπου 3GW, περίπου το ένα τέταρτο της υφιστάμενης ευρωπαϊκής δυναμικότητας. Το κενό αυτό αναμένεται να διευρυνθεί στα 14GW έως το 2030.
Η έλλειψη εγχώριας υπολογιστικής ισχύος μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό οικονομικό πρόβλημα. Εάν η Ευρώπη δεν διαθέτει επαρκή υποδομή, οι επιχειρήσεις μπορεί είτε να καθυστερήσουν την υιοθέτηση της AI επειδή δεν μπορούν να διατηρούν τα δεδομένα τους στην Ευρώπη είτε να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος για την απαιτούμενη υπολογιστική ισχύ.
Ενδεικτικά, η Amazon χρεώνει ήδη 15% περισσότερο για το sovereign cloud της στη Γερμανία σε σχέση με την τυπική υπηρεσία της.
Παράλληλα, μεγάλο μέρος της δυναμικότητας που κατασκευάζεται σήμερα στην Ευρώπη προορίζεται για αμερικανικούς τεχνολογικούς ομίλους, γεγονός που ενισχύει το ζήτημα της ευρωπαϊκής κυριαρχίας στις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές.
Το υψηλό κόστος και οι καθυστερήσεις
Ο Ντράγκι επισημαίνει ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει και σημαντικούς περιορισμούς από την πλευρά της προσφοράς.
Ένα data centre χρειάζεται περίπου 24 μήνες για να κατασκευαστεί στις ΗΠΑ, ενώ στη Γερμανία χρειάζονται περίπου 42 μήνες, κυρίως εξαιτίας των μεγαλύτερων καθυστερήσεων στις αδειοδοτήσεις και στις συνδέσεις με το δίκτυο.
Το υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας καθιστά, επίσης, την κατασκευή και λειτουργία μιας εγκατάστασης σε ορισμένα σημεία της Ευρώπης έως και δύο φορές ακριβότερη από ό,τι στην Κίνα.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ίδια σε ολόκληρη την Ευρώπη. Υπάρχουν περιοχές όπου το κόστος είναι ανταγωνιστικό. Ένα data centre AI στη Σουηδία, για παράδειγμα, κοστίζει περίπου 10% περισσότερο από ένα αντίστοιχο στην Κίνα.
Κατακερματισμός της ζήτησης
Για τον Ντράγκι, όμως, το σημαντικό εμπόδιο δεν είναι μόνο το κόστος κατασκευής. Είναι και ο κατακερματισμός της ζήτησης. Τα data centres απαιτούν τεράστιες επενδύσεις και οι επενδυτές χρειάζονται μακροπρόθεσμα, αξιόπιστα συμβόλαια αγοράς προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή τους.
Στις ΗΠΑ, τη ζήτηση αυτή μπορούν να τη συγκεντρώσουν οι μεγάλοι πάροχοι cloud και τα κορυφαία εργαστήρια AI. Στην Ευρώπη, αντίθετα, η ζήτηση είναι κατανεμημένη σε εκατομμύρια επιχειρήσεις.
Ακόμη και οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εταιρείες αγοράζουν συνήθως υπολογιστική ισχύ για έναν χρόνο κάθε φορά, καθώς δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί πόσο γρήγορα θα υιοθετήσουν την AI.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα εταιρείες που λειτουργούν neoclouds στην Ευρώπη, δηλαδή data centres σχεδιασμένα για φορτία εργασίας AI, όπως η Nscale, να πωλούν το μεγαλύτερο μέρος της δυναμικότητάς τους σε Αμερικανούς αγοραστές.
Πηγή: www.newsit.gr