Η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία βρίσκεται μπροστά σε μια τεχνολογική μετάβαση που θα μπορούσε να αλλάξει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο καταγράφονται και ελέγχονται τα ζώα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η ίδια η κτηνοτροφία. Στο επίκεντρο βρίσκεται το λεγόμενο biologging. Πρόκειται για μικρές ηλεκτρονικές συσκευές που τοποθετούνται πάνω ή μέσα στα ζώα και καταγράφουν στοιχεία για τη θέση, την κίνηση, τη συμπεριφορά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη φυσιολογική τους κατάσταση.
Η δυνατότητα αυτή εξετάζεται αναλυτικά σε έκθεση του Joint Research Centre (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Identification and monitoring of livestock with biologging for EU policy implementation – A review», της Francesca Cagnacci. Η μελέτη εξετάζει κατά πόσο τεχνολογίες που έχουν αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό για την παρακολούθηση άγριων ζώων μπορούν να μεταφερθούν στην κτηνοτροφία και να συνδεθούν με το υφιστάμενο ευρωπαϊκό σύστημα αναγνώρισης και ιχνηλασιμότητας.
Το διακύβευμα είναι σημαντικό. Ο κτηνοτροφικός τομέας αντιστοιχούσε το 2024 στο 41,1% της οικονομικής παραγωγής του αγροτικού τομέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αξία 218,8 δισ. ευρώ. Παράλληλα, στην ΕΕ καταγράφονται περίπου 132 εκατομμύρια χοίροι, 72 εκατομμύρια βοοειδή και 67 εκατομμύρια αιγοπρόβατα. Σε μια τόσο μεγάλη και σύνθετη παραγωγική αλυσίδα, η αξιόπιστη ταυτοποίηση και ιχνηλασιμότητα των ζώων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ασφάλεια των τροφίμων και την ταχεία αντιμετώπιση ζωονόσων.
Από την ταυτοποίηση στην παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο
Το ευρωπαϊκό σύστημα διαθέτει ήδη ένα αυστηρό πλαίσιο αναγνώρισης των ζώων. Οι σχετικοί κανονισμοί προβλέπουν μόνιμη φυσική ταυτοποίηση, όπως ενώτια ή άλλους εγκεκριμένους αναγνωριστικούς μηχανισμούς. Τα δεδομένα καταχωρίζονται στα εθνικά μητρώα και συνδέονται με το Integrated Administration and Control System (IACS), ενώ οι διασυνοριακές μετακινήσεις παρακολουθούνται μέσω του TRACES.
Το κενό, σύμφωνα με την έκθεση, βρίσκεται αλλού: τα υφιστάμενα συστήματα μπορούν να γνωρίζουν ποιο είναι το ζώο και από ποια εκμετάλλευση προέρχεται, αλλά δεν παρέχουν πραγματική εικόνα για το πού βρίσκεται κάθε ζώο σε πραγματικό χρόνο. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει το biologging. Ένα «έξυπνο» ενώτιο, για παράδειγμα, μπορεί να ενσωματώνει αισθητήρα GNSS και να καταγράφει τη θέση του ζώου. Άλλες συσκευές μπορούν να αξιοποιούν δίκτυα Internet of Things, αισθητήρες επιτάχυνσης ή φυσιολογικούς αισθητήρες. Έτσι, η ταυτοποίηση δεν θα αποτελεί πλέον μια στατική πληροφορία, αλλά θα μπορούσε να συνδυάζεται με μια συνεχή ψηφιακή εικόνα της ζωής και των κινήσεων του ζώου.
Η έκθεση θεωρεί ότι η ενσωμάτωση αισθητήρων εντοπισμού GNSS ή IoT στα εγκεκριμένα ηλεκτρονικά ενώτια αποτελεί την καταλληλότερη ισορροπία ανάμεσα στις υφιστάμενες ευρωπαϊκές απαιτήσεις και στις δυνατότητες της τεχνολογίας.
Τι μπορεί να «δει» ένας αισθητήρας
Το biologging δεν περιορίζεται στον εντοπισμό μιας κουκκίδας στον χάρτη. Οι επιταχυνσιόμετροι μπορούν να καταγράφουν την κινητικότητα και να βοηθούν στην αναγνώριση αλλαγών στη συμπεριφορά, ενώ φυσιολογικοί αισθητήρες μπορούν να παρέχουν πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας. Υπάρχουν επίσης τεχνολογίες που καταγράφουν τη θερμοκρασία, τη μηρυκαστική δραστηριότητα, τη σωματική δραστηριότητα ή ακόμη και την αλληλεπίδραση μεταξύ ζώων.
Στα εκτατικά και ημιεκτατικά συστήματα, όπου τα ζώα βρίσκονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε βοσκοτόπους και συχνά είναι δύσκολο να εντοπιστούν από τον κτηνοτρόφο, η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη αξία. Η έκθεση αναφέρει ότι δύο τεχνολογίες κυριαρχούν σήμερα στις εφαρμογές Precision Livestock Extensive Farming: το GNSS και οι τριαξονικοί επιταχυνσιόμετροι, που μαζί αντιστοιχούν περίπου στο 85% των λύσεων που έχουν αναπτυχθεί στα εκτατικά συστήματα.
Η τεχνολογία θα μπορούσε έτσι να επιτρέψει την έγκαιρη αναγνώριση ενός ζώου που απομονώνεται από το κοπάδι ή εμφανίζει ύποπτη συμπεριφορά. Θα μπορούσε επίσης να καταγράψει αν τα ζώα βόσκουν πραγματικά σε μια συγκεκριμένη περιοχή, πόσο έντονη είναι η χρήση ενός βοσκότοπου και πώς μεταβάλλονται οι κινήσεις τους.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευζωία. Η συνεχής παρακολούθηση μπορεί να βοηθήσει στον ταχύτερο εντοπισμό κρίσιμων περιστατικών, ενώ η ανάλυση της δραστηριότητας μπορεί να δώσει ενδείξεις για προβλήματα υγείας ή κόπωσης.
«Έξυπνοι» βοσκότοποι και One Health
Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της πρότασης είναι ίσως ότι η τεχνολογία δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως εργαλείο ελέγχου του αγρότη. Το JRC τη συνδέει με τέσσερις βασικούς στόχους της ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής: One Health, ευζωία των ζώων, καινοτομία και ανταμοιβή βιώσιμων πρακτικών.
Η παρακολούθηση των ζώων μπορεί, για παράδειγμα, να αποκαλύψει πώς χρησιμοποιείται πραγματικά η γη. Αυτό επιτρέπει να αξιολογηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η σχέση ανάμεσα στον αριθμό των ζώων, την παραγωγή και την πίεση που ασκείται στους βοσκότοπους. Σε ένα εκτατικό σύστημα, η πληροφορία αυτή μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή υπερβόσκησης και ανισορροπίας θρεπτικών στοιχείων.
Παράλληλα, η παρακολούθηση μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση των επαφών ανάμεσα σε κτηνοτροφικά ζώα και άγρια πανίδα. Αυτό έχει σημασία τόσο για τη μετάδοση ασθενειών όσο και για την προστασία των κοπαδιών από θηρευτές. Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης ότι η καταγραφή των παραδοσιακών διαδρομών μετακίνησης μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση των πόρων και στη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα σύνδεσης των δεδομένων από τα ζώα με δορυφορικές παρατηρήσεις. Η χαμηλής έντασης βόσκηση, που συναντάται μεταξύ άλλων στις μεσογειακές και αλπικές περιοχές, είναι δύσκολο να ανιχνευθεί μόνο με τηλεπισκόπηση. Η ζωντανή καταγραφή της θέσης και της δραστηριότητας των ζώων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη και επικύρωση μοντέλων που ανιχνεύουν τη βόσκηση από δορυφορικά δεδομένα.
Λιγότερη γραφειοκρατία
Ένα από τα πιο πρακτικά επιχειρήματα υπέρ της τεχνολογίας είναι η μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης. Σήμερα, μεγάλο μέρος της παρακολούθησης απαιτεί ανθρώπινη παρέμβαση. Με ένα σύστημα συνεχούς ψηφιακής καταγραφής, τα ζώα θα μπορούσαν ουσιαστικά να «κάνουν μόνα τους check-in», μεταδίδοντας πληροφορίες για την παρουσία και τις μετακινήσεις τους.
Η έκθεση εκτιμά ότι αυτό θα μπορούσε να μεταφέρει το σύστημα από ένα μοντέλο που επικεντρώνεται στη συμμόρφωση σε ένα μοντέλο που επικεντρώνεται στην απόδοση. Παράλληλα, η αυτόματη τεκμηρίωση των πρακτικών θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη για επιπλέον ελέγχους.
Η ίδια τεχνολογία θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως μηχανισμός επιβράβευσης. Εάν ένα σύστημα αποδεικνύει με αξιόπιστο τρόπο ότι μια εκμετάλλευση εφαρμόζει βιώσιμη εκτατική ή ποιμενική πρακτική, τότε τα δεδομένα μπορούν να στηρίξουν τόσο τις ενισχύσεις όσο και την αξία ενός προϊόντος στην αγορά. Η «βιωσιμότητα» θα μπορούσε έτσι να αποκτήσει ένα τεκμηριωμένο και επαληθεύσιμο περιεχόμενο, αντί να περιορίζεται σε μια γενική εμπορική περιγραφή.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι τα δεδομένα
Παρά τις δυνατότητες, η μετάβαση δεν είναι απλή. Η μεγαλύτερη πρόκληση ίσως δεν είναι πλέον η ίδια η τεχνολογία των αισθητήρων, αλλά το τι γίνεται με τα δεδομένα που παράγουν. Η έκθεση επισημαίνει ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικά κενά σε θέματα προτύπων δεδομένων, βαθμονόμησης και επικύρωσης. Επιπλέον, πολλά εμπορικά συστήματα λειτουργούν με κλειστές πλατφόρμες και ιδιόκτητους διακομιστές, με αποτέλεσμα να μην είναι πάντα σαφές ποιος έχει πρόσβαση στα δεδομένα, ποιος τα κατέχει και πώς διατηρούνται νομικά. Η διαλειτουργικότητα με τα ευρωπαϊκά συστήματα και η συμμόρφωση με τον GDPR αποτελούν επομένως κρίσιμα ζητήματα.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της μετάδοσης. Η δορυφορική επικοινωνία μπορεί να προσφέρει παγκόσμια κάλυψη, αλλά έχει υψηλό κόστος. Τα συστήματα LPWAN και IoT είναι οικονομικότερα, όμως η κάλυψή τους μπορεί να είναι περιορισμένη. Η μπαταρία αποτελεί έναν ακόμη περιορισμό, καθώς όσο συχνότερα καταγράφεται και μεταδίδεται η πληροφορία τόσο αυξάνεται η κατανάλωση ενέργειας.
Το κόστος των συσκευών ποικίλλει σημαντικά. Ένα GNSS κολάρο μπορεί να κοστίζει περίπου 1.000 έως 3.000 ευρώ, ενώ λύσεις IoT ή UHF μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να κινηθούν ακόμη και γύρω στα 100 ευρώ. Η μαζική παραγωγή και η ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών στα συστήματα στήριξης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής θα μπορούσαν, σύμφωνα με την έκθεση, να μειώσουν το κόστος για τους παραγωγούς.
Η Ευρώπη μπροστά σε μια επιλογή
Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: η τεχνολογία είναι πλέον αρκετά ώριμη ώστε να περάσει από την έρευνα στην εφαρμογή στην εκτατική κτηνοτροφία. Το biologging διαθέτει περίπου οκτώ δεκαετίες επιστημονικής ανάπτυξης και οι σημερινές συσκευές είναι μικρότερες, φθηνότερες και περισσότερο διαθέσιμες στην αγορά.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η καθολική εφαρμογή είναι έτοιμη. Απαιτούνται κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα, ασφαλής υποδομή δεδομένων, αξιόπιστη μετάδοση, προστασία προσωπικών και εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών και, κυρίως, αποδοχή από τους ίδιους τους αγρότες.
Το JRC προτείνει τη δοκιμή της τεχνολογίας μέσω πιλοτικών προγραμμάτων, αξιοποιώντας υφιστάμενες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες όπως τα AgData και Digi4Live. Στόχος δεν είναι απλώς να αποδειχθεί ότι οι συσκευές λειτουργούν, αλλά να ελεγχθεί η ανθεκτικότητά τους σε τεχνικές βλάβες, η ευχρηστία τους και η αποδοχή τους από την αγροτική κοινότητα.
Η προοπτική που περιγράφεται είναι εκείνη των «έξυπνων βοσκοτόπων»: ένα σύστημα στο οποίο το ζώο αποτελεί ταυτόχρονα φορέα ταυτοποίησης και αισθητήρα του περιβάλλοντός του. Η θέση, η συμπεριφορά και η δραστηριότητά του μετατρέπονται σε δεδομένα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την υγεία, την ευζωία, την προστασία του περιβάλλοντος, την εφαρμογή της ΚΑΠ και τη διαφάνεια απέναντι στον καταναλωτή.
Το κρίσιμο στοίχημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει η τεχνολογία. Σύμφωνα με την έκθεση, αυτή υπάρχει ήδη. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη μπορεί να δημιουργήσει τις υποδομές και τους κανόνες που θα επιτρέψουν στην τεχνολογία να λειτουργήσει προς όφελος του κτηνοτρόφου, του ζώου και του περιβάλλοντος. Η επιτυχία θα κριθεί όχι μόνο από το πόσο «έξυπνο» θα είναι ένα ενώτιο, αλλά από το αν ολόκληρο το σύστημα γύρω από αυτό θα είναι οικονομικά προσιτό, ασφαλές, διαλειτουργικό και πραγματικά χρήσιμο στην καθημερινότητα της κτηνοτροφίας.
Πηγή: www.ypaithros.gr