Του Στέφανου Νικολαΐδη
Δεν είναι ακόμη ένα σχέδιο λύσης. Δεν υπάρχει επίσημο έγγραφο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ούτε πρόταση που έχει τεθεί επισήμως ενώπιον των δύο πλευρών. Ωστόσο, οι πληροφορίες που διέρρευσαν μέσω του βρετανικού Independent για τις ιδέες που επεξεργάζεται η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, επαναφέρουν το Κυπριακό στο επίκεντρο μιας πολύ ευρύτερης γεωπολιτικής συζήτησης.
Και αυτή τη φορά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αναλυτών, το διακύβευμα δεν αφορά μόνο το μέλλον της Κύπρου.
Συνδέεται πλέον άμεσα με την ευρωπαϊκή άμυνα, τον ρόλο της Τουρκίας στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης, αλλά και με τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η λύση του Κυπριακού ως προϋπόθεση της νέας ευρωπαϊκής ασφάλειας
Μιλώντας στο skai.gr ο διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων, Κωνσταντίνος Φίλης, εκτιμά ότι η Άγκυρα επιχειρεί να συνδέσει ευθέως την επίλυση του Κυπριακού με τη συμμετοχή της στη νέα ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική.
Όπως σημειώνει, η Τουρκία προωθεί σταθερά το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς τη δική της συμμετοχή και ότι, για να συμβεί αυτό, θα πρέπει προηγουμένως να επιλυθεί το Κυπριακό.
Κατά την ίδια ανάλυση, πρόκειται για ένα αφήγημα που βρίσκει ολοένα και περισσότερους αποδέκτες σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ιδιαίτερα σε κράτη που ήδη επιθυμούν στενότερη αμυντική συνεργασία με την Άγκυρα.
«Αυτό θα είναι το βασικό επιχείρημα της Τουρκίας προς τους Ευρωπαίους», εκτιμά ο κ. Φίλης, προειδοποιώντας ότι η Αθήνα και η Λευκωσία οφείλουν να προετοιμαστούν για μια περίοδο αυξημένων πιέσεων.
Οι πληροφορίες του Independent περιγράφουν ένα μοντέλο αισθητά διαφορετικό από τη μέχρι σήμερα βάση των συνομιλιών.
Η λογική της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας φαίνεται να υποχωρεί υπέρ μιας πολύ πιο χαλαρής δομής, στην οποία τα δύο συνιστώντα κρατίδια θα διαθέτουν ιδιαίτερα εκτεταμένες αρμοδιότητες, με περιορισμένες κοινές εξουσίες στο κεντρικό επίπεδο.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επιχειρείται μια μορφή «δημιουργικής ασάφειας», ώστε οι Ελληνοκύπριοι να μπορούν να μιλούν για ομοσπονδία και οι Τουρκοκύπριοι για συνομοσπονδία.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι, εφόσον μια τέτοια λογική επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για σημαντική μετατόπιση από τα μέχρι σήμερα ψηφίσματα του ΟΗΕ, τα οποία προβλέπουν ρητά λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Κατά τον Κωνσταντίνο Φίλη, ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό είναι η εικόνα που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται στη διεθνή κοινότητα.
Όπως επισημαίνει, η τουρκική πλευρά έχει καταφέρει σε σημαντικό βαθμό να παρουσιάσει τους Τουρκοκυπρίους ως την πλευρά που εμφανίζεται περισσότερο πρόθυμη να διαπραγματευθεί, προβάλλοντας τις δικές της προτάσεις ως τις μοναδικές «ρεαλιστικές».
«Στο πεδίο της δημόσιας διπλωματίας αυτό πρέπει να ανατραπεί», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματικότητα απέχει σημαντικά από αυτή την εικόνα και πως η ελληνική και κυπριακή πλευρά οφείλουν να ενισχύσουν την παρουσία τους στο επίπεδο της διεθνούς ενημέρωσης.
Γιατί τώρα;
Την ίδια στιγμή, ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Άγγελος Συρίγος θεωρεί ότι οι τελευταίες κινήσεις της Άγκυρας δεν είναι τυχαίες.
Συνδέει μάλιστα την απόφαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μην πραγματοποιήσει τελικά την προγραμματισμένη επίσκεψή του στα Κατεχόμενα με την επικείμενη νέα προσπάθεια του ΟΗΕ.
Κατά την εκτίμησή του, η τουρκική πλευρά επιδίωξε να διατηρήσει χαμηλούς τόνους ενόψει της νέας πρωτοβουλίας, ώστε να μην επιβαρυνθεί το πολιτικό κλίμα πριν από τις επαφές που προγραμματίζονται υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Ο κ. Συρίγος θεωρεί ότι το Κυπριακό δεν μπορεί πλέον να εξεταστεί αποκομμένο από τα υπόλοιπα ανοικτά ζητήματα στις σχέσεις Δύσης–Τουρκίας.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η προσπάθεια της Άγκυρας να επανενταχθεί στο πρόγραμμα των F-35 και να επιλύσει το ζήτημα των S-400. Από την άλλη, η φιλοδοξία της να αποκτήσει πρόσβαση στα νέα ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία.
Στο σημείο αυτό, επισημαίνει ότι το βασικό εμπόδιο δεν είναι μόνο το ελληνικό casus belli, αλλά και η ίδια η συνεχιζόμενη κατοχή κυπριακού εδάφους.
«Είναι ο απόλυτος παραλογισμός», σημειώνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό μια χώρα να συμμετέχει σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, ενώ εξακολουθεί να διατηρεί στρατεύματα κατοχής σε έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά την ίδια εκτίμηση, τους επόμενους μήνες είναι πιθανό να ενταθούν οι πιέσεις προς τη Λευκωσία και την Αθήνα, με το επιχείρημα ότι είτε πρέπει να προχωρήσει μια νέα προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού είτε να αρθούν τα εμπόδια στη συμμετοχή της Τουρκίας στη νέα ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική.
Ο παράγοντας Τραμπ
Στην εξίσωση εισέρχεται πλέον και η Ουάσιγκτον.
Ο Κωνσταντίνος Φίλης εκτιμά ότι ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να προσεγγίζει τα διεθνή ζητήματα με έντονα συναλλακτική λογική, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στις γρήγορες διευθετήσεις παρά στη μακροχρόνια βιωσιμότητά τους.
Μια ενδεχόμενη συμφωνία στο Κυπριακό θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως σημαντική διπλωματική επιτυχία, ενώ ταυτόχρονα θα διευκόλυνε ευρύτερους σχεδιασμούς που αφορούν την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, την αξιοποίηση ενεργειακών πόρων και τη στενότερη σύνδεση της Τουρκίας με τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Εύλογη πηγή ανησυχίας για την ελληνική πλευρά – σημειώνει ο κ. Φίλης – είναι πώς η τουρκική ηγεσία θα εξαργυρώσει τις υπηρεσίες της, οι οποίες φαίνεται προσώρας να της προσφέρουν συνεπή επιρροή στον Λευκό Οίκο, σε σχέση με ζητήματα που για εμάς είναι καθοριστικά, αλλά για τις ΗΠΑ μικρότερης σημασίας. Προφανώς, οι τελευταίες δεν επιθυμούν την επιστροφή στην ένταση ανάμεσα σε δύο νατοϊκούς εταίρους.
«Ενώ η Ελλάδα αποτελεί σημαντικότατο κρίκο στην αμερικανική αλυσίδα ασφάλειας και επιρροής στην ευρύτερη περιοχή, συμμετέχει σε ενεργειακά projects που ισχυροποιούν το αμερικανικό αποτύπωμα, έχει αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με το Ισραήλ, και η Κύπρος από τη μεριά της έχει αναβαθμίσει την αξία της στους αμερικανικούς σχεδιασμούς», όπως υπογραμμίζει.
.Ασφαλώς ένα επιχείρημα από πλευράς μας είναι ότι θα μπούμε σε τροχιά έντονης αντιπαράθεσης με την Τουρκία σε περίπτωση που επιχειρήσει να προωθήσει συμφωνίες καθορισμού θαλασσίων ζωνών με τη Συρία ή και την Αίγυπτο (υπάρχει σχετική πρόνοια στη συμφωνία μας που υποχρεώνει το Κάιρο να διαβουλευθεί μαζί μας).
Εντούτοις δεν είναι καθόλου βέβαιο κατά πόσον ο Τραμπ θα συνειδητοποιούσε εγκαίρως τη σοβαρότητα της κατάστασης, αν και πώς θα επέλεγε να παρέμβει, μήπως μεταπειθόταν από τον Ερντογάν, και όλα αυτά ενώ καταφανώς ελκύεται από διευθετήσεις μεταξύ περιφερειακών δρώντων που δεν απαιτούν άμεση αμερικανική εμπλοκή, αλλά ανοίγουν τον δρόμο για επιχειρηματικές συμφωνίες που ενδιαφέρουν σφόδρα τις ΗΠΑ ή και τον ίδιο.
Δημιουργείται προηγούμενο για άλλες συγκρούσεις;
Ένα από τα ερωτήματα που τίθενται στη διεθνή συζήτηση είναι κατά πόσο μια ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού, εφόσον αποκλίνει από το μέχρι σήμερα συμφωνημένο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο και για άλλες εδαφικές συγκρούσεις, όπως για παράδειγμα στην Ουκρανία.
Ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Άγγελος Συρίγος εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι σε μια τέτοια ανάγνωση.
«Στις διεθνείς σχέσεις δεν κάνεις πολιτική με τη συνέπεια», σημειώνει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι κάθε διεθνής κρίση αντιμετωπίζεται με βάση τα ιδιαίτερα γεωπολιτικά, στρατηγικά και πολιτικά δεδομένα της και όχι μέσω αυτοματοποιημένης εφαρμογής προηγούμενων λύσεων.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν το Κυπριακό οδηγηθεί σε μια διαφορετική φόρμουλα διευθέτησης, αυτό δεν σημαίνει ότι η ίδια προσέγγιση θα εφαρμοστεί υποχρεωτικά σε άλλες περιπτώσεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, καθώς οι μεγάλες δυνάμεις διαμορφώνουν την πολιτική τους πρωτίστως με βάση τους εκάστοτε συσχετισμούς ισχύος και όχι την ανάγκη διατήρησης απόλυτης συνέπειας μεταξύ διαφορετικών υποθέσεων.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι κατά πόσο μια τέτοια δυναμική θα οδηγήσει σε πραγματική λύση ή αν θα αυξήσει τις πιέσεις για μια φόρμουλα που θα απομακρύνεται από το μέχρι σήμερα συμφωνημένο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών.
Η αίσθηση που επικρατεί είναι ότι το φθινόπωρο αναμένεται ιδιαίτερα πυκνό σε εξελίξεις γύρω από το Κυπριακό. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο αν θα επανεκκινήσει η διαδικασία, αλλά και πάνω σε ποια βάση θα κληθούν οι δύο πλευρές να διαπραγματευθούν.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Πηγή: www.skai.gr





