Η φέτα αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της ελληνικής αγροδιατροφής, με την παραγωγή της να καταγράφει εντυπωσιακή άνοδο την τελευταία δεκαετία. Το 2023 σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η τελευταία ανάλυση της fi-compass, της συμβουλευτικής πλατφόρμας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για τα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΕ, έφτασε τους 140.000 τόνους, καλύπτοντας το 60% της συνολικής τυροκομικής παραγωγής της χώρας και το 90% των τυριών Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ).
Σε σύγκριση με το 2014, ο όγκος παραγωγής έχει αυξηθεί κατά 150%, από περίπου 60.000 σε 141.000 τόνους, ενώ η αξία της σχεδόν δυόμισι φορές, από τα 600 εκατ. ευρώ στα 1,385 δισ. ευρώ. Πίσω από αυτή τη δυναμική πορεία βρίσκεται και ένας σημαντικός παραγωγικός κλάδος, που απασχολεί περίπου 6.000 έως 6.600 εργαζομένους.
Την άνοδο την έφεραν οι εξαγωγές. Το 2023 έφτασαν τα 735 εκατ. ευρώ, από 605 εκατ. το 2022. Το 76,5% της παραγωγής, σε αξία, φεύγει στο εξωτερικό, και η φέτα αντιστοιχεί στο 8% των συνολικών εξαγωγών τροφίμων και ποτών. Ο εξαγωγικός τζίρος αυξήθηκε σχεδόν 200% σε έξι χρόνια. Η μέση τιμή εξαγωγής ανέβηκε από 6,97 ευρώ το κιλό το 2022 σε 8,41 το 2023.
Ποιος παίρνει τι
Η επιτυχία αυτή δεν μοιράζεται ισότιμα. Με βάση στοιχεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, της ΕΛΣΤΑΤ, του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ και του FADN, το 2023 το κιλό φέτας ΠΟΠ πουλήθηκε στο ράφι κατά μέσο όρο 10,7 ευρώ. Στην πύλη του τυροκομείου η τιμή ήταν 7,1 ευρώ. Ο κτηνοτρόφος εισέπραξε περίπου 5,6 ευρώ για τα 4 κιλά γάλα που χρειάζονται για ένα κιλό φέτας, ενώ το κόστος εισροών ήταν περίπου 3,7 ευρώ.
Η μελέτη υπολογίζει ότι η μερίδα του λέοντος πηγαίνει στους προμηθευτές εισροών (35%) και στους λιανέμπορους (33%). Οι κτηνοτρόφοι κρατούν το 18% της αξίας και οι μεταποιητές το 15%. Οι προμηθευτές ζωοτροφών έχουν ισχυρή διαπραγματευτική θέση και τα περιθώριά τους αυξάνονται, ενώ οι ζωοτροφές αποτελούν το 70% έως 75% του κόστους της κτηνοτροφίας.
Κατακερματισμός χωρίς συνεταιριστική ισχύ
Στο ένα άκρο βρίσκονται περίπου 63.000 εκμεταλλεύσεις προβάτων και αιγών, οι περισσότερες μικρές. Στο άλλο βρίσκονται 150 τυροκομεία, από τα οποία το 90% είναι πολύ μικρές περιφερειακές μονάδες. Κανένας μεταποιητής δεν ξεπερνά το 16% της εγχώριας αγοράς, ενώ τρεις εταιρείες κατέχουν το 36% των εξαγωγών.
Η οργάνωση των παραγωγών είναι χαμηλή. Το 2025 υπήρχαν 23 αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών με 1.277 μέλη και 44 ομάδες παραγωγών με 498 μέλη. Μαζί εκπροσωπούν μόλις το 2,8% των εκμεταλλεύσεων στις περιοχές παραγωγής. Από όλους τους συνεταιρισμούς, μόνο ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Καλαβρύτων έχει κάθετη ένταξη με ουσιαστικό μερίδιο αγοράς, 15% έως 20%, και είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φέτας στην Ελλάδα. Η μελέτη τον θεωρεί υπόδειγμα που θα μπορούσε να αναπαραχθεί.
Λιγότεροι κτηνοτρόφοι, ίδιο γάλα
Επίσης, σύμφωνα με την ανάλυση της fi-compass, η πρωτογενής παραγωγή συγκεντρώνεται. «Μεταξύ 2019 και 2024 οι προβατοτροφικές μονάδες στις περιοχές της φέτας μειώθηκαν κατά 41% και οι αιγοτροφικές κατά 57%. Τα πρόβατα μειώθηκαν κατά 21% και οι αίγες κατά 34%. Η παραγωγή προβείου γάλακτος, όμως, αυξήθηκε κατά 4% (στους 653.331 τόνους) και του γίδινου υποχώρησε κατά 3%.
Αυτό σημαίνει ότι οι μικροί αποχωρούν και οι μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις αποδίδουν περισσότερο. Οι μονάδες που παραδίδουν πάνω από 50 τόνους γάλα τον χρόνο είναι περίπου 3.700, και η μελέτη τις θεωρεί «τραπεζικά αξιόπιστο» μέγεθος.Παράλληλα, η ευλογιά των προβάτων έχει αποδεκατίσει κοπάδια. Από τις 20 Αυγούστου 2024 έως τις αρχές Νοεμβρίου 2025 θανατώθηκαν 403.925 αιγοπρόβατα, και 2.033 εκμεταλλεύσεις έχουν πληγεί», αναφέρει η ανάλυση.
Οι απειλές
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι εχθροί της φέτας βρίσκονται και εκτός συνόρων. Τα «λευκά τυριά» που μιμούνται την εμφάνισή της πιέζουν την τιμή, και η ονομασία «Feta» χρησιμοποιείται ακόμη σε χώρες χωρίς συμφωνία προστασίας των ΠΟΠ. Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δίνει επταετή μεταβατική περίοδο σε Αργεντινή, Βραζιλία και Ουρουγουάη. Ο ΣΕΒΓΑΠ δίνει νομική μάχη και πέτυχε πρόσφατα νίκη για την ονομασία στη Χιλή.
Υπάρχει, όμως, και εσωτερικός κίνδυνος. Η χρήση εισαγόμενου ή αγελαδινού γάλακτος, που πιέζει τους παραγωγούς. Ως απάντηση, ο ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ δοκιμάζει στη Θεσσαλία πιλοτικό σύστημα με RFID και blockchain, που καταγράφει το γάλα από τη δεξαμενή του κτηνοτρόφου έως το τυροκομείο.Στα προβλήματα προστίθενται το υψηλό κόστος ζωοτροφών και ενέργειας, η κλιματική κρίση (η καταστροφή από τον «Daniel» το 2023 είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα) και η αδειοδότηση των μονάδων. Πολλές κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις θεωρούνται παράνομες και δεν δικαιούνται ενισχύσεις, με καταληκτική ημερομηνία νομιμοποίησης την 31η Δεκεμβρίου 2025, μετά από επανειλημμένες παρατάσεις.
Η ευκαιρία του βιολογικού
Η βιολογική φέτα αποτελεί ανερχόμενη κατηγορία. Από τους 18.000 τόνους βιολογικού τυριού που παρήχθησαν το 2023, περίπου το 70% είναι φέτα. Η τιμή της είναι 40% έως 50% υψηλότερη από τη συμβατική. Η προσφορά βιολογικού γάλακτος δεν καλύπτει όμως τη ζήτηση, και η μετάβαση απαιτεί επενδύσεις και κεφάλαιο κίνησης, για τα οποία δεν υπάρχουν στοχευμένα εργαλεία.
Πηγή: www.ypaithros.gr