Βρισκόμαστε λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη της σποράς των χειμερινών σιτηρών. Τα χειμερινά σιτηρά αποτελούν μία από τις σημαντικότερες κατηγορίες καλλιεργειών της ελληνικής γεωργίας, με κυριότερα το σκληρό και το μαλακό σιτάρι και το κριθάρι. Η σημασία τους σχετίζεται άμεσα με την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών αλλά και με τη διατροφική ασφάλεια της χώρας. Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, το 2024 τα χειμερινά σιτηρά για καρπό καταλάμβαναν πάνω από 5 εκατομμύρια στρέμματα στην Ελλάδα, ενώ μόνο η παραγωγή τους έφθασε πάνω 1,5 εκατομμύρια τόνους.
Αν και η παραγωγή των χειμερινών σιτηρών εμφανίζει υψηλό βαθμό εκμηχάνισης και κατά συνέπεια περιορισμένο αριθμό έντασης εργασίας σε σχέση με άλλες καλλιέργειες, αντιμετωπίζει και αυτή σημαντικές προκλήσεις. Αυτές περιλαμβάνουν το υψηλό κόστος ενέργειας, λιπασμάτων και γεωργικού εξοπλισμού, της έλλειψης εξειδικευμένων χειριστών, αλλά και των μεγαλύτερων διακυμάνσεων των καιρικών συνθηκών. Στις καλλιέργειες αυτές, όπου η αξία του παραγόμενου προϊόντος ανά στρέμμα είναι σχετικά περιορισμένη, η μείωση του κόστους κάθε μηχανικής εργασίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Για τον λόγο αυτό, η σύγχρονη εκμηχάνιση δεν πρέπει να βασίζεται απλώς στη χρήση μεγαλύτερων γεωργικών μηχανημάτων αλλά στη μείωση των περιττών περασμάτων, στην ορθότερη διαχείριση των εισροών και στην αύξηση της παραγωγικότητας των μηχανημάτων.
Με βάση τα παραπάνω, ιδιαίτερη σημασία έχει η κατεργασία του εδάφους, καθώς είναι από τις πιο ενεργοβόρες εργασίες της καλλιέργειας των σιτηρών.
Το συμβατικό σύστημα περιλαμβάνει συνήθως άροση και μία ή περισσότερες δευτερεύουσες κατεργασίες πριν από τη σπορά. Η ενεργειακή απαίτηση επηρεάζεται σημαντικά από το βάθος εργασίας, τη μηχανική σύσταση και την υγρασία του εδάφους. Έρευνα έχει δείξει ότι το βάθος άροσης στα 23 εκατοστά και στα 30 εκατοστά αύξησε την κατανάλωση καυσίμου κατά 25% και 45% αντίστοιχα, σε σχέση με άροση στα 15 εκατοστά βάθους. Ενώ η χρήση πρακτικών μειωμένης κατεργασίας ή ακαλλιέργειας με τη χρήση των κατάλληλων παρελκομένων μπορεί να μειώσει τη συνολική κατανάλωση καυσίμου πάνω από 40% σε σύγκριση με τη συμβατική κατεργασία.
Συγκεκριμένα, στην ακαλλιέργεια σημαντικό ρόλο έχουν οι σπαρτικές απευθείας σποράς, οι οποίες μπορούν να εγκαταστήσουν τα χειμερινά σιτηρά χωρίς προηγούμενη πλήρη προετοιμασία της σποροκλίνης. Οι μηχανές αυτές διαθέτουν ισχυρότερα συστήματα διάνοιξης αυλακιού και μεγαλύτερη ικανότητα άσκησης πίεσης στα στοιχεία σποράς, ώστε να λειτουργούν παρουσία φυτικών υπολειμμάτων και σε περισσότερο συνεκτικό έδαφος. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατό να αντικατασταθούν περισσότερες εργασίες κατεργασίας από ένα πέρασμα σποράς, αυξάνοντας σημαντικά την παραγωγικότητα της εργασίας.
Παράλληλα, η χρήση παγκόσμιων δορυφορικών συστημάτων πλοήγησης (Global Navigation Satellite Systems – GNSS) και αυτόματης καθοδήγησης επιτρέπει μεγαλύτερη ακρίβεια κατά την κατεργασία, τη σπορά, τη λίπανση, τη φυτοπροστασία και τη συγκομιδή. Ιδιαίτερα τα συστήματα κινηματικής παγκόσμιας θέσης σε πραγματικό χρόνο (Real Time Kinematic Global Position System – RTK GPS) μπορούν να παρέχουν ακρίβεια της τάξης μερικών εκατοστών. Το σημαντικότερο πλεονέκτημα για τα σιτηρά είναι η αποφυγή αλληλεπικαλύψεων μεταξύ διαδοχικών περασμάτων, με αποτέλεσμα μικρότερη κατανάλωση καυσίμου έως 10% και εισροών και καλύτερη αξιοποίηση του πραγματικού πλάτους εργασίας των μηχανημάτων.
Σημαντικές δυνατότητες υπάρχουν και στη λίπανση και στην φυτοπροστασία. Λιπασματοδιανομείς που έχουν τη δυνατότητα ελέγχου της δόσης εφαρμογής με χρήση χάρτη λίπανσης ή αισθητήρα φυλλώματος επί του γεωργικού ελκυστήρα μπορούν να επιτύχουν έως 50% μείωση χωρίς στατιστικά σημαντική επίδραση στην παραγωγή και στην ποιότητα του καρπού.
Αντίστοιχα, η χρήση ψεκαστικών μηχανημάτων με μεταβλητή εφαρμογή δόσης προσφέρουν αντίστοιχες δυνατότητες μείωσης των προϊόντων φυτοπροστασίας για καταπολέμηση ζιζανίων και μυκήτων. Συγκεκριμένα, τα σύγχρονα ψεκαστικά ακριβείας μπορούν να χρησιμοποιούν κάμερες, φασματικούς αισθητήρες ή προϋπάρχοντες χάρτες ζιζανίων ή ασθενειών ώστε να αναγνωρίζουν τις προσβεβλημένες περιοχές και να ενεργοποιούν μόνο τα απαραίτητα ακροφύσια ή να μεταβάλλουν τη δόση εφαρμογής. Έρευνες έχουν δείξει εξοικονόμηση ζιζανιοκτόνου 22,8% στα σιτηρά, χωρίς μείωση της παραγωγής και χωρίς αύξηση της πυκνότητας των ζιζανίων πριν από τη συγκομιδή σε σύγκριση με ομοιόμορφη εφαρμογή ζιζανιοκτόνου σε ολόκληρο τον αγρό, παρά το γεγονός ότι η πυκνότητα και η χωρική κατανομή των ζιζανίων παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ανάλογη προσέγγιση μπορεί να εφαρμοστεί και στην καταπολέμηση μυκητολογικών ασθενειών.
Οι προσβολές στα σιτηρά, όπως το ωίδιο, οι σκωριάσεις και οι σεπτοριώσεις, δεν εμφανίζονται πάντα με την ίδια ένταση σε ολόκληρο τον αγρό, με αποτέλεσμα η ομοιόμορφη εφαρμογή μυκητοκτόνων να μπορεί να οδηγεί σε μεγαλύτερη χρήση δραστικής ουσίας από την πραγματικά απαιτούμενη. Η μεταβλητή εφαρμογή μπορεί να βασιστεί σε χάρτες προσβολής, δεδομένα τηλεπισκόπησης ή σε αισθητήρες που εκτιμούν χαρακτηριστικά της φυτείας, όπως ο δείκτης φυλλικής επιφάνειας. Έρευνα ειδικά σε σιτηρά έχει δείξει ότι η διαφοροποιημένη εφαρμογή ποσότητας μυκητοκτόνου σύμφωνα με την ανάπτυξη της φυτείας, αντί για εφαρμογή σταθερής δόσης σε ολόκληρο τον αγρό μπορεί να επιτύχει μείωση του προστατευτικού προϊόντος έως 30%.
Νεότερες εφαρμογές συνδυάζουν την εκτίμηση της έντασης της ασθένειας με συστήματα μεταβλητής παροχής και ακροφύσια ελεγχόμενα με διαμόρφωση εύρους παλμού (Pulse Width Modulation – PWM), ώστε να μεταβάλλεται η παροχή χωρίς να μεταβάλλονται σημαντικά η πίεση και το μέγεθος των σταγονιδίων. Συνεπώς, η φυτοπροστασία ακριβείας μπορεί να περιορίσει τόσο το κόστος όσο και την ποσότητα δραστικής ουσίας που εισέρχεται στο αγροοικοσύστημα, υπό την προϋπόθεση ότι η ανίχνευση της προσβολής και η βαθμονόμηση του ψεκαστικού πραγματοποιούνται με την απαιτούμενη ακρίβεια.
Σημαντική τεχνολογική εξέλιξη παρατηρείται και στη συγκομιδή. Οι μοντέρνες θεριζοαλωνιστικές μηχανές έχουν μεγαλύτερη ισχύ και κατά συνέπεια μπορούν να έχουν μεγαλύτερο πλάτος εργασίας σε σχέση με το παρελθόν και να επιτυγχάνουν αυξημένη παραγωγικότητα. Τα σύγχρονα συστήματα θερισμού και αλωνισμού σπόρων που φέρουν, επιτρέπουν μείωση των απωλειών σπόρου κάτω από 5% το οποίο είναι σημαντικά μικρότερο σε σχέση με τις παλαιότερες μηχανές.
Μια σημαντική καινοτομία των θεριζοαλωνιστικών μηχανών αποτελεί το σύστημα ισοστάθμισης σε πλαγιές το οποίο μπορεί να επιτρέψει καλύτερη συγκομιδή σε επικλινή εδάφη. Έρευνα έχει δείξει ότι θεριζοαλωνιστικές μηχανές που δεν φέρουν αντίστοιχα συστήματα και εργάζονται σε επικλινή εδάφη μπορούν να αυξήσουν με τις απώλειες σε σπόρο έως 135% σε σύγκριση τις απώλειες που παρουσιάζονται σε εργασία σε επίπεδα εδάφη. Ακόμη, οι σύγχρονες θεριζοαλωνιστικές δεν αποτελούν πλέον απλώς μηχανές κοπής, αλωνισμού, διαχωρισμού και καθαρισμού του καρπού. Διαθέτουν αισθητήρες για τη μέτρηση της ποσότητας του συγκομιζόμενου καρπού, των απωλειών, της υγρασίας, και του ποσοστού πρωτεΐνης.
Η παρακολούθηση των απωλειών είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επιτρέπει στον χειριστή ή στα αυτοματοποιημένα συστήματα της μηχανής να προσαρμόζουν την ταχύτητα κίνησης, τις στροφές του συστήματος αλωνισμού και τις ρυθμίσεις του συστήματος καθαρισμού ανάλογα με τις πραγματικές συνθήκες συγκομιδής. Έτσι, η σύγχρονη θεριζοαλωνιστική μηχανή χαρακτηρίζεται ως μία ολοκληρωμένη πλατφόρμα αισθητήρων και ελέγχου και όχι απλώς ως μηχανή συγκομιδής. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι σύγχρονες θεριζοαλωνιστικές μηχανές έχουν την δυνατότητα χαρτογράφησης παραγωγής. Έτσι, ο παραγωγός δεν γνωρίζει πλέον μόνο τη μέση παραγωγή ενός αγρού, αλλά μπορεί να προσδιορίσει τις ζώνες υψηλής και χαμηλής απόδοσης και να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες αυτές για τη διαχείριση της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου όπως για μεταβλητή εφαρμογή δόσης λίπανσης.
Επίσης, το μέλλον των θεριζοαλωνιστικών κατευθύνεται ακόμη περισσότερο προς τον αυτόματο έλεγχο, όπου αισθητήρες ροής, φορτίου, απωλειών και ποιότητας του καρπού μπορούν να συνδυάζονται ώστε η μηχανή να προσαρμόζει αυτόματα την ταχύτητα κίνησης και τις βασικές παραμέτρους αλωνισμού και καθαρισμού.
Τέλος, οι παραπάνω εργασίες μπορούν να βελτιστοποιηθούν με τη χρήση λογισμικών διαχείρισης πληροφοριών αγροκτήματος. Αυτά συλλέγουν δεδομένα από μετεωρολογικούς σταθμούς, δορυφόρους, συστήματα μη επανδρωμένων αεροχημάτων (ΣΜηΕΑ), γεωργικά μηχανήματα και άλλες πηγές με σκοπό να προτείνουν την κατάλληλη δόση εφαρμογής και τον κατάλληλο χρόνο εκτέλεσης της εργασίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο παραγωγός μπορεί να προβλέψει την τελική παραγωγή, να αντιληφθεί εγκαίρως τις ανάγκες της καλλιέργειας για κατεργασία του εδάφους, λίπανση και φυτοπροστασία και τελικά να αυξήσει την βιωσιμότητα της αγροτικής επιχειρήσης.
Είναι κατανοητό από τα παραπάνω ότι η εξέλιξη της εκμηχάνισης των χειμερινών σιτηρών δεν σημαίνει απαραίτητα περισσότερα ή μεγαλύτερα μηχανήματα αλλά μπορεί να βασιστεί στην εκτέλεση λιγότερων και ακριβέστερων εργασιών. Η μείωση της έντασης κατεργασίας του εδάφους μπορεί να περιορίσει σημαντικά την κατανάλωση καυσίμου, η απευθείας σπορά να μειώσει τον αριθμό των περασμάτων, η μεταβλητή εφαρμογή να περιορίσει την κατανάλωση λιπάσματος και φυτοπροστατευτικών προϊόντων, και οι σύγχρονες θεριζοαλωνιστικές να μειώσουν τις απώλειες και ταυτόχρονα να παράγουν πολύτιμα δεδομένα.
Για τις ελληνικές εκμεταλλεύσεις, όπου συχνά συναντώνται μικροί και κατακερματισμένοι αγροί, ιδιαίτερα σημαντική μπορεί να είναι και η κοινή χρήση εξοπλισμού μέσω ομάδων παραγωγών ή εργοληπτών. Η σωστή επιλογή μηχανημάτων και τεχνολογιών ανάλογα τις ανάγκες των αγροτικών επιχειρήσεων, με την υποστήριξη καταρτισμένων Γεωργικών Μηχανικών, μπορεί επομένως να συμβάλει ουσιαστικά στη διατήρηση της οικονομικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των χειμερινών σιτηρών στην Ελλάδα.
του Ευάγγελου Αναστασίου, επίκουρου καθηγητή επί θητεία στο γνωστικό αντικείμενο της Γεωργικής Μηχανολογίας του Τμήματος Γεωπονίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Πηγή: www.ypaithros.gr