Η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί βασικό μέρος της εξωσωματικής γονιμοποίησης (IVF), με φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τρεις δεκαετίες που ελέγχθηκαν και ελέγχονται για τις παρενέργειές τους και η οποία επιτρέπει τον ελεγχόμενο συντονισμό της λειτουργίας των ωοθηκών και την ανάπτυξη περισσότερων ωοθυλακίων στον ίδιο κύκλο.
Αναστάσιος Παχυδάκης
Την αγωγή αυτή την κατευθύνουν ιατροί εξειδικευμένοι, με πιστοποιημένη βασική εκπαίδευση στο συγκεκριμένο αντικείμενο σε ελεγχόμενο από την Αρχή Ελέγχου Μονάδων Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής αλλά και από τον Ιατρικό Σύλλογο και την Αρχή Διαφάνειας κλινικό χώρο.
Παρότι η φαρμακευτική αγωγή συχνά προκαλεί ανησυχία στις γυναίκες η κατευθυντήρια οδηγία της American Society for Reproductive Medicine (ASRM) του 2024 αναφέρει ότι με την φαρμακευτική αγωγή δεν φαίνεται να αυξάνεται ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού μετά από υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, ενώ για τον καρκίνο των ωοθηκών δεν μπορεί να αποκλειστεί μικρή αύξηση του κινδύνου, η οποία ενδέχεται να σχετίζεται και με την υποκείμενη αιτία της υπογονιμότητας ή την ενδομητρίωση.
Δηλαδή η μικρή αύξηση της πιθανότητας καρκίνου ωοθηκών που ίσως να εμφανίζουν οι γυναίκες που μπαίνουν σε θεραπεία υπογονιμότητας έχει σχέση με την αιτία της υπογονιμότητας και όχι με την θεραπεία της. Η υπογονιμότητα, η ενδομητρίωση, η μη τεκνοποίηση, η ηλικία και η γενετική προδιάθεση μπορούν να επηρεάζουν ανεξάρτητα τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων μορφών καρκίνου.
Μεγάλες μετα-αναλύσεις και συστηματικές ανασκοπήσεις σε εκατοντάδες χιλάδες ασθενείς με παρακολούθηση δεκαετιών δεν έχουν τεκμηριώσει σαφή αύξηση του κινδύνου καρκίνου του μαστού ή των ωοθηκών εξαιτίας της θεραπείας εξωσωματικής καθαυτής.
Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι γενικά καθησυχαστικά και δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση μεταξύ της συνήθους θεραπείας IVF και αυξημένου κινδύνου καρκίνου του μαστού ή των ωοθηκών.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, χορηγούνται κυρίως γοναδοτροπίνες, όπως η FSH (θυλακιοτρόπος ορμόνη), συχνά σε συνδυασμό με LH, ανάλογα με το εξατομικευμένο πρωτόκολλο. Στόχος είναι να αναπτυχθούν περισσότερα ωοθυλάκια, αντί ενός μόνο, όπως συμβαίνει συνήθως σε έναν φυσικό κύκλο.
Η χορήγηση της FSH για περίπου 8–12 ημέρες αυξάνει την ορμονική διέγερση των ωοθηκών και επιτρέπει την ανάπτυξη πολλαπλών ωοθυλακίων. Η θεραπεία δημιουργεί στο σώμα επίπεδα FSH παρόμοια με αυτά που βρίσκουμε στην περιεμμηνόπαυση. Επειδή όμως οι ωοθήκες έχουν την δυνατότητα ελεγχόμενης διέγερσης αυτό επιτρέπει τη συλλογή περισσότερων ωαρίων σε μία ωοληψία. Αυτό αυξάνει τις πιθανότητες να προκύψουν κατάλληλα έμβρυα για μεταφορά ή κατάψυξη, χωρίς να χρειάζεται κάθε προσπάθεια να ξεκινά από την αρχή και τα κατεψυγμένα έμβρυα μπορούν να αξιοποιηθούν σε επόμενες εμβρυομεταφορές χωρίς επιπλέον αγωγή.
Έτσι λοιπόν παραλαμβάνουμε ωάρια που έχουν την ίδια ηλικία και την ίδια πιθανότητα να έχουν φυσιολογικό γενετικό υλικό που με φυσικούς κύκλους θα χρειαζόμασταν μήνες ή χρόνια για να παραλάβουμε και τα τελευταία θα είχαν χειρότερη πρόγνωση από τα πρώτα. Η πιθανότητα χρωμοσωμικής ανωμαλίας ενός ωαρίου από φυσικό κύκλο ή από φαρμακευτική διέγερση είναι ίδια για κάθε ηλικία. Επιπλέον με τις πολλαπλές ωοληψίες αυξάνεται δραματικά το κόστος της διαδικασίας.
Με αυτόν τον τρόπο, η θεραπεία μπορεί να μειώσει τον αριθμό των απαιτούμενων κύκλων διέγερσης, τις επαναλαμβανόμενες ωοληψίες, τις επισκέψεις και το συνολικό οικονομικό και χρονικό βάρος. Η σωστή ενημέρωση, η εξατομίκευση του πρωτοκόλλου και η αξιολόγηση των πραγματικών επιστημονικών δεδομένων βοηθούν τις γυναίκες να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις για την αναπαραγωγική τους υγεία.
Αναστάσιος Παχυδάκης CCT MRCOG
Μαιευτήρας Γυναικολόγος Institute of Life Iaso
http://www.ypogonimotita.gr/
Πηγή: www.in.gr