Πόσα άλογα έχει ένα αυτοκίνητο, πόσο γρήγορα επιταχύνει και πόσο χρόνο χρειάζεται για να ολοκληρώσει έναν γύρο στην πίστα; Αυτά είναι τα συνηθισμένα κριτήρια για να αξιολογηθούν οι επιδόσεις ενός μοντέλου. Τι γίνεται, όμως, με την αίσθηση που έχει ο οδηγός πίσω από το τιμόνι; Πόσο έντονα βιώνει την επιτάχυνση, πόση εμπιστοσύνη αισθάνεται στο αυτοκίνητο και κατά πόσο νιώθει ότι έχει τον έλεγχο όταν πιέζει στα όριά του; Κοντολογίς, πόσο απολαμβάνει να το οδηγεί;
Σε αυτά τα ερωτήματα επιχείρησαν να απαντήσουν ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, σε συνεργασία με την Polestar, χρησιμοποιώντας δύο εκδόσεις του Polestar 4. Η πιλοτική μελέτη πραγματοποιήθηκε στην πίστα Gotland Ring της Σουηδίας, όπου 12 οδηγοί δοκίμασαν το Polestar 4 με έναν πίσω ηλεκτροκινητήρα και την ισχυρότερη τετρακίνητη έκδοση Dual Motor με το Performance Pack. Οι δοκιμές περιλάμβαναν τόσο ήρεμη όσο και δυναμική οδήγηση, με τους ερευνητές να καταγράφουν όχι μόνο τις επιδόσεις των αυτοκινήτων, αλλά και τις σωματικές και ψυχολογικές αντιδράσεις των συμμετεχόντων. Η διαφορά ισχύος μεταξύ των δύο εκδόσεων είναι μεγάλη. Το μονοκινητήριο πισωκίνητο Polestar 4 αποδίδει 268 ίππους, ενώ το τετρακίνητο φτάνει τα 544 άλογα. Σε γρήγορους γύρους με αντίστοιχες συνθήκες, η ισχυρότερη έκδοση παρουσίασε κατά 32% υψηλότερη μέγιστη επιτάχυνση, απαιτώντας παράλληλα 15% λιγότερη προσπάθεια από τον οδηγό στο τιμόνι.

Η αυξημένη ισχύς συνοδεύτηκε επίσης από μεγαλύτερα πλευρικά φορτία στις στροφές και συχνότερες έντονες επιταχύνσεις. Με άλλα λόγια, η έκδοση Performance δεν ήταν απλώς ταχύτερη, αλλά προσέφερε πιο έντονη οδηγική εμπειρία, χωρίς να απαιτεί περισσότερη προσπάθεια από τον οδηγό για να κατευθύνει το αυτοκίνητο στην πίστα. Για να κατανοήσουν καλύτερα τι συμβαίνει πίσω από το τιμόνι, οι ερευνητές συνδύασαν δεδομένα τηλεμετρίας του αυτοκινήτου με μετρήσεις καρδιακών παλμών, παρακολούθηση των ματιών, ψυχολογικές αξιολογήσεις και συνεντεύξεις με τους οδηγούς. Κατά τη δυναμική οδήγηση, παρατηρήθηκαν αλλαγές στο μέγεθος της κόρης των ματιών και στα μοτίβα του βλέμματος, ενδείξεις που συνδέονται με αυξημένη προσοχή και μεγαλύτερη πνευματική εμπλοκή. Οι μετρήσεις έδειξαν ότι οι σωματικές αντιδράσεις των οδηγών μπορούσαν να συσχετιστούν με τα όσα έκανε το αυτοκίνητο. Αυτό δίνει στους ερευνητές τη δυνατότητα να εξετάζουν πιο ολοκληρωμένα τη σχέση ανάμεσα στις μηχανικές επιδόσεις και στην ανθρώπινη εμπειρία, αντί να περιορίζονται αποκλειστικά σε αριθμούς από τις τεχνικές προδιαγραφές.
Η ισχυρότερη έκδοση πάντως, συγκέντρωσε υψηλότερη βαθμολογία τόσο στην αίσθηση επιδόσεων και δυναμικής συμπεριφοράς, όσο και στη συνολική ποιότητα της εμπειρίας. Συγκεκριμένα, βαθμολογήθηκε με 89,2 στα 100 στην κλίμακα Performance/Dynamics, έναντι 67,7 της έκδοσης με τον έναν ηλεκτροκινητήρα. Στη συνολική αξιολόγηση της εμπειρίας συγκέντρωσε 93 βαθμούς έναντι 77,9. Οι συνεντεύξεις, ωστόσο, ανέδειξαν κάτι περισσότερο από την ωμή δύναμη. Οι οδηγοί περιέγραψαν έναν συνδυασμό σωματικής έντασης, εμπιστοσύνης στο αυτοκίνητο, ελέγχου και βαθιάς συγκέντρωσης. Αρκετοί παρομοίασαν την εμπειρία με ένα «τρενάκι του λούνα παρκ με ελεγχόμενη διαδρομή», ενώ ένας συμμετέχων ανέφερε ότι το αυτοκίνητο σε κάνει να αισθάνεσαι καλύτερος οδηγός από όσο πραγματικά είσαι. Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι επιδόσεις δεν αφορούν αποκλειστικά την ταχύτητα ή την επιτάχυνση. Η προβλέψιμη συμπεριφορά του αυτοκινήτου, η εμπιστοσύνη που εμπνέει και η αίσθηση ότι ο οδηγός έχει τον έλεγχο συμβάλλουν καθοριστικά στο πώς βιώνει την οδήγηση.
Πηγή: autogreeknews.gr