Ορισμένες μορφές ψυχικής δυσφορίας στη δουλειά είναι εύκολο να αναγνωριστούν, καθώς διαταράσσουν την καθημερινή απόδοση του ατόμου και την εργασία των γύρω του: για παράδειγμα, ένα μέλος της ομάδας σας εμφανίζει σημάδια εξάντλησης, είναι ευερέθιστο ή απουσιάζει συχνά. Ωστόσο, άλλες μορφές ψυχικής δυσφορίας είναι πιο δύσκολο να εντοπιστούν, ακριβώς επειδή η εργασία συνεχίζεται χωρίς διακοπή – εδώ είναι που έρχεται το «rustout».
Είναι συνηθισμένο να μιλάμε για την επαγγελματική εξουθένωση – το πιο γνωστό μας «burnout» – και να την αναγνωρίζουμε στους άλλους αλλά και στον εαυτό μας. Ωστόσο, μια νέα μελέτη εξετάζει μια λιγότερο ορατή και λιγότερο κατανοητή μορφή αποξένωσης από την εργασία: το «rustout».
Το «rustout», όπως το μελέτησαν δύο πανεπιστημιακοί – η Σαμπρίνα Φίτζσιμονς από το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου και ο Ντέιβιντ Σ. Σμιθ από το Πανεπιστήμιο Robert Gordon, στο Αμπερντίν της Σκωτίας – συχνά συνεπάγεται διανοητική στασιμότητα και ένα βαθύ αίσθημα ανικανοποίητου. Μπορεί να προκύψει όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η εργασία τους δεν προσφέρει πλέον αρκετό νόημα ή πρόκληση για να τους κρατήσει διανοητικά και δημιουργικά αφοσιωμένους. Ωστόσο, επειδή διαφέρει από το επαγγελματικό εξουθενωτικό σύνδρομο, οι λύσεις είναι επίσης διαφορετικές – τόσο για τα άτομα όσο και για τις επιχειρήσεις.
Rustout vs. burnout
Όπως λένε οι δύο καθηγητές, έχουν παρουσιάσει αυτή την έρευνα σε πολλά συνέδρια και κάθε φορά τους πλησιάζουν επαγγελματίες που τους λένε: «Αυτό ακριβώς βιώνω, αλλά μέχρι τώρα δεν είχα βρει τον κατάλληλο όρο για να το περιγράψω».
Αυτοί οι άνθρωποι, νέοι και μεγαλύτεροι σε ηλικία, είναι αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, εργάζονται σκληρά και δεν έχουν σταματήσει να νοιάζονται. Συχνά νοιάζονται πάρα πολύ και ανταποκρίνονται στα καθήκοντα που τους αναθέτουν. Είναι αυτοί στους οποίους απευθύνονται συχνά, επειδή είναι αξιόπιστοι και εξαιρετικά ευσυνείδητοι.
Αν κοιτάξετε γύρω σας στον χώρο εργασίας σας, πιθανότατα γνωρίζετε πολλούς ανθρώπους που ταιριάζουν σε αυτή την περιγραφή. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη προσπάθειας εκ μέρους του ατόμου· είναι η ρήξη στη σχέση μεταξύ προσπάθειας και εργασίας με νόημα. Από τη μελέτη πάνω σε αυτό το θέμα, διαπιστώθηκε ότι το «rustout» αφορά στην πραγματικότητα τη μείωση της επαγγελματικής ζωτικότητας, όταν οι ικανότητες ενός ατόμου δεν αξιοποιούνται με τρόπους που αυτό θεωρεί σημαντικούς.
Στην έρευνα, οι συμμετέχοντες περιέγραψαν εμπειρίες που διαμορφώθηκαν από τον διοικητικό φόρτο εργασίας, τη μειωμένη αυτονομία και την ασυμφωνία μεταξύ των επαγγελματικών τους φιλοδοξιών και των καθηκόντων που τους ανατέθηκαν. Πολλοί τόνισαν ότι αισθάνονται επαγγελματικά εγκλωβισμένοι, πως είχαν την αίσθηση ότι η εργασία που έκαναν δεν αξιοποιούσε πλέον επαρκώς τα ταλέντα τους.
Το «Rustout» μπορεί να προκαλέσει σημαντικό ψυχολογικό αποπροσανατολισμό. Από έξω, ένας άνθρωπος μπορεί να φαίνεται επιτυχημένος και ικανός. Δεν υπάρχει αμφιβολία για την παραγωγικότητά του· επιτυγχάνει τους καθορισμένους στόχους, θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά «με κλειστά μάτια». Ωστόσο, μπορεί να αισθάνεται όλο και πιο αποξενωμένος από αυτό που κάποτε τον ενθουσίαζε. Η δυσφορία του δεν είναι δραματική· είναι μια αργή διαδικασία ψυχολογικής διάβρωσης.
Από πολλές απόψεις, το «rustout» συμπίπτει με το «burnout», αλλά δεν είναι το ίδιο. Το «burnout» αφορά παρατεταμένο άγχος που δεν αντιμετωπίζεται κατάλληλα. Έχει να κάνει με το «πάρα πολύ» – υπερβολική εργασία, υπερβολική φροντίδα, υπερβολική πίεση και ελάχιστος χρόνος για ανάρρωση. Αντίθετα, το «rustout» συνδέεται με ελάχιστο άγχος ή προκλήσεις με την πάροδο του χρόνου, ελάχιστη διέγερση και περιορισμένες ευκαιρίες για ατομική ανάπτυξη.
Ωστόσο, ενώ το «burnout» αποτελεί μέρος της γνώσης των επιχειρήσεων σχετικά με την ψυχική υγεία, το «rustout» σπάνια αναφέρεται. Και αυτό είναι προβληματικό – τόσο για το άτομο όσο και για τους εργοδότες.
Κάποιοι θα παραμείνουν στις θέσεις τους από αίσθημα καθήκοντος (και για άλλους πρακτικούς λόγους, όπως ο μισθός ή η θέση), ενώ άλλοι θα επιλέξουν να αποχωρήσουν.
Γιατί δεν μιλάμε για το «rustout»;
Το «rustout» συχνά κρύβεται πίσω από την ικανότητα – και στον αξιόπιστο εργαζόμενο ανατίθενται συχνά περισσότερες εργασίες του ίδιου είδους. Ο άνθρωπος που δεν παραπονιέται θεωρείται ότι τα καταφέρνει και τα πάει καλά. Τον άνθρωπο που οργανώνει τους άλλους και είναι καλός και ομαδικός παίχτης σπάνια τον ρωτάνε αν ο ίδιος αισθάνεται ότι εξελίσσεται ή ότι αντιμετωπίζει προκλήσεις.
Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πώς το να κάνεις υπερωρίες και να είσαι αξιόπιστος μπορεί να γίνει παγίδα. Τελικά, ο εργαζόμενος εκτιμάται λιγότερο για το τι μπορεί να γίνει και περισσότερο για το τι μπορεί να συνεχίσει να αντέχει – δεν θα «ταράξει τα νερά», ανοίγοντας το κουτί της Πανδώρας που είναι η δυσαρέσκειά του. Αντέχει και σιωπά.
Εν τω μεταξύ, πολλοί χώροι εργασίας είναι οργανωμένοι έτσι ώστε να εντοπίζουν τις ατομικές ή ομαδικές αδυναμίες (ή αποτυχίες) πιο εύκολα από ό,τι τη στασιμότητα. Αν κάποιος σταματήσει να αποδίδει, το πρόβλημα γίνεται ορατό. Ωστόσο, αν κάποιος συνεχίζει να αποδίδει ενώ εσωτερικά αποξενώνεται, η επιχείρηση μπορεί να μην διακρίνει κανένα πρόβλημα. Και αν κάποιος παρατηρήσει τη δυσαρέσκειά του, μπορεί να μην το συζητήσει ανοιχτά. «Βολεύει όλους να μην το συζητούν· όταν όλοι εργάζονται και κάνουν τη δουλειά τους, τότε δεν πρέπει να διαταράσσεται τίποτα. Όλα είναι άνετα», εξήγησε κάποιος στους ερευνητές.
Πώς παθαίνεις «rustout»;
Οι συμμετέχοντες που βίωσαν το «rustout» περιέγραψαν εμπόδια που περιόριζαν την ικανότητά τους να αξιοποιούν τα δυνατά τους σημεία ή να επιδιώκουν επαγγελματική εξέλιξη, στοιχεία που είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αίσθηση της ικανοποίησης στην εργασία.
Για πολλούς ανθρώπους, η επαγγελματική ζωή τούς προσφέρει μια αίσθηση ταυτότητας και σκοπού, αλλά όταν αυτό δεν υπάρχει πια, η σχέση τους με τη δουλειά μπορεί να διαταραχθεί ή να τους φαίνεται «περίεργη». Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μπορούν να προσδιορίσουν ακριβώς τι συμβαίνει, δεν ξέρουν καν πώς να το αποκαλέσουν.
Το να ονομάσουμε «rustout», εξηγούν οι δύο καθηγητές στο περιοδικό Greater Good (σ.σ. εκδίδεται από το Greater Good Science Center του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, στο Μπέρκλεϊ), δεν θα λύσει το πρόβλημα, αλλά μπορεί να βοηθήσει το άτομο να καταλάβει γιατί αισθάνεται δυσαρεστημένο ή ότι δεν αξιοποιείται. Μπορεί επίσης να βοηθήσει τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι δεν πρόκειται για προσωπική αποτυχία, αλλά για μια εμπειρία που διαμορφώνεται από τον σχεδιασμό ή τις συνθήκες της εργασίας (όπως ακριβώς και το «burnout»). Διαμορφώνεται επίσης από την κουλτούρα της εργασίας, ιδιαίτερα όταν υπάρχει αντίσταση στην αλλαγή ή αδυναμία να αναγνωριστεί η αξία το΄τ να βοηθάμε τους ανθρώπους να ανθίσουν, να δημιουργήσουν.
Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν πρόκειται για φαινόμενο που εμφανίζεται πριν από τη συνταξιοδότηση. Φαίνεται να εμφανίζεται σε άτομα με εμπειρία, ίσως στη μέση της καριέρας τους, καθώς και σε όσους κατέχουν μία θέση εδώ και πολύ καιρό.
Τι να κάνετε αν νιώθετε ότι «σκουριάζετε»
Ο όρος «επαγγελματική εξουθένωση» (burnout) έχει βοηθήσει πολλούς ανθρώπους να ονομάσουν μια δυσφορία που προηγουμένως είχε θεωρηθεί φυσιολογική ή είχε αγνοηθεί. Έχει επίσης βοηθήσει τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν πιο σοβαρά την ευημερία στο χώρο εργασίας. Ωστόσο, κάθε κυρίαρχο λεξιλόγιο σχετικά με την ψυχική υγεία μπορεί να γίνει περιοριστικό όταν αρχίζει να αντικαθιστά ολόκληρο το φάσμα της εμπειρίας. Αν το burnout είναι η μόνη διαθέσιμη κατηγορία για την επαγγελματική δυσφορία, τότε η ανάρρωση συχνά παρουσιάζεται με όρους ανάπαυσης και ανθεκτικότητας.
Ένα άτομο που βιώνει rustout μπορεί να μην χρειάζεται απλώς λιγότερη εργασία· μπορεί να χρειάζεται διαφορετική εργασία: εργασία που αποκαθιστά την αίσθηση της πνευματικής ενασχόλησης και της περιέργειάς του. Όπως είπε κάποτε η Μάγια Αγγκέλου, «δεν είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε στατικοί» – αυτό θα μπορούσε να ισχύει για όλες τις πτυχές της ζωής, συμπεριλαμβανομένου του χώρου εργασίας.
Αν νιώθετε ότι έχετε «σκουριάσει», λοιπόν, θα ήταν καλό να κάνετε έναν απολογισμό της κατάστασής σας. Νιώθετε ικανοποίηση από τον ρόλο σας; Έχετε ευκαιρίες να αξιοποιήσετε τα ταλέντα σας; Αντλείτε κάποιο αίσθημα νοήματος από τη δουλειά σας; Υπάρχουν τρόποι να αναζητήσετε ανανέωση στην εργασία σας; Πώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτή και μπορείτε να το συζητήσετε με τον άμεσο προϊστάμενό σας ή τον διευθυντή σας;
Για τις επιχειρήσεις πάλι, οι ερωτήσεις είναι επίσης άμεσες: Ρίξτε μια ματιά στην ομάδα σας. Δίνετε στους πιο αξιόπιστους υπαλλήλους σας ευκαιρίες για εξέλιξη; Βασίζεστε συνεχώς στις «ασφαλείς ικανότητές» τους, επειδή είναι πιο εύκολο από το να ζητήσετε από κάποιον άλλο να μάθει τα μυστικά της δουλειάς; Είστε πρόθυμοι να θέσετε επί τάπητος τη συζήτηση για την επαγγελματική δυσαρέσκεια; Πώς μπορείτε να βοηθήσετε την ομάδα σας να ακμάσει;
Αυτή είναι η ανησυχητική αλήθεια που βρίσκεται στην καρδιά της επαγγελματικής εξάντλησης. Ένα άτομο μπορεί να είναι ευσυνείδητο αλλά αποστασιοποιημένο, αξιόπιστο αλλά υπό-αξιοποιημένο, ικανό αλλά ανικανοποίητο. Μπορεί οι άνθρωποι να είναι καλοί στη δουλειά του και παρ’ όλα αυτά να αισθάνονται ότι απομακρύνονται από αυτήν.
Η σιωπή γύρω από το «rustout» επιτρέπει στην εργασιακή πλήξη να αναπτυχθεί, γι’ αυτό συχνά ακούγεται η ίδια φράση: «Νόμιζα ότι ήμουν μόνο εγώ». Αν το σκεφτείτε, υπάρχει μια ιδιαίτερη μοναξιά σε αυτή τη φράση – η μοναξιά τού να συνεχίζεις να κάνεις τη δουλειά, ενώ μέσα σου αναρωτιέσαι γιατί δεν την αισθάνεσαι πλέον δική σου.
Πηγή: www.in.gr