Πολύ πριν το Διάστημα και η Νευροεπιστήμη αποκτήσουν κεντρική θέση στη σύγχρονη εικαστική σκέψη, η Νεφέλη Μασσία είχε ήδη στραφεί προς αυτό το αχαρτογράφητο πεδίο με έναν τρόπο βαθιά προσωπικό. Σε μια εποχή όπου ελάχιστοι καλλιτέχνες τολμούσαν να συνδέσουν την κοσμολογία με τη συνείδηση, εκείνη είχε ήδη αρχίσει να χαράζει μια διαδρομή που αργότερα θα γινόταν σημείο αναφοράς. Την ώρα που η ζωγραφική παρέμενε συχνά εγκλωβισμένη σε ασφαλείς αισθητικές φόρμες, εκείνη κοίταξε πέρα από το ορατό προς το άπειρο του Σύμπαντος, αλλά και προς τον αθέατο κόσμο της ανθρώπινης συνείδησης. Και το έκανε όχι σαν αισθητική τάση, αλλά σαν μια βαθιά εσωτερική ανάγκη.
Η πορεία της δεν στηρίχθηκε ποτέ σε εύκολους εντυπωσιασμούς ή επιφανειακές αναφορές. Με σπουδές στα Μαθηματικά, στη Ζωγραφική και τη Χαρακτική, διαμόρφωσε σταδιακά ένα σπάνιο εικαστικό ιδίωμα όπου η επιστημονική σκέψη συναντά την αντιληπτική εμπειρία με απόλυτη φυσικότητα. Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σκέψης της έπαιξε και ο κύκλος σπουδαίων επιστημονικών προσωπικοτήτων με τον οποίο συνδέθηκε μέσα από το Johns Hopkins. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο στενός της φίλος Σταμάτης Κριμιζής, μία από τις σημαντικότερες μορφές της διαστημικής έρευνας διεθνώς, καθώς και ο σύζυγός της Βασίλης Κολιάτσος, διακεκριμένος νευρολόγος και ερευνητής. Μέσα από αυτή τη σπάνια συνύπαρξη επιστήμης, σκέψης και ανθρώπινης ανταλλαγής, η Νεφέλη Μασσία διαμόρφωσε έναν βαθύτερο τρόπο να αντιλαμβάνεται τόσο το σύμπαν όσο και τα αχαρτογράφητα τοπία της ανθρώπινης συνείδησης.
Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, η Νεφέλη Μασσία δημιούργησε μια εικαστική γλώσσα απολύτως δική της. Ήδη από τη δεκαετία του ’90, με έργα όπως το «From Cosmos to Brain», διερευνούσε μια σχέση ανάμεσα στο Σύμπαν και τη συνείδηση που σήμερα μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Πολύ πριν η σύνδεση τέχνης, επιστήμης και τεχνολογίας γίνει κυρίαρχη στη διεθνή σκηνή, εκείνη είχε ήδη ενώσει οργανικά τη ζωγραφική με τη διαστημική έρευνα, την Ιατρική και τη λειτουργία του νου.
Η Νεφέλη Μασσία με το έργο της
«Κοσμικές πτήσεις και αυτοαναφλεξεις».
Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η ιδιαίτερη δύναμη της παρουσίας της. Η Νεφέλη Μασσία δεν δημιουργεί έργα που απλώς βλέπονται, αλλά έργα που βιώνονται. Γεννημένη ανάμεσα στον λογισμό και στο όνειρο, συνδυάζει μια σπάνια ευαισθησία με πειθαρχία, σοβαρότητα και μια βαθιά, σχεδόν μαγνητική θηλυκότητα. Δεν χρησιμοποιεί το συναίσθημα ως εύκολη συγκίνηση, το μετασχηματίζει σε εμπειρία φωτός, σιωπής και εσωτερικής μετακίνησης. Το έργο της μοιάζει να αντιστέκεται σε καθετί που περιορίζει την ανθρώπινη αντίληψη ή φυλακίζει την τέχνη στην απλή εικόνα.
Με υλικά όπως το πλέξιγκλας, τις χαράξεις, τις διαφάνειες και το φως, δημιουργεί περιβάλλοντα που αλλάζουν διαρκώς. Το φυσικό φως της ημέρας και ο τεχνητός φωτισμός της νύχτας μεταμορφώνουν τα έργα της, καλώντας τον θεατή να τα βιώσει κάθε φορά διαφορετικά. Στους κόσμους της τίποτα δεν παραμένει στατικό, όλα πάλλονται ανάμεσα στην ύλη και στο άυλο, ανάμεσα στη σιωπή και στην αποκάλυψη.
Η διεθνής της παρουσία, με εκθέσεις στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμμετοχές σε Biennale και παρουσία σε σημαντικούς θεσμικούς χώρους, επιβεβαιώνει τη θέση της ως μιας από τις πιο πρωτοποριακές και επιδραστικές δημιουργούς της εποχής μας. Όμως αυτό που τελικά μένει δεν είναι μόνο η διαδρομή της, αλλά η αίσθηση που αφήνει το έργο της: μια ήσυχη αλλά βαθιά εμπειρία φωτός, χώρου και εσωτερικής εγρήγορσης.
Με αφορμή τη νέα της έκθεση στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Ρόδου, η Νεφέλη Μασσία παρουσιάζει έργα που συνομιλούν με τη μυθολογία και το εκτυφλωτικό φως του τόπου. Εκεί, ο ήλιος δεν λειτουργεί απλώς ως σύμβολο, γίνεται ζωντανή ύλη, ενεργό στοιχείο που διαμορφώνει την ίδια την εμπειρία του έργου, όπως ακριβώς και η ίδια η τέχνη της: ένα πέρασμα από το ορατό στο άρρητο.
Πώς ξεκινά η σχέση σας με τη ζωγραφική και πώς από τα μαθηματικά βρεθήκατε τελικά στην τέχνη;
Ατομική έκθεση ΝΥ με την Στέλλα Κατσίχτη και τον Graham Nickson πρύτανη στο NY Studio School το 1991.
Γεννήθηκα στην Ήπειρο και η σχέση μου με τη ζωγραφική ξεκίνησε πάρα πολύ νωρίς. Ζωγράφιζα πριν ακόμη πάω στο σχολείο. Θυμάμαι ότι η πρώτη μου ζωγραφιά ήταν ένα πορτρέτο του πατέρα μου με λάδι, τα χρώματα μού τα είχε φέρει ο θείος μου από την Αθήνα. Δεν ήξερα όμως ότι τα λαδοχρώματα χρειάζονται ειδικό διαλυτικό, οπότε χρησιμοποιούσα λάδι φαγητού. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ πυκνό, σχεδόν ανάγλυφο, αλλά είχε κάτι ζωντανό που μου έχει μείνει μέχρι σήμερα. Εκείνη την εποχή στην Ήπειρο δεν υπήρχε επαφή με μουσεία ή οργανωμένη καλλιτεχνική παιδεία. Θυμάμαι όμως ένα ημερολόγιο της Εθνικής Τράπεζας με έργα του Ελ Γκρέκο. Η «Άποψη του Τολέδο» με είχε συγκλονίσει. Ήταν κυρίως το φως που με είχε καθηλώσει, εκεί ένιωσα για πρώτη φορά ότι θέλω να γίνω ζωγράφος. Παράλληλα ήμουν πολύ καλή στα μαθηματικά. Και τότε, ίσως και λόγω εποχής, τα μαθηματικά έμοιαζαν πιο «ασφαλής» δρόμος. Έτσι τα σπούδασα πρώτα. Όμως η ζωγραφική δεν έφυγε ποτέ. Αργότερα έδωσα εξετάσεις στην Καλών Τεχνών, πέρασα και συνέχισα και με σπουδές στο εξωτερικό. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε αυτή η διπλή διαδρομή, ανάμεσα στα μαθηματικά και την τέχνη.
Τι ρόλο έπαιξε η μαθηματική παιδεία στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής σας σκέψης και πώς συνδέεται, για εσάς, η τέχνη με την επιστήμη;
Νομίζω ότι όταν ένας καλλιτέχνης έχει εκτεθεί και σε άλλους τρόπους σκέψης πέρα από την καθαρά καλλιτεχνική παιδεία, αυτό αναπόφευκτα βγαίνει μέσα στο έργο του. Δεν χρειάζεται καν να είναι ακαδημαϊκή γνώση, αρκεί να έχει σκεφτεί βαθιά διαφορετικά πεδία. Τα μαθηματικά, η φυσική, ακόμα και η μουσική, ανοίγουν έναν άλλο τρόπο αντίληψης. Σε μαθαίνουν να σκέφτεσαι outside of the box. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που συνδυάζουν τη μουσική, τη ζωγραφική, τα μαθηματικά ή τη φυσική. Όταν το μυαλό έχει μάθει να λειτουργεί μέσα από διαφορετικά «μονοπάτια», ενεργοποιούνται διαφορετικά κομμάτια σκέψης. Και όταν όλα αυτά συνδυαστούν, μπορεί ξαφνικά να οδηγηθείς σε κάτι που κάποιος άλλος ίσως δεν θα είχε φανταστεί με τον ίδιο τρόπο. Ανακαλύπτεις νέες συνδέσεις, νέες διαδρομές. Είναι σαν να γίνεσαι λίγο «λοξός» στον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, με την καλή έννοια. Βλέπεις αλλιώς. Γιατί οι άνθρωποι που σκέφτονται όλοι με τον ίδιο τρόπο, το πιθανότερο είναι ότι αργά ή γρήγορα θα καταλήξουν σε παρόμοια αποτελέσματα. Αν όμως σκεφτείς λίγο διαφορετικά, τότε αυξάνεται η πιθανότητα να ανακαλύψεις κάτι νέο ή να προσεγγίσεις κάτι γνωστό από έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Και κάπως έτσι γεννιούνται καινούργια πράγματα.
Πώς λειτουργεί για εσάς η διαδικασία μετασχηματισμού της καθημερινής εμπειρίας σε καλλιτεχνική έκφραση;
Το μυαλό μου, λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε, όπου κι αν βρεθώ, ό,τι κι αν προσλάβω, το μετασχηματίζω και το εντάσσω στη δουλειά μου. Ακόμη και κάτι φαινομενικά άσχετο, όπως ένα κουνούπι. Η δουλειά μου μπορεί να μην έχει καμία άμεση σχέση με αυτό, αλλά θα το δω αλλιώς: θα σκεφτώ τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο, την άνοδο και την πτώση, τα φτερά που επανέρχονται διαρκώς στο έργο μου. Έτσι, ακόμη και το κουνούπι μπορεί να αποτελέσει μια μικρή εκδοχή αυτού που με απασχολεί: μια αρχέγονη μορφή «πτηνού», κάτι που πετά, που όσο μικρό κι αν είναι, μπορεί να επηρεάσει τη ζωή μας. Από το ελάχιστο έως το τεράστιο, όλα συνδέονται. Γενικά, είμαι βαθιά απορροφημένη από αυτό που κάνω στην καθημερινότητά μου και σχεδόν όλα όσα βιώνω τα αφομοιώνω με έναν τρόπο που τελικά αντανακλάται στο έργο μου.
Η διαδικασία που ακολουθείτε είναι τελικά μια μορφή συνεχούς έρευνας και πειραματισμού γύρω από το φως;
Η Νεφέλη Μασσια με τις δυο κόρες της την Αλεξάνδρα Κολιάτσου, Partenrships, Circle και την Ηρα Κολιάτσου private Εquity investor.
Στη δική μου περίπτωση, το βασικό ερώτημα είναι: με ενδιαφέρει το φως, πώς μπορώ να το αποδώσω με τον πιο ουσιαστικό και ακριβή τρόπο; Από εκεί και πέρα, τα υλικά προκύπτουν μέσα από έρευνα. Αναζητώ τι μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα την ιδέα μου και σήμερα, ευτυχώς, υπάρχει πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση σε υλικά και τεχνολογίες σε σχέση με παλαιότερα. Έτσι, κάθε φορά επιλέγω τα μέσα που ανταποκρίνονται σε αυτό που θέλω να πετύχω. Η διαδικασία είναι συχνά πειραματική. Για παράδειγμα, έχω δουλέψει με καύση σε Plexiglas για να δημιουργήσω ανοίγματα και διαφορετικές ποιότητες διαπερατότητας του φωτός, ή με χάραξη για να διαμορφώσω επιφάνειες και υφές. Δεν υπάρχει κάποιος προκαθορισμένος τρόπος, αυτά προκύπτουν μέσα από δοκιμή, αναζήτηση και τεχνική εξερεύνηση. Χρησιμοποιώ επίσης διαφορετικά μηχανήματα και εργαλεία, ανάλογα με το αποτέλεσμα που επιδιώκω: την υφή, τη διάχυση, τη σκίαση ή τη συμπεριφορά του φωτός μέσα στον χώρο. Με άλλα λόγια, τα υλικά και τα μέσα είναι εργαλεία που υπηρετούν την ιδέα, όχι το αντίστροφο.
Σε αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στον έλεγχο και το απρόβλεπτο, πόσο χώρο αφήνετε στο «τυχαίο» να συνδιαμορφώσει το τελικό έργο;
Καταρχάς, η βασική μου σκέψη είναι πώς το φως μπορεί να δημιουργήσει μια εμπειρία. Από μόνο του, το φως παράγει εμπειρία, όμως εδώ πρόκειται για μια επεξεργασμένη, συνειδητά δομημένη εμπειρία. Για μένα, το φως λειτουργεί και ως υλικό, όπως θα χρησιμοποιούσα το χρώμα ή άλλα μέσα. Για παράδειγμα, δουλεύω με μαρμαρόσκονη πάνω σε επιφάνειες όπως το Plexiglas ή το Mylar. Όταν το φως περνά μέσα από αυτά τα υλικά, η διάχυσή του εξαρτάται από την πυκνότητα της μαρμαρόσκονης, δεν διαπερνά παντού το ίδιο, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται και να αποκτά χρωματικές ποιότητες. Με έναν τρόπο, το ίδιο το φως «χρωματίζεται». Έτσι, το φως στα έργα μου άλλοτε αποκαλύπτει και άλλοτε αποκρύπτει. Αυτό είναι κάτι που σε μεγάλο βαθμό το ελέγχω, αλλά υπάρχει πάντα και ένα στοιχείο απρόβλεπτου. Ειδικά όταν επεξεργάζομαι υλικά όπως το Plexiglas ή το Mylar με καύση, δημιουργούνται φθορές και μικρά ανοίγματα. Σε αυτά τα σημεία το φως περνά πιο ελεύθερα, δημιουργώντας σκιές και απρόσμενες μεταβολές. Τελικά, προκύπτει ένα συνεχές παιχνίδι ανάμεσα στο φως και τη σκιά, ένα πεδίο όπου η πρόθεση και το τυχαίο συνυπάρχουν.
Υπάρχει στα έργα σας μια έντονη συνύπαρξη ευθραυστότητας και ψυχρότητας στα υλικά. Πώς διαχειρίζεστε αυτή τη διπλή ποιότητα;
Στο TEFAF η Νεφέλη Μασσία με την Grimanesa Amoros.
Η ευθραυστότητα με ενδιαφέρει πάρα πολύ, όπως και η ψυχρότητα των υλικών. Στην ουσία, πρόκειται για δύο αντίθετες δυνάμεις που συνυπάρχουν μέσα στο έργο. Δεν είναι ισοδύναμες, κάθε φορά υπερισχύει η μία ή η άλλη. Αυτό που προκύπτει είναι μια συνεχής πάλη. Και αυτή η πάλη δεν είναι μόνο αισθητική ή υλική, είναι και εσωτερική. Υπάρχουν περίοδοι που απομονώνομαι, που στρέφομαι προς τα μέσα, και όλη αυτή η ένταση μεταφέρεται στη δουλειά μου. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτή η αντίθεση εκφράζεται μέσα από το φως και τη σκιά, δύο δυνάμεις που βρίσκονται διαρκώς σε σύγκρουση, αλλά και σε αλληλεξάρτηση. Θα έλεγα ότι αντανακλούν πιο θεμελιώδεις έννοιες: τη ζωή και τον θάνατο, την παρουσία και την απουσία. Είναι ακριβώς αυτή η ένταση που δίνει στα έργα την ενέργειά τους.
Αν το φως στη δουλειά σας μπορούσε να μιλήσει, τι θα έλεγε που ίσως εσείς δεν λέτε με λόγια;
Θυμάμαι ένα νεαρό παιδί στο Remaking Realities, την περίοδο ενός συνεδρίου νευροεπιστημών όπου είχαμε πολλούς φοιτητές στον χώρο. Μου είπε ότι προσπαθούσε να σταματήσει τα ναρκωτικά και ότι μέσα στην έκθεση ένιωσε μια έντονη αγαλλίαση, σαν να μην είχε ανάγκη τίποτα άλλο για να αισθανθεί καλά. Αυτό για μένα ήταν πολύ σημαντικό. Παρότι δεν έχω αυτή την εμπειρία, αν η δουλειά μου μπορεί να λειτουργεί έτσι, τότε κάτι ουσιαστικό συμβαίνει. Θυμάμαι επίσης ότι πολλοί φοιτητές έγραφαν πως πήγαιναν στον χώρο για να ηρεμήσουν ψυχικά, σαν ένα διάλειμμα από την πίεση. Στην παλιά μου δουλειά υπήρχε ένταση, μια πιο ωμή ενέργεια – κάποιοι μου είχαν πει «σαν γροθιά στο στομάχι». Σήμερα αυτό έχει μετατοπιστεί: πιο πολύ μια ηρεμία, μια αποφόρτιση, σαν το φως να λειτουργεί σχεδόν θεραπευτικά.
Θα λέγατε ότι αυτή η «άυλη παρουσία» είναι συνέχεια ή ρήξη με την προηγούμενη δουλειά σας;
Εξαρτάται από τις περιόδους. Αυτή τη στιγμή με απασχολεί κάτι πιο υπαρξιακό, μια αίσθηση ύπαρξης που δεν περιορίζεται στο σώμα ή στη μορφή. Είναι σαν η δουλειά να κινείται έξω από τον εαυτό. Στο παρελθόν, όμως, είχα δουλέψει πολύ με τη φιγούρα και το ανθρώπινο σώμα, με εκτενείς σειρές έργων, όπως στην έκθεση στο American University Museum, όπου οι μάσκες και η ανθρώπινη μορφή ήταν κεντρικά στοιχεία. Δεν το βλέπω ούτε ως ρήξη ούτε ως συνέχεια με την κλασική έννοια, περισσότερο ως μετατόπιση του ίδιου εσωτερικού ερωτήματος, που αλλάζει μορφή με τον χρόνο.
Δημιουργείτε για να πλησιάσετε τον κόσμο ή για να φτιάξετε έναν άλλο κόσμο;
Στην έκθεση του Theaster Gates στο New Museum στο Μανχάταν. Από αριστερά ο Theaster Gates, η Νεφέλη Μασσία και η Elga Wimmer.
Δημιουργώ έναν άλλο κόσμο. Έναν χώρο μέσα στον οποίο, εκ των υστέρων, θα ήθελα να μπορεί να μπει ο θεατής και να βιώσει κάτι ουσιαστικό. Όμως στη στιγμή της δημιουργίας δεν σκέφτομαι το αποτέλεσμα για τον άλλον. Πρέπει πρώτα να απελευθερωθώ εγώ, να φτάσω σε μια εσωτερική κατάσταση υπέρβασης. Τα τελευταία χρόνια αυτό έχει αλλάξει σε σχέση με παλαιότερες, πιο εξπρεσιονιστικές περιόδους. Τώρα με ενδιαφέρει λιγότερο η ένταση ή η έκρηξη και περισσότερο η δημιουργία ενός χώρου που επιτρέπει μια εμπειρία ηρεμίας, ελευθερίας και εσωτερικής μετατόπισης.
Το έργο σας φαίνεται να δημιουργεί έναν χώρο όπου κάθε θεατής ενεργοποιεί τη δική του πραγματικότητα και το βίωμα προηγείται της ερμηνείας. Θα λέγατε ότι το συναίσθημα είναι η πρώτη «γλώσσα» της δουλειάς σας;
Αυτό που ο καθένας αντιλαμβάνεται ως «πραγματικότητα» είναι από τη φύση του ρευστό. Παλαιότερα πιστεύαμε ότι είναι μία και αντικειμενική. Σήμερα καταλαβαίνουμε ότι αλλάζει ανάλογα με τον παρατηρητή και τη συνείδησή του. Άλλη είναι η δική μου εμπειρία, άλλη του κάθε θεατή. Θυμάμαι την έκθεση Remaking Realities, όταν άρχιζαν να συζητιούνται θεωρίες για παράλληλα σύμπαντα. Δεν έχει σημασία αν είναι κυριολεκτικά αληθινές, σημασία έχει ότι ανοίγουν έναν διαφορετικό τρόπο να σκεφτούμε το τι είναι πραγματικό. Ακόμη και η κβαντομηχανική μάς οδηγεί σε αυτή την αίσθηση ρευστότητας. Το ίδιο συμβαίνει και στην εμπειρία του έργου. Δεν υπάρχει μία ανάγνωση. Κάθε θεατής ενεργοποιεί δικές του μνήμες και αισθήσεις, και έτσι η «πραγματικότητα» του έργου αλλάζει κάθε φορά. Με ενδιαφέρει όταν κάποιος μπαίνει σε έναν χώρο να απελευθερώνεται από τις βεβαιότητες και να συναντά κάτι που ήδη υπάρχει μέσα του, αλλά δεν είναι πάντα συνειδητό. Γι’ αυτό δεν με ενδιαφέρει πρώτα η εξήγηση. Δεν χρειάζεται να «καταλάβεις» για να νιώσεις, και συχνά συμβαίνει το αντίστροφο. Η ανάγκη να εξηγούμε τα πάντα δεν ανήκει στην τέχνη. Αν χρειάζεται να εξηγηθεί υπερβολικά ένα έργο, κάτι έχει ήδη χαθεί. Ιδανικά, ο θεατής πρέπει να συγκινηθεί πρώτα, να σταθεί μέσα στην εμπειρία, και αν θέλει μετά να επιστρέψει, να εμβαθύνει, να αναζητήσει. Όχι το αντίθετο. Γιατί στην τέχνη, είτε σε αγγίζει είτε όχι – και αυτό συμβαίνει αμέσως.
Μπορούμε να πούμε ότι, μέσα από το φως και τη σκιά, επιχειρείτε να κάνετε τη συνείδηση μια βιωματική εμπειρία για τον θεατή;
Παρότι τα έργα μου αγγίζουν ζητήματα ταυτότητας, συνείδησης και κοσμολογίας, η βασική μου εστίαση παραμένει το φως. Η συνείδηση δεν είναι κάτι σταθερό ή δεδομένο, διαμορφώνεται συνεχώς από την εμπειρία, τη μνήμη και την προσωπική διαδρομή του καθενός. Όσο πιο συνειδητός γίνεται κανείς, όσο περισσότερο πλησιάζει το «γνώθι σαυτόν», τόσο πιο καθαρά μπορεί να εκφράσει αυτό που πραγματικά αντιλαμβάνεται. Για μένα, αυτή η διαδικασία με οδήγησε στο φως – όχι ως οπτικό φαινόμενο, αλλά ως εμπειρία και φορέα νοήματος. Δεν με ενδιαφέρει το φως ως τεχνικό ή διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως κάτι που μεταβάλλεται ανάλογα με τον τόπο και τη βιωμένη εμπειρία. Το ελληνικό φως, για παράδειγμα, έχει μια ιδιαίτερη ποιότητα που με έχει διαμορφώσει βαθιά. Σταδιακά, από τη ζωγραφική πέρασα στη δημιουργία χώρων όπου το φως δεν παρατηρείται απλώς, αλλά βιώνεται. Ο θεατής κινείται μέσα σε αυτό και γίνεται μέρος του, σε έναν διάλογο ανάμεσα στο σώμα, τον χώρο και τη συνείδηση.
Πιστεύετε ότι σήμερα ο θεατής αναζητά περισσότερο μια βιωματική εμπειρία μέσα από την τέχνη παρά ένα έργο προς απλή παρατήρηση ή συλλογή;
Αυτή τη στιγμή αλλάζουν πάρα πολλά πράγματα. Οι παλιότεροι συλλέκτες λειτουργούσαν με ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο, όπως και οι γκαλερί. Για παράδειγμα, βλέπουμε ότι ακόμη και τεράστιοι οργανισμοί, όπως ο Gagosian, αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε ορισμένες πόλεις, γιατί ίσως το μοντέλο που εκπροσωπούν δεν μπορεί πλέον να επικοινωνήσει με τις νεότερες γενιές με τον ίδιο τρόπο. Για πολλά χρόνια το ενδιαφέρον ήταν κυρίως πώς θα πουληθεί κάτι. Και βέβαια μια γκαλερί πρέπει να πουλήσει για να υπάρξει. Αλλά τελικά το ερώτημα είναι: σε ποιους απευθύνεσαι και τι πραγματικά αναζητούν αυτοί οι άνθρωποι σήμερα; Ο κόσμος αλλάζει, άρα αλλάζει και η τέχνη αλλάζει και το κοινό της. Το βλέπεις ακόμη και στον χώρο του fashion ή του design. Πλέον πολλές εταιρείες δεν πουλάνε απλώς ένα αντικείμενο, δημιουργούν μια εμπειρία. Μπαίνεις σε έναν χώρο και μπορεί να υπάρχει μουσική, ένα περιβάλλον για χαλάρωση, ακόμα και δραστηριότητες όπως yoga. Δεν είναι μόνο η αγορά, είναι το βίωμα. Και σκέφτομαι ότι αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό στην τέχνη. Γιατί η τέχνη, για μένα τουλάχιστον, δεν είναι κάτι που απλώς βλέπεις. Είναι κάτι που βιώνεις.
Τι σημαίνει για εσάς η παρουσίαση αυτής της έκθεσης στη Ρόδο, έναν τόπο τόσο φορτισμένο με τον συμβολισμό του ήλιου, και πώς συνομιλεί ο χώρος με το έργο σας;
Επειδή ζω και δραστηριοποιούμαι εδώ και πολλά χρόνια στο εξωτερικό, η καλλιτεχνική μου πορεία έχει διαμορφωθεί κυρίως εκτός Ελλάδας, με εκθέσεις σε διάφορες χώρες και κυρίως στην Αμερική. Γι’ αυτόν τον λόγο, ένιωθα την ανάγκη να παρουσιάσω τη δουλειά μου και στην Ελλάδα, σε έναν μεγάλο, σύγχρονο χώρο που να ανταποκρίνεται στον χαρακτήρα της δουλειάς μου, η οποία είναι βαθιά σύγχρονη (contemporary), αλλά ταυτόχρονα συνδέεται έντονα με τους αρχαίους μύθους. Τα τελευταία χρόνια με απασχολεί ιδιαίτερα ο ήλιος και το φως ως έννοιες και σύμβολα. Δουλεύω με την ιδέα του ηλιοτροπίου -του φυτού που στρέφεται διαρκώς προς τον ήλιο- αλλά και με τον ίδιο τον ήλιο ως κοσμική και μυθική δύναμη. Από το ορατό, φυσικό φαινόμενο μέχρι τον αρχέγονο, μυθικό ήλιο που οι άνθρωποι προσπαθούσαν να εξηγήσουν μέσα από αφηγήσεις.
Σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο, η Ρόδος αναδύθηκε από τη θάλασσα χάρη στο φως του ήλιου, και ο ίδιος ο ήλιος την ερωτεύτηκε, καθιστώντας την έναν τόπο ιερό και λουσμένο στο φως. Αυτός ο συμβολισμός ήταν καθοριστικός για μένα. Ένιωσα ότι υπήρχε ένας βαθύς, σχεδόν οργανικός λόγος να πραγματοποιηθεί αυτή η έκθεση εκεί. Είχα επίσης την τύχη να συνεργαστώ με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης στη Ρόδο, τον Δρα Κώστα Πράπογλου, σε μια ομαδική έκθεση στην Αθήνα, και στη συνέχεια μου πρότεινε να παρουσιάσω τη δουλειά μου στη Ρόδο, στο Μουσείο, έναν εξαιρετικό χώρο, ιδανικό για το έργο μου. Θα ήθελα να τονίσω ότι ο Δρ Πράπογλου είναι ένας άνθρωπος με βαθιά γνώση και ουσιαστική συμβολή στην προώθηση της σύγχρονης τέχνης, ο οποίος εκτός από αρχαιολόγος-αρχιτέκτονας είναι κριτικός σύγχρονης τέχνης, επιμελητής και ιδρυτής του artefact athens.
Στην έκθεση εντάσσεται και το έργο «Η άνοδος και η πτώση του Δαίδαλου και του Ίκαρου», που συνδέεται άμεσα με τις έννοιες της πτήσης, του φωτός, της υπέρβασης αλλά και των ορίων – ακόμη και των ορίων της ίδιας της τεχνολογίας. Όλα αυτά συντονίζονται με τη μυθολογία της Ρόδου, που είναι βαθιά συνδεδεμένη με τον ήλιο και το φως. Η έκθεση, με τίτλο «Ταξίδια Φωτός», θα εγκαινιαστεί στις 9 Ιουλίου και θα διαρκέσει περίπου δυόμισι μήνες. Πρόκειται για μια μεγάλης κλίμακας εγκατάσταση, που περιλαμβάνει κεντρικά έργα μήκους έως και 15 μέτρων, δύο ακόμη έργα περίπου 7,5 μέτρων, καθώς και αιωρούμενα στοιχεία και παρεμβάσεις στο δάπεδο, διαμορφώνοντας ένα ενιαίο, βιωματικό περιβάλλον μέσα στον χώρο του Μουσείου.
Πώς η ζωή και η εμπειρία σας στις ΗΠΑ έχουν επηρεάσει την καλλιτεχνική σας πορεία;
Η κουλτούρα στις ΗΠΑ είναι τελείως διαφορετική από την ελληνική. Στην Ελλάδα υπάρχει περισσότερο μια διάθεση ονειροπόλησης, είμαστε πιο πολύ dreamers, αφήνουμε πράγματα για αργότερα, και συχνά μένουν σε ένα επίπεδο πρόθεσης ή φαντασίας. Εδώ, αντίθετα, όλα λειτουργούν με μια λογική πιο άμεση, πιο πρακτική, πιο «bottom line»: κάνεις κάτι και αμέσως τίθεται το ερώτημα «what’s next;». Εγώ ήμουν κάπως έτσι από τη φύση μου, οπότε όταν ήρθα στις ΗΠΑ αυτό το στοιχείο βρήκε έδαφος και δέθηκε με τον χαρακτήρα μου. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι, όσο περνούν τα χρόνια και επιστρέφω συχνότερα στην Ελλάδα, νιώθω ότι επανέρχεται έντονα το ελληνικό κομμάτι μέσα μου. Και πλέον δεν τα βλέπω αυτά τα δύο ως αντίθετα, αλλά προσπαθώ να τα ενώσω: την αμερικανική πρακτικότητα με την ελληνική εσωτερικότητα και τη δυνατότητα της ονειροπόλησης. Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ ότι ο τρόπος που λειτουργώ έχει αλλάξει. Συνεχίζω να είμαι γρήγορη στη σκέψη και στη δράση, να μην αφήνω τα πράγματα για αργότερα, αλλά ταυτόχρονα έχω αρχίσει να απομακρύνομαι από την υπερβολική πίεση. Προσπαθώ να κρατώ μια πιο ήρεμη σχέση με τον χρόνο. Να λύνω τα προβλήματα χωρίς να τα αφήνω να με κυριαρχούν. Και αυτό, τελικά, είναι ίσως το πιο σημαντικό δώρο αυτής της διπλής εμπειρίας: να μπορείς να κινείσαι γρήγορα μέσα στον κόσμο, αλλά με μια εσωτερική αίσθηση ηρεμίας.
Πιστεύετε ότι οι νεότερες γενιές αναζητούν σήμερα μια πιο ουσιαστική και εσωτερική σχέση με την τέχνη και τη ζωή γενικότερα;
Ξέρεις, έχει πολύ ενδιαφέρον αυτή η ερώτηση, γιατί τελευταία το σκέφτομαι και το παρατηρώ πολύ. Με απασχολεί ιδιαίτερα η Generation Z, γιατί τη βλέπω τελείως διαφορετική από τους millennials και γενικά από τις προηγούμενες γενιές. Αυτά τα παιδιά νιώθω ότι έχουν μεγαλύτερη ανάγκη για συναίσθημα και αναζητούν πολύ διαφορετικά πράγματα. Και αυτό μου έκανε εντύπωση και άρχισα να το ψάχνω πιο βαθιά. Ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, ειδικά εδώ στην Αμερική, αυτή η ανάγκη να μπαίνουν όλοι σε κατηγορίες: baby boomers, millennials, Gen Z… Σαν να πρέπει ο καθένας να ανήκει υποχρεωτικά σε ένα ηλικιακό «στρατόπεδο». Το έβρισκα πάντα κάπως περιοριστικό. Αυτό που με συγκίνησε, όμως, ήταν όταν ήρθαν πολύ νέα παιδιά σε εκθέσεις μου και μίλησαν για τη δουλειά μου με έναν τρόπο πολύ ουσιαστικό. Έβλεπα ότι πραγματικά βίωναν αυτή την εμπειρία. Δεν στέκονταν μόνο στην εικόνα ή στο αισθητικό κομμάτι, υπήρχε μια πιο εσωτερική σύνδεση. Και τότε σκέφτηκα ότι αυτή η γενιά ίσως πράγματι σκέφτεται διαφορετικά. Μου φαίνεται ότι έχει αρχίσει να ξεπερνά παλαιότερα μοντέλα ζωής που περιστρέφονταν γύρω από τα χρήματα, την κοινωνική επιτυχία ή έναν πολύ υλικό τρόπο ύπαρξης. Είναι σαν να κουράστηκαν από τα λάθη των προηγούμενων γενιών, των γονιών και των παππούδων τους, και να αναζητούν κάτι άλλο, πιο ουσιαστικό.
Ποια είναι τα όνειρά σας για την εξέλιξη της καλλιτεχνικής σας δημιουργίας;
Δεν σκέφτομαι πια τι θα γίνει με τα έργα μου ή πού θα βρίσκονται. Αυτά τα σκεφτόμουν όταν ήμουν είκοσι χρόνων, σε ποια μουσεία θα είμαι, ποιοι συλλέκτες θα έχουν έργα μου και όλα αυτά. Σήμερα φυσικά και με ενδιαφέρει τα έργα μου να βρίσκονται σε ανθρώπους που τα εκτιμούν. Αν κάποιος εκτιμά πραγματικά ένα έργο, θα το αποκτήσει. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι έχω απελευθερωθεί από την αγωνία της αναγνώρισης και του «τι θα γίνει μετά». Και αυτή η ελευθερία είναι τεράστια. Την έχω κατακτήσει τα τελευταία χρόνια και νομίζω ότι είναι από τα πιο ουσιαστικά πράγματα που μου έχουν συμβεί ως καλλιτέχνιδα.
Αν έπρεπε να συνοψίσετε τη φιλοσοφία του έργου σας σε μία σκέψη, ποια θα ήταν;
Ζούμε σε μια εποχή πρωτοφανούς τεχνολογικής διασύνδεσης αλλά βαθιάς υπαρξιακής αποσύνδεσης. Η σύγχρονη εμπειρία χαρακτηρίζεται συχνά από κατακερματισμό, αισθητηριακή κόπωση και απομάκρυνση. Τα «Ταξίδια Φωτός» δεν προτείνουν απόδραση ούτε νοσταλγία. Αντίθετα, διαμορφώνουν συνθήκες μέσα από τις οποίες ο θεατής καλείται να βιώσει, μέσα από τον κόσμο που δημιουργεί το έργο, μια εκ νέου αίσθηση παρουσίας και σύνδεσης με τον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο. Αν το έργο μπορεί να δημιουργήσει αυτή την εμπειρία, τότε έχει επιτελέσει τον σκοπό του.
Πηγή: www.ekirikas.com