25 χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η ζωή με μια μεγάλη απουσία
ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Για τους συγγενείς των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου, ο χρόνος δεν μετριέται μόνο σε χρόνια που πέρασαν, αλλά και σε στιγμές που έζησαν χωρίς τους ανθρώπους που έχασαν. Είκοσι πέντε χρόνια μετά, η απώλεια παραμένει παρούσα, άλλοτε μέσα από μια ανάμνηση και άλλοτε μέσα από ένα «αν» που δεν παύει ποτέ να επιστρέφει. Για την Ανθούλα Κατσιματίδη, η 11η Σεπτεμβρίου είναι η ημέρα που έχασε τον αδελφό της, Γιάννη, 31 ετών τότε, αλλά και η αφετηρία μιας ζωής που έμαθε να συνυπάρχει με τον πόνο, χωρίς να παραιτείται από την ελπίδα.
«25 χρόνια είναι εννοείται πολύς καιρός, όμως για μένα και είμαι σίγουρη για τόσες άλλες οικογένειες που χάσανε άτομα εκείνη την ημέρα, δεν μοιάζει καθόλου με πολύ καιρό. Ο πόνος και η στενοχώρια που νιώσαμε εκείνη την ημέρα εξακολουθούν να είναι έντονοι, σαν να συνέβησαν λίγες μέρες πριν. Από την άλλη, η απώλεια του αδελφού μου και η απουσία του για τόσο πολύ καιρό είναι κάτι που μας ράγισε την καρδιά και για 25 χρόνια το αντέχουμε. Ζούμε τόσα πολλά χρόνια με αυτόν τον πόνο», σημείωσε, μιλώντας στον «Εθνικό Κήρυκα», η κ. Κατσιματίδη αναφερόμενη στον αείμνηστο αδερφό της, έναν άνθρωπο χαμογελαστό, ένα «αστέρι» όπως τον χαρακτήρισε.
«Νομίζω ότι ποτέ δεν ξεχνάς τον πόνο, απλά μαθαίνεις να ζεις με αυτόν και είναι μια απόφαση που παίρνεις. Θέλεις να ζήσεις μια δυσάρεστη ζωή, να είσαι στεναχωρημένος κάθε μέρα ή να μπορείς να ζήσεις με μια ελπίδα ότι, ξέρεις, εγώ είμαι εδώ, εγώ ζω, εγώ μπορώ να ζήσω τη ζωή μου όσο καλύτερα μπορώ εις μνήμη του Γιάννη. Και νομίζω ότι αυτό έχω καταφέρει να κάνω τόσα πολλά χρόνια. Ήταν πολύ δύσκολο στην αρχή, αλλά όσο περνάνε τα χρόνια, προσπαθώ να είμαι πιο θετική και πιο καλός άνθρωπος, πιο ευγνώμων για το κάθε τι που έχω πάρει από αυτή τη ζωή. Μόνο και μόνο που ζω, ας πούμε, είναι κάτι που χαίρομαι», εξήγησε η ίδια χαρακτηριστικά.
Σε σχετική ερώτηση αν υπάρχει μία στιγμή εκείνη την αποφράδα ημέρα που παρότι έχουν περάσει τόσα χρόνια παραμένει απολύτως ζωντανή μέσα της, η κ. Κατσιματίδη αποκρίθηκε: «Όταν πέσανε τα κτίρια, θυμάμαι ότι είχα στεναχωρηθεί τόσο πολύ για την πόλη μου, για την χώρα μου, για αυτούς τους ανθρώπους που χάσανε τη ζωή τους. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι ο Γιάννης ήταν μέσα σε αυτά τα κτίρια, γιατί ήξερα ότι ο Γιάννης ήταν ένας άνθρωπος έξυπνος, ότι οπωσδήποτε θα ερχόταν. Και θυμάμαι ότι το κινητό του χτυπούσε ασταμάτητα, γιατί δεν το πήρε στη δουλειά μαζί του. Και χτυπούσε ασταμάτητα, ενώ εμείς προσπαθούσαμε να τον βρούμε στο τηλέφωνο της εταιρείας του και δεν βρίσκαμε άκρη, δεν υπήρχαν οι γραμμές. Όταν πέρασε η πρώτη βραδιά -που δεν κοιμηθήκαμε για πολλές βραδιές- ήταν τόσο σοκαριστικό που δεν μας γύρισε, ενώ είχα μια ελπίδα ότι το πρωί, το βράδυ, ο Γιάννης θα επιστρέψει. Είναι στη γέφυρα, ξέρεις, περπατάει, είναι σε κανένα νοσοκομείο. Ήταν αυτή η ελπίδα που είχα, ότι οπωσδήποτε ο Γιάννης θα επιστρέψει και μετά δεν. Αυτό, το να υπάρχει κάτι που να σκοτώνει την ελπίδα σου, αυτό με στεναχώρησε, με τελείωσε». Η οικογένεια διατηρούσε ελπίδες για αρκετές εβδομάδες ακόμη αλλά μάταια.
«Εκείνες τις μέρες ήταν σαν να ζούσα σε ένα Twilight Zone. Δόξα τω Θεώ, έχουμε πολύ μεγάλη οικογένεια, πολλούς καλούς φίλους που μας στήριξαν. Αλλά όχι μόνο, είχαμε άτομα ξένους που βλέπανε ένα τσούρμο έξω από το σπίτι μας και σταματούσαν να ρωτήσουν ‘μήπως χάσατε κάποιον, μήπως μπορούμε να σας βοηθήσουμε, τι μπορούμε να κάνουμε’. Άσχετοι, εντελώς ξένοι, σταματούσαν και προσπαθούσαν να βοηθήσουν με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσαν. Αυτό μου φάνηκε τόσο φιλικό, τόσο όμορφο. Μια τέτοια στήριξη δεν έχω ξαναζήσει ποτέ στη ζωή μου. Επίσης, ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, ο Τζορτζ Πατάκι, που δούλευα γι’ αυτό τον άνθρωπο, είχε έρθει από το σπίτι μας χωρίς φωτογράφους και κάμερες. Ήρθε μόνο και μόνο να κάτσει μαζί με την οικογένειά μας, επειδή ήθελε να στηρίξει τους γονείς μου», θυμήθηκε η κ. Κατσιματίδη από τις δύσκολες εκείνες πρώτες ημέρες μετά την 11η Σεπτεμβρίου και τον χαμό του αδερφού της, Γιάννη.
Μέχρι σήμερα, όπως παραδέχτηκε, «δεν περνάει μία μέρα ούτε μία στιγμή που δεν σκέφτομαι το ‘αν’. Γιατί έχουμε ζήσει τόσες πολλές στιγμές χωρίς το Γιάννη, που πάντα σκέφτεσαι, ξέρεις και στις χαρούμενες στιγμές πάντα σκέφτεσαι πώς θα ήταν διαφορετική αυτή η κατάσταση αν ζούσε ο Γιάννης μου. Σίγουρα θα ήταν παντρεμένος, σίγουρα θα είχα μία κουνιάδα, μία αδερφή, σίγουρα θα είχε παιδιά, θα είχα ανίψια. Θα ήταν στο γάμο μου».
Την ίδια ώρα, το κοινό τραύμα και η απώλεια είναι κάτι που ένωσε, ενώνει και θα ενώνει για πάντα τις οικογένειες των θυμάτων. «Είμαστε μια οικογένεια που καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον. Και μπορεί και να μην βρισκόμαστε, ούτε να μιλάμε συχνά, όλο το χρόνο. Αλλά εκείνη την ημέρα, ενωνόμαστε μαζί για ένα κοινό λόγο».
Η διατήρηση της μνήμης της τραγωδίας της 11ης Σεπτεμβρίου καθίσταται σήμερα μία μεγάλη πρόκληση, με την κ. Κατσιματίδη να επισημαίνει:
«Δυστυχώς νομίζω ότι στατιστικά οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν σήμερα δεν είχαν ζήσει αυτό το γεγονός, δεν είχαν γεννηθεί πριν αυτή την ημέρα. Οπότε γίνεται πολύ πιο δύσκολο να μπορούμε να εξηγούμε και να μαθαίνουμε στις νέες γενιές τι έγινε εκείνη την ημέρα και γιατί μας στοίχισε τόσο πολύ.
Γι’ αυτό είμαι εθελοντικά μέρος του Διοικητικού Συμβουλίου στο National September 11 Memorial & Museum, γιατί μέσω αυτού του μουσείου διδάσκουμε και εξηγούμε και θυμόμαστε τι έγινε εκείνη την ημέρα για να μπορούν να μάθουν οι καινούριες γενιές.
Και επειδή είμαι Ελληνίδα Ορθόδοξη έχω μεγάλη τιμή να προσφέρω και στο ναό του Άγιου Νικόλαου. Μέσω της προσευχής και της όμορφης κοινωνίας που έχουμε χτίσει εκεί είναι σαν μια γέφυρα από την τραγωδία στην ελπίδα. Αυτή η εκκλησία μας δίνει σε όλους, και χριστιανούς και μη χριστιανούς και Έλληνες και ξένους, μια ηρεμία, μια αισιοδοξία».
Η κ. Κατσιματίδη έκλεισε με ένα μήνυμα δύναμης και αισιοδοξίας. «Πραγματικά πιστεύω ότι ήμουν πάρα πολύ τυχερή που είχα το φως του αδελφού μου κοντά μου στη ζωή μου για 31 χρόνια και νομίζω ότι η απώλειά του ναι με συγκινεί, με στεναχωρεί αλλά, από την άλλη, μου δίνει μια ενέργεια, μια όρεξη να ζήσω τη ζωή μου κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία μου στιγμή. Πραγματικά. Και ελπίζω όλος ο κόσμος να μπορεί να ζήσει έτσι, γιατί η ζωή είναι μικρή και δεν ξέρεις ποτέ τι θα συμβεί».
Πηγή: www.ekirikas.com