Δεν ξέρω πόσοι περίμεναν κάθε πρωί το ίδιο e-mail. Εγώ πάντως το περίμενα. Και δεν ήμουν η μόνη. Αν ήσουν δημοσιογράφος της Ομογένειας, ήξερες ότι κάπου ανάμεσα στις δεκάδες ειδοποιήσεις που κατέκλυζαν το inbox σου, υπήρχε ένα μήνυμα που άξιζε πραγματικά ν’ ανοίξεις: η πρωινή επισκόπηση των διεθνών δικτύων και των αμερικανικών ΜΜΕ. Ένας τίτλος μάλλον τυπικός, για μια δουλειά που μόνο τυπική δεν ήταν.
Γιατί, μέχρι να φτάσει αυτό το e-mail στην οθόνη μας, κάποιος είχε ξυπνήσει πολύ νωρίτερα. Είχε πιει τον πρώτο καφέ της ημέρας διαβάζοντας πάνω από δεκάδες αμερικανικά Μέσα Ενημέρωσης, είχε αξιολογήσει τις ειδήσεις ελληνικού ενδιαφέροντος, είχε παρακολουθήσει τηλεοπτικά δίκτυα, διεθνή πρακτορεία και αναλύσεις δεξαμενών σκέψης. Κι ύστερα, είχε κάνει το πιο δύσκολο: είχε ξεχωρίσει τι είχε πραγματική σημασία.
Όταν ξεκινούσε η δική μας μέρα, η δική της πρώτη βάρδια είχε μόλις ολοκληρωθεί.
Έτσι γνώρισα την Μαίρη Βαξεβανίδου. Όχι σε κάποια επίσημη εκδήλωση, ούτε από μια φωτογραφία δίπλα σε πολιτικούς, αλλά μέσα από τη δουλειά της. Μια δουλειά αθόρυβη, σχεδόν αόρατη. Γιατί η δημόσια διπλωματία δεν μετριέται με χειροκροτήματα· μετριέται με την αξιοπιστία που χτίζεται βήμα-βήμα, με τις σχέσεις εμπιστοσύνης που αντέχουν στον χρόνο και με τη διακριτική, σχεδόν ανεπαίσθητη ικανότητα να διαμορφώνεις τον τρόπο που ο κόσμος βλέπει τη χώρα σου.

Στα τέλη Αυγούστου, ολοκληρώνεται η πενταετής θητεία της ως επικεφαλής του Γραφείου Δημόσιας Διπλωματίας της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη και επιστρέφει στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω της κάτι πολύ μεγαλύτερο και πιο ουσιαστικό από έναν τυπικό υπηρεσιακό απολογισμό.
Η διαδρομή της ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, μέσα σε μια οικογένεια που της εμφύσησε από νωρίς την αξία της εργατικότητας, της αυτοπεποίθησης και της ανιδιοτελούς προσφοράς. Οι προσφυγικές της ρίζες -με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, τα Πριγκηπόννησα και τη Σμύρνη- διαμόρφωσαν τη βαθύτερη εσωτερική της πυξίδα. Της έμαθαν να προσαρμόζεται, να αντέχει στις δυσκολίες και να δημιουργεί με πείσμα και μεράκι, ακόμη και στις πιο απαιτητικές συνθήκες.
Οι σπουδές της στο Παρίσι αποτέλεσαν το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο της ζωής της. Η Σορβόννη, τα γαλλικά πανεπιστήμια και οι grandes écoles τής προσέφεραν ένα σπουδαίο ακαδημαϊκό υπόβαθρο στην Ιστορία, στη Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού και στην Οικονομική Ανάλυση και Πολιτική, ενώ η επαφή της με την ελληνική και γαλλική διανόηση υπήρξε βαθιά καθοριστική. Σε μια πόλη που διατηρούσε πάντα ζωντανό τον διάλογο των ιδεών, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας δημιουργικής ώσμωσης: από τη μία, ο γαλλικός διαφωτισμός και ο ορθολογισμός, με τη βαθιά φιλελληνική παράδοση που έβλεπε πάντα στην Ελλάδα την κοιτίδα της ευρωπαϊκής παιδείας· από την άλλη, η ζωντανή ελληνική Διασπορά του Παρισιού, που μετέφερε τον πλούτο και τον δυναμισμό του ελληνικού πολιτισμού και επιστημονικής αριστείας εκτός συνόρων.
Η εκπόνηση της διδακτορικής της διατριβής, σε συνδυασμό με τη φοίτησή της στο Τμήμα Ακολούθων Τύπου της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, διαμόρφωσαν την επαγγελματική της ταυτότητα, προσφέροντάς της τα ουσιαστικά επιστημονικά και θεσμικά εφόδια που θα αξιοποιούσε στη συνέχεια στη Δημόσια Διπλωματία.
Αν και ξεκίνησε μια πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή πορεία στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, σύντομα συνειδητοποίησε ότι η προσωπική της αποστολή βρισκόταν αλλού. Επέλεξε να υπηρετήσει τη Δημόσια Διπλωματία ως έναν πολυδιάστατο βραχίονα που κινείται συμπληρωματικά με την εξωτερική πολιτική της χώρας. Γιατί γνώριζε ότι η ήπια ισχύς (soft power) συντίθεται από ένα ευρύ πλέγμα: από τις τέχνες και την ιστορία μέχρι την εκπαίδευση, τον τουρισμό, τον αθλητισμό, τις κοινωνικές πρωτοβουλίες, την ποιότητα ζωής και τους ζωντανούς δεσμούς με την Ομογένεια – στοιχεία που διαμορφώνουν τελικά τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αντιλαμβάνεται και εμπιστεύεται την Ελλάδα.

Αυτή ακριβώς τη φιλοσοφία υπηρέτησε με συνέπεια καθ’ όλη την πενταετή θητεία της ως επικεφαλής του Γραφείου Δημόσιας Διπλωματίας στη Νέα Υόρκη. Για εκείνη, η Δημόσια Διπλωματία δεν υπήρξε ποτέ μια διεκπεραιωτική διοικητική υποχρέωση, αλλά ο ζωντανός μηχανισμός μέσω του οποίου η Ελλάδα αφηγείται τη σύγχρονη ταυτότητα και τα επιτεύγματά της στη διεθνή σκηνή.
Όπως κάθε οργανισμός με διεθνές εκτόπισμα οφείλει να προστατεύει και να ενισχύει το κύρος του, έτσι και η χώρα οφείλει να επενδύει διαρκώς στη φήμη της, με επαγγελματισμό, στρατηγική και αφοσίωση.
Αυτή η συστηματική προσπάθεια είχε ορατά αποτελέσματα. Μέσα από μια καθημερινή, μεθοδική δουλειά, το Γραφείο Δημόσιας Διπλωματίας οικοδόμησε ουσιαστικούς διαύλους επικοινωνίας με τα αμερικανικά Μέσα Ενημέρωσης, συμβάλλοντας θετικά στον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται η σύγχρονη Ελλάδα στις ΗΠΑ και στη διαμόρφωση ενός νέου αφηγήματος. Η εικόνα της χώρας πλαισιώθηκε σταδιακά από στοιχεία που αντανακλούν τη σημερινή πραγματικότητα: τις οικονομικές επιδόσεις, την επιστημονική καινοτομία, την ακαδημαϊκή παρουσία, τη γεωστρατηγική της σημασία, τον πολιτιστικό της πλούτο και τον δυναμισμό της Ομογένειας.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον πολιτισμό ως ισχυρότερο πρεσβευτή της χώρας. Σε αυτή τη διαδρομή, η επικοινωνιακή κάλυψη της έκθεσης Κυκλαδικής Τέχνης στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης ξεχώρισε ως μια καίρια πρωτοβουλία, που βρήκε θερμή ανταπόκριση στα αμερικανικά Μέσα και αποτύπωσε τη διαχρονική ακτινοβολία της χώρας.
Παρακολουθώντας την πορεία της όλα αυτά τα χρόνια, σχημάτισα την εντύπωση ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της δεν ήταν οι γνώσεις, ούτε η εμπειρία της. Ήταν ο χαρακτήρας της. Ένα ήθος βαθιά ριζωμένο, που δεν αλλοιώθηκε ούτε από τις ευθύνες της θέσης ούτε από τις απαιτήσεις μιας πόλης όπως η Νέα Υόρκη. Δεν επιδίωξε ποτέ να εντυπωσιάσει. Προτίμησε να πείθει με τη συνέπεια, την εργατικότητα και την αξιοπιστία της. Και ίσως γι’ αυτό κατάφερε να κερδίσει τον σεβασμό ανθρώπων με διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές ιδεολογίες και διαφορετικούς ρόλους.
Το ίδιο έντονη ήταν πάντοτε και η δίψα της για γνώση. Η συνεχής αναζήτηση της πληροφορίας, η ανάγκη να διαβάζει, να ερευνά, να αναλύει και να κατανοεί τις διεθνείς εξελίξεις δεν αποτελούσαν μέρος των καθηκόντων της, αλλά κομμάτι της προσωπικότητάς της. Ίσως γι’ αυτό κάθε πρωινό δελτίο ενημέρωσης που έφτανε στα ηλεκτρονικά μας ταχυδρομεία έκρυβε πίσω του αμέτρητες ώρες προσωπικής μελέτης και προετοιμασίας.
Ξεχωριστή θέση στην πενταετή αυτή διαδρομή κατέχει η σχέση που ανέπτυξε με την ελληνική Ομογένεια. Δεν την αντιμετώπισε ποτέ σαν έναν θεσμό που έπρεπε απλώς να εξυπηρετήσει. Τη γνώρισε, την άκουσε, τη σεβάστηκε και, κυρίως, αναγνώρισε την τεράστια προσφορά των Ελλήνων της Αμερικής στην πατρίδα. Επιστήμονες, επιχειρηματίες, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, νέοι επαγγελματίες, φοιτητές, καθώς και εκπρόσωποι των ομογενειακών οργανώσεων και της κοινωνίας των πολιτών έγιναν για εκείνη η ζωντανή απόδειξη ότι ο Ελληνισμός μπορεί να ανθίζει ακόμη και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα.
Το ίδιο ουσιαστική υπήρξε και η σχέση της με εμάς τους δημοσιογράφους της Ομογένειας. Δεν θυμάμαι ποτέ να έκανε διακρίσεις ανάμεσα σε μεγάλα και μικρά Μέσα. Μας αντιμετώπιζε όλους με τον ίδιο σεβασμό, την ίδια προθυμία και την ίδια συνέπεια, αντιλαμβανόμενη ότι ο καθένας μας υπηρετεί, με τον δικό του τρόπο, την ενημέρωση του απόδημου Ελληνισμού. Αυτή η σχέση εμπιστοσύνης δεν χτίστηκε μέσα σε μια μέρα. Ήταν αποτέλεσμα μιας καθημερινής στάσης ζωής.

Πίσω από όλα αυτά όμως υπάρχει και η ανθρώπινη πλευρά μιας διαδρομής που ελάχιστοι γνώρισαν πραγματικά. Γιατί, όσο εύκολα αποτυπώνονται σε έναν απολογισμό οι δράσεις, οι εκδηλώσεις και οι συνεργασίες, άλλο τόσο δύσκολα καταγράφεται το προσωπικό κόστος που συχνά συνοδεύει μια τέτοια αποστολή. Τα τελευταία δύο χρόνια η Μαίρη Βαξεβανίδου κλήθηκε να δώσει ίσως τη δυσκολότερη μάχη της ζωής της, αντιμετωπίζοντας μια ιδιαίτερα σοβαρή περιπέτεια με την υγεία της, μακριά από την Ελλάδα, από τα παιδιά της και από την ευρύτερη οικογένειά της. Και όμως, ακόμη και τότε, δεν επέτρεψε στην προσωπική της δοκιμασία να επισκιάσει την αποστολή που είχε αναλάβει. Συνέχισε να εργάζεται με σιωπηλή αποφασιστικότητα, με την ίδια προσήλωση, την ίδια ευγένεια και την ίδια αίσθηση καθήκοντος. Το σημειώνω αυτό γιατί αποτελεί από μόνο του μια ουσιαστική κατάκτηση, αποκαλύπτοντας την ποιότητα του ανθρώπου πίσω από τον επαγγελματία πολύ πληρέστερα από οποιονδήποτε απολογισμό έργου.
Πριν από αρκετό καιρό τη ρώτησα ποια εικόνα θα πάρει μαζί της όταν θα έρθει η ώρα να αφήσει τη Νέα Υόρκη. Η απάντησή της δεν είχε να κάνει με αξιώματα, διακρίσεις ή δημόσιες εμφανίσεις. «Η ελληνική σημαία να κυματίζει στην Πέμπτη Λεωφόρο, μέσα στο χειροκρότημα χιλιάδων Ελλήνων και Αμερικανών», μου είπε. Ίσως γιατί μέσα σε αυτή τη μία εικόνα συμπυκνώνεται ολόκληρη η αποστολή που υπηρετεί: μια Ελλάδα που στέκεται με αξιοπρέπεια, αυτοπεποίθηση και κύρος στο κέντρο του Κόσμου.
Στα τέλη Αυγούστου πέφτει η αυλαία μιας ιδιαίτερα δημιουργικής πενταετίας. Η Μαίρη Βαξεβανίδου δεν αφήνει πίσω της μόνο μια επιτυχημένη θητεία. Αφήνει έναν διαφορετικό τρόπο να αντιλαμβάνεται κανείς τη δημόσια διπλωματία. Μια βαθιά πεποίθηση ότι η εικόνα μιας χώρας δεν χτίζεται με θορυβώδεις κινήσεις, εντυπωσιακές εκδηλώσεις ή πρόσκαιρα πρωτοσέλιδα. Χτίζεται αργά. Σχεδόν αθόρυβα. Με συνέπεια που δεν λυγίζει, με αξιοπιστία που κατακτιέται μέρα με τη μέρα, με σχέσεις εμπιστοσύνης που δοκιμάζονται στον χρόνο και με έναν λόγο που αποκτά αξία επειδή ποτέ δεν πρόδωσε την αλήθεια του. Αυτή είναι, ίσως, η σπουδαιότερη παρακαταθήκη της. Η κληρονομιά που αφήνει πίσω της: η πεποίθηση ότι μπορείς να υπηρετήσεις την πατρίδα σου χωρίς θόρυβο, χωρίς προσωπικές επιδιώξεις, με ήθος, αξιοπρέπεια και αφοσίωση. Στο τέλος της ημέρας οι θέσεις αλλάζουν, οι θητείες ολοκληρώνονται και τα γραφεία αδειάζουν. Εκείνο όμως που μένει είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος χάραξε την παρουσία του στις ζωές των άλλων. Και η Μαίρη Βαξεβανίδου το έκανε αυτό με σπάνια ευγένεια και διακριτικότητα, αφήνοντας πίσω της ένα αποτύπωμα που δεν θα ξεθωριάσει στη καρδιά μας.
Πηγή: www.ekirikas.com