Η άνοδος των επιτοκίων επιστρέφει στην καθημερινότητα της οικονομίας από την πλευρά του ακριβότερου χρήματος. Για τις τράπεζες, ένα υψηλότερο επιτοκιακό περιβάλλον σημαίνει μεγαλύτερα έσοδα από τόκους και, εφόσον η αύξηση στα επιτόκια καταθέσεων παραμένει περιορισμένη, στήριξη στα περιθώρια κέρδους.
Για όσους όμως χρειάζονται χρηματοδότηση, η εικόνα είναι διαφορετική. Το κόστος δανεισμού αυξάνεται και μεταφέρεται ταχύτερα στα δάνεια, ενώ οι αποταμιευτές περιμένουν να δουν πόσο μέρος της ανόδου των επιτοκίων θα φτάσει τελικά στις καταθέσεις τους.
Τα δάνεια αντιδρούν πρώτα, οι καταθέσεις τελευταίες
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές της αγοράς. Τον Ιούλιο του 2026 το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων διαμορφώθηκε στο 4,67%, ενώ το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο στο σύνολο των νέων καταθέσεων ήταν μόλις 0,39%.
Ακόμη και στις προθεσμιακές καταθέσεις, όπου οι αποδόσεις είναι υψηλότερες, η ψαλίδα παραμένει σημαντική. Το μέσο επιτόκιο για νέες προθεσμιακές έως ένα έτος ανήλθε στο 1,24% για τα νοικοκυριά και στο 2,02% για τις επιχειρήσεις.
Με άλλα λόγια, η άνοδος του κόστους χρήματος περνά πολύ γρηγορότερα στον δανειολήπτη από ό,τι στον καταθέτη.
Οι καλύτερες προσφορές της αγοράς για «νέο χρήμα» μπορούν να ξεπερνούν το 2%, όμως αφορούν επιλεγμένα προϊόντα και όχι το σύνολο της καταθετικής βάσης.
Δάνεια: Το κόστος περνά άμεσα
Στην πλευρά του δανεισμού, η εικόνα είναι πιο επιβαρυμένη. Τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 3,53%, ενώ για τις επιχειρήσεις το αντίστοιχο κόστος στα νέα δάνεια έφτασε το 4,21%.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το κόστος ήταν ακόμη υψηλότερο, στο 4,45%, ενώ στα νέα δάνεια έως 250.000 ευρώ το επιτόκιο ανήλθε στο 5,07%.
Διαβάστε περισσότερα στο newmoney
Πηγή: www.protothema.gr